Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει

όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα

έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω

πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες...

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Βαρύ Μυστικό

Κάθε πρωί καθαρίζει το σπίτι,
κατεβάζει τα σκουπίδια,
μαγειρεύει.
Μαλώνει τον πατέρα
που ξεχνά τα φάρμακά του.

Το απόγευμα στέκεται στο μπαλκόνι.
Με περιμένει.
Κι αν κάνω μέρες να φανώ,
ρωτάει ανήσυχη: «Πού ήσουνα;»

Της το κρατάμε όλοι κρυφό,
πως πέθανε.
Της το κρατώ κι εγώ.

Γιατί πολύ φοβότανε τον θάνατο.
Γιατί πολύ αγαπούσε τη ζωή.

Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Ο Ποιητής


Στέκει καταμεσής της αγοράς. 
Εσταυρωμένος.
Φορά το σακάκι ενός απόντος.
Με άχυρα στην καρδιά.
Βλέμμα στον ουρανό.
Με λέξεις ραμμένες στα μανίκια τρομάζει τους λύκους.
Διώχνει τους φόβους,
μαύρα πουλιά που τσιμπολογούν την ελπίδα.
Μα η αμοιβή του είναι αυτή:
να χτίζουν φωλιές στα πλευρά του,
να τρέφονται από το αίμα του.
Οι άνθρωποι τον προσπερνούν σαν άψυχο.
Η πληγή που τρέχει, αόρατη.
Δεν φοβάται τον θάνατο,
είναι φτιαγμένος από τα υλικά του.
Τον λυγίζει μόνο η βροχή.
Όταν το κεφάλι βαραίνει
από λάσπη και μνήμη.

Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

Ο Πατέρας

Ο πατέρας μου ήταν σίδερο.

Με κρατούσε όρθιο.
Το χέρι του βαρύ στον ώμο μου.

Σήμερα μαλακός σαν βαμβάκι.
Μυρίζει ξύλο και βρεγμένο χώμα.
Όταν ακουμπάω πάνω του,
βαραίνει και ριζώνει.
Κρύβω το πρόσωπο,
κλείνω τα μάτια
και τυλίγω στο δάχτυλο
τα μαλλιά μου.

Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

Εντός των Τειχών

Αβέρωφ και Έβανς.
Στο κατώφλι της Allwyn, 
αντίκρυ στον φούρνο του Βενέρη. 
Στη γωνία που ο θόρυβος τέμνει τη σιωπή, 
ριζώνει ένας άνθρωπος διωγμένος απ’ το φως.
Χαρτόνι στο στήθος, 
γράμματα δανεικά: 
«Δεν βλέπω καλά». 
Στους ώμους του κουρνιάζει το ημέρωμα, 
περιστέρια που γύρεψαν κλαδιά μες στο τσιμέντο.
Μαζεύει στις χούφτες τον οίκτο των περαστικών, 
τον προσφέρει αντίδωρο στα ράμφη. 
Ταΐζει τα πουλιά με την πείνα του.
Ο τυφλός. 
Το βάρος του κόσμου. 
Ούτε άγιος, ούτε διάβολος· 
ένας ζητιάνος εντός των τειχών, 
που με ψίχουλα χτίζει 
έναν καθάριο ουρανό.

Σάββατο 4 Απριλίου 2026

Αχαριστία

Ι. Δανεικό Φως

Ο ήλιος χάρισε το φως του στο φεγγάρι.
Eκείνο προσμένει το σκοτάδι,
να φανεί 
πως τάχα λάμπει μόνο του.


ΙΙ. Πλάνο Ψήλωμα

Το δέντρο δάνεισε τον κορμό του, 
κι ο κισσός σηκώθηκε απ' τη λάσπη. 
Μα στα ψηλά σαν έφτασε, 
το δέντρο έπνιξε, 
να μη φανεί 
το πλάνο ψήλωμα.

Τετάρτη 1 Απριλίου 2026

Ημέρα της Μικρής Αλήθειας

Πολλά παράξενα έθιμα τιμούν οι άνθρωποι·
κανένα σαν εκείνο της Πρωταπριλιάς.

Το ψέμα δεν περιμένει τη μέρα του.
Δεν έχει ωράριο,
καθημερινές και σχόλες.
Δουλεύει ακούραστα,
αιώνες·
αδιάκοπα.

Κανονικά, την Πρωταπριλιά
όλοι θα έπρεπε να λέμε μιαν αλήθεια.
Έστω μικρή, βρε αδερφέ,
να μην ανοίγει εμφύλιους.

Εκτός αν το δούμε ως πρόβα συμφωνημένη
για τη συνέχεια·
ως άσκηση ύφους, για το πόσο πιστευτό
μπορεί και το πιο ανήκουστο να γίνει.

Υψοφοβία

Δεν μου αρέσουν οι εξώστες.

Έχουν μια αλαζονεία εκ γενετής·
εκεί στέκονται αφ’ υψηλού οι ρήτορες
μπροστά στο πλήθος που παραληρεί.
Μοιράζουν παρήγορα ψέματα
κι αναστάσιμους ευαγγελισμούς
σε κόσμο που σέρνεται στον βούρκο.

Δεν είναι απλώς μπαλκόνια·
είναι τα βάθρα της εξουσίας.

Εγώ προτιμώ το χώμα.
Εκεί που οι λέξεις δεν έχουν ύψος,
να πέσουν και να τσακιστούν.

Τρίτη 31 Μαρτίου 2026

Ωδή στη ρίζα

                                                                                                                                 Ἕκαστος ἐφ’ ᾧ ἐτάχθη.
Τη ρίζα κλαίω·
που στο σκληρό το χώμα,
δουλεύει ακατάπαυστα
να δώσει χρώμα στον καρπό,
στα αλαζονικά τα φύλλα.

Μες στην αφάνεια
και στο σκοτάδι,
ακούει παινέματα
για ομορφιά
που εκείνη έθρεψε.

Μα πάλι συλλογίζομαι:
αν συστηθεί στο φως,
δε θα ’ναι για να γευτεί τη δόξα.
Μια λιτανεία, ξόδι,
προς τη φρικτή θανή της
στου φούρνου την πυρά θα είναι.

Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

Το πουλί

Στη μαρκίζα του εργοστασίου
ένα πουλί χτίζει.

Κουβαλά κλαριά, μίσχους, λάσπη,
κολλά με το σάλιο του την κούπα
και τραγουδά το χτίσιμο.

Κάθε πέταγμα,
μια κατάφαση στη ζωή.

Μέσα, ο εργάτης το κοιτά.

Οκτώ ώρες
το χέρι του
προέκταση του μοχλού.

Βιδώνει το ανώνυμο.
Στόμα στεγνό.

Το βράδυ, στο σπίτι,
κοιτά την παλάμη του
σαν εργαλείο
που ξέχασε να επιστρέψει
στην αποθήκη.

Και θυμάται το πουλί.

Που είχε σάλιο.
Που είχε κλαριά.
Που είχε εαυτό.


Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

Πρόωρο Χιόνι

Το νεαρό βαμβάκι του Μάη
ρουφά το βρόχινο νερό,
αποζητά το χέρι του αγρότη.

Μέσα σε ένα καλοκαίρι
ξοδεύει όλο του το πράσινο
και καταλήγει 
ασπρομάλλης γέρος.

Τον Σεπτέμβρη 
στο χωράφι περιμένει 
το σίδερο 
της θεριστικής.

Μα τουλάχιστον
δεν θα γνωρίσει τον χειμώνα.

Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

Η Πέτρα του Θεού

Ο Θεός άφησε αλάξευτη
απόδειξη της ύπαρξής Του.

Αχειροποίητη.

Στην πέτρα που δείχνει τον ουρανό.
Στον άνεμο που σφυρίζει στις σχισμές.
Στα αγριολούλουδα που φυτρώνουν δίχως χώμα.
Στην απόλυτη ακινησία του γρανίτη.

Ο βράχος,
μόνος του,
προσευχή.

Εκεί ψηλά,
το μοναστήρι δεν είναι σκάλα για τον ουρανό.
Είναι το καπάκι
που κλείνει την ανάσα του βράχου.

Κατεβαίνοντας απ’ την πέτρα
που τρυπά το σύννεφο,
στην πόλη
σου πουλάνε τον ουρανό με το κομμάτι,
τα Μετέωρα
σε μινιατούρες από πλαστικό.

Μένεις
με την απόδειξη στο χέρι.

Το Τρίκλινο

Εγνατία, ώρα μία.
Κάτω από τη σκιά του «Καψής»
το πεζοδρόμιο γίνεται τρίκλινο.
Σκιές κουλουριασμένες,
σαν ερωτηματικά
που η πόλη αρνείται να διαβάσει.
Ο ουρανός, μαύρη τρύπα, 
ρουφάει τ’ αστέρια.
Τα φώτα του δρόμου γλείφουν τις φιγούρες.
Εκείνες δεν βγάζουν πια σκιά.
Έχουν γίνει ένα με την άσφαλτο.

Το πρωί
το πεζοδρόμιο πεντακάθαρο.
Θαρρείς και τους κατάπιε.

Λαδάδικα

Το λάδι ποτίζει ακόμα το ξύλο.
Λιπαρή σιωπή
κάτω από τα νύχια των χαμάληδων.
Βαρέλια. Ιδρώτας. Πίσσα.

Ιδρώτας πάλι στα σεντόνια.
Βαριά ανάσα
με φτηνό πατσουλί.
Ένα κόκκινο φως
γδύνει νύχτα και σώματα.

Τούβλα τριμμένα με λίμα.
Αναπαλαιωμένα χαμόγελα.

Σώματα ιδρωμένα
που δονούνται ξανά,
κρατώντας ψηλά ποτήρια.

Το καλντερίμι
γλιστράει πάντα.

Στην ίδια πόρτα,
το ίδιο παζάρι.
Άλλο εμπόρευμα,
άλλο νόμισμα.

Μια ταμειακή μηχανή
που χτυπάει αδιάκοπα
το κενό σου
σε τιμή ευκαιρίας.

Περιμένοντας

Όσο θυμόταν τον εαυτό της, περίμενε.
Περίμενε το τηλεγράφημα.
Το τηλεφώνημα.
Το email.
Τον έρωτα των βιβλίων.
Τα αποτελέσματα των εξετάσεων.
Την έγκριση του δανείου.
Να περάσουν τα κρύα.
Να έρθει η καλοκαιριά.
Τις άδειες του Αυγούστου.
Το πλοίο της φυγής.

Περίμενε.

Στην ουρά της τράπεζας.
Στο ταμείο του σούπερ μάρκετ.
Στα ιατρεία και στα κομμωτήρια.
Στα ραντεβού.

Παντού περίμενε.

Τώρα περιμένει τον θεριστή.
Κι αναρωτιέται, με κομμένη την ανάσα,
μήπως την προσπεράσει κι αυτός,
νομίζοντας πως είναι ήδη νεκρή.

Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

Μέγα Έλεος

Αν η θάλασσα μάθαινε το αλφάβητο 
όσων κατάπιε,
δεν θα ψιθύριζε πια το παράπονό της 
στο ακρογιάλι.
Θα έστηνε εξέδρα στο κύμα
να μιλήσει για τη σκευωρία.
Ή θα ορθωνόταν στο εδώλιο
να δείξει τις ριπές του αέρα
με το δάκτυλο·
εκείνους που δίνουν την εντολή
και επιστρέφουν στεγνοί.

Αιώνες τώρα
της φορτώνουν εγκλήματα που δεν έπραξε.
Τη βρίζουν πως έντυσε γυναίκες στα μαύρα
κι άφησε ορφανά,
λες και το όπλο έχει την ευθύνη
για το έγκλημα.

Κι αν τελικά την έκριναν ένοχη,
εκείνη πάλι το ίδιο θα έκανε.
Κωφή στις καταδίκες,
θα άπλωνε το υγρό της σώμα
να το ξεσκίζουν οι καρίνες των πλοίων μας.

Τόσο απέραντο
το έλεος του νερού.

Σάββατο 14 Μαρτίου 2026

Λογαριασμός κοινής ωφέλειας

Στον πρώτο λογαριασμό αέρα
θα απορήσουμε.

Μπορεί και να διαδηλώσουμε.
Αν κι η διαμαρτυρία
δεν φοριέται πια.

Όλα θα λήξουν
στο ταμείο.

Κι ο αέρας
θα πληρώνεται
μαζί με το νερό.

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

Στίγμα

Αν κάποτε ανοιχτείς σε νέες θάλασσες,
με χάρτες που διέγραψαν το στίγμα μου
και η άρμη φάει το όνομά μου.

Αν μάθεις να ξεσπάς σε ξένα βράχια
και νομίσεις πως η πυξίδα
κλείδωσε επιτέλους
σε έναν άγνωστο βορρά
και πως εσύ ορίζεις πια τα ρεύματα,

άφησε τα πανιά σου να φουσκώσουν
και παραδώσου
στην πλάνη της απόστασης.

Όμως να ξέρεις:

κάπου εκεί μακριά
παραμονεύει ο άνεμος

που θα σε συντρίψει ναυαγό ξανά
στη δική μου ακτή.

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

Μουσική δωματίου για κωφούς

Η σιωπή είναι ύλη βαριά. 
Σαν χιόνι στο δωμάτιο, 
πνίγει με σκόνη τα έπιπλα, 
ποτίζει το μπετόν των τοίχων.
Κάθεται στην καρέκλα απέναντί μου. 
Παχαίνει. 
Με κοιτάζει επίμονα 
με χείλη ραμμένα.
Διεκδικεί τα τετραγωνικά μου, 
ένα 
προς ένα.
Καταπίνει τον θόρυβο του δρόμου, 
μασάει το κλειδί στην κλειδαριά. 
Αφήνει μόνο τον σφυγμό στους κροτάφους·
ένας μετρονόμος
που μετράει
αντίστροφα.
Τώρα πια, τεντώνει τον αέρα σαν χορδή. 
Εκτελεί την πιο σκληρή μουσική δωματίου: 
ξύνοντας με το νύχι το μωσαϊκό, 
χαράσσοντας λέξεις 
που σάπισαν στο λαιμό.

Κι όταν ανοίγω το στόμα 
στη φωνή μου ακούω
παράσιτα.
Μια παρεμβολή 
που λερώνει 
την τέλεια γεωμετρία 
του τίποτα.

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

Δι’ ελέου και φόβου

Στους κήπους της φθοράς, αυτό που πιο πολύ με θλίβει
είναι οι φωτογραφίες.
Ακίνητα χαμόγελα πάνω στο μάρμαρο,
ντυμένα την καλύτερή τους Κυριακή.
Πρόσωπα στο σμάλτο,  
αμέριμνα.

Με παγώνει η άγνοιά τους.
Η ειρωνεία του φακού,
της πόζας που στρατολογήθηκε ερήμην τους
να κάνει βάρδια παρουσίας πάνω στο χώμα.

Άραγε ένιωσαν, στην αστραπή του φλας,
το παγερό ρίγος;
Την καταδίκη να γελούν για πάντα
εμπρός στα δακρυσμένα μάτια μας;

Δεν θέλω πια να βγαίνω φωτογραφίες.
Ποιος ξέρει ποια από όλες
θα διαλέξει ο θάνατος
για στολή μου;

Κυριακή 8 Μαρτίου 2026

Μεταμορφώσεις

Δεν πατούσε γερά στο χώμα.
Το βήμα του ήταν δανεικό. 
Τα μάτια του διψούσαν για ουρανό.

Κι ένα πρωί το σώμα του ελάφρυνε. 
Ανάερα ανέβηκε. 
Έγινε σύννεφο. 
Για λίγο απλώθηκε παντού. 
Χωρίς όρια. 
Χωρίς βάρος.

Όμως ο ουρανός δεν σε κρατά για πάντα. 
Κι άρχισε η πτώση. 
Στάλα στάλα κατέβαινε στη γη, 
γλείφοντας στέγες και αυλές, 
σκουριασμένες υδρορροές και καμινάδες, 
μαζεύοντας στις χούφτες του 
τη σκόνη των σπιτιών 
και λείψανα νεκρών εποχών.

Στο τέλος κύλησε στον λαιμό μιας παλιάς στέρνας. 
Εκεί, στο ακίνητο νερό, 
αιχμάλωτος σε τέσσερις πέτρινους τοίχους, 
έγινε βούρκος.

Ας είναι. 
Καμιά φορά 
κει που πεθαίνει ο ουρανός 
βρίσκει το πρώτο της ψωμί 
μια ρίζα.

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Πρόβα Σιωπής

Δέντρο φυλλοβόλο θα ’θελα να γεννηθώ.

Με ρίζες, μαύρα φίδια,
να σχίζουν τη μήτρα της γης,
να πίνουν το τυφλό αλάτι του τόπου μου,
λάσπη, σκοτάδι και μνήμη.

Τον χειμώνα
να με γδύνει ο βοριάς συλλαβή συλλαβή,
να σφυρίζει μέσα απ’ τα κλαδιά μου
τους καημούς του κόσμου.
Να στέκομαι ολόρθο τραύμα,
νεύρο γυμνό,
εκτεθειμένο στο ουρλιαχτό των λύκων
και στο κοφτερό δόντι της παγερής νύχτας.

Κι όταν η Άνοιξη σπρώχνει το αίμα προς τα πάνω,
να τρίζουν οι χυμοί μου
σαν νερά που σπάνε φράγματα.
Να πετώ φύλλα, πράσινες ουλές,
στη μάχη με τον θάνατο.
Να πίνω τον ήλιο λαίμαργα
όπως εκείνος που ξέρει πως τίποτα δεν κρατά.

Κι όταν θα ’ρθει η ώρα,
ας κοπιάσει ο ξυλοκόπος με το κρύο μέταλλο
ή το σκουλήκι, αθόρυβα απ’ τη ρίζα.
Να πέσω χωρίς κραυγή.
Να επιστρέψω στο χώμα
χωρίς παράπονο, χωρίς δάκρυ,
σαν να μην υπήρξα ποτέ,
παρά μια σκοτεινή πρόβα σιωπής.

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

Διάλογος

Η σκουριά έχει την ίδια γεύση, αιώνες τώρα. 

Τα σώματα αλλάζουν ύφασμα· 
από τον λινό χιτώνα στην παραλλαγή. 
Ο σβέρκος ίδιος, λευκός, τεντωμένος.

Στα βράχια της Μήλου, στα στενά του Ορμούζ, στις πεδιάδες της Ουκρανίας 
το σίδερο θυμάται τη ζέστη του αίματος. 
Μιλά χωρίς μεταφραστή.

Η Πυγμή δεν ψάχνει φύλλα συκής, 
δεν ψελλίζει δικαιολογίες. 
Ξεκουμπώνεται μπροστά στις κάμερες 
και ακονίζει το ίδιο μαχαίρι 
πάνω στην ίδια πέτρα.

Αιώνες τώρα. 
Πάνω στον σβέρκο μας.

Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

Ανασκαφή

Έσκαβα χρόνια στο σκοτάδι·
με τα νύχια μέσα μου,
με τα δόντια ξέσκιζα τις σάρκες,
να αναδυθεί το λαμπερό εγώ.

Μόνο χώμα βρήκα.
Και κάτι λείψανα:
ένα παιδικό παντελόνι
με σκισμένα γόνατα,
μια φωτογραφία ενός φιλιού,
κι ένα εισιτήριο
που δεν τρυπήθηκε ποτέ.

Τώρα κάθομαι
σε σωρούς από μπάζα
και προειδοποιώ τους περαστικούς
για τα επικίνδυνα ορύγματα.

Άκτιστο Αλφάβητο

Έτσι σε αγάπησα.

Και παλεύω τώρα να επινοήσω ένα αλφάβητο άκτιστο,
να αρθρώσω τα πρώτα λόγια της αγάπης.
Άχραντα.
Αμεταχείριστα.

Έτσι σε αγάπησα,
σε ερωτευόμουν σε κάθε ξύπνημα από την αρχή.
Τα βήματά μου έχαναν το βάρος τους,
γίνονταν χορός
κάθε φορά που έφευγα από μένα για να ’ρθω σε σένα.
Ο σεισμικός ήχος του κομπρεσέρ στο πεζοδρόμιο
μου ακουγόταν σαν την Έβδομη του Μπετόβεν.
Δέντρα έσκιζαν το πλακόστρωτο στη σκέψη σου.

Οι ορίζοντες με πλήγωναν στους ώμους,
τόσο στενό κουστούμι της αγάπης μου ο κόσμος,
κι η κάμαρα έσπρωχνε τους τοίχους της μακριά,
να μη σε φτάνω.

Δεν ζητώ αντίδωρο για την αγάπη.
Στο πρόσωπό σου παίρνει σχήμα το χάος.
Βλέπω στα μάτια σου εκδοχές του εαυτού μου,
άγνωστες,
ακέραιες.

Έτσι σε αγάπησα:
έξω από το καλό και το κακό,
πέρα από το πριν και το μετά,
πέρα από το εγώ και το εσύ.

Κι αγωνίζομαι ακόμα μέσα στη λάσπη και τη δόξα της αγάπης
να βρω το μυστικό εκείνο αλφάβητο,
να σου γράψω ποίημα που όμοιό του δεν γράφτηκε ποτέ.
Μια ιστορία που δεν θα χρειάζεται ονόματα
για να τη μνημονεύουν οι άνθρωποι.

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

Τέττιγξ

Ας είναι ο χρόνος ένας κύκλος,

μια αφαίρεση,
μια διαρκής πιθανότητα.

Εγώ, με κάποιο παρελθόν
-και μέλλον, ποιος το ξέρει;-
τον υποδέχομαι
με το σοφό τερέτισμα του τζίτζικα
που τραγουδά τον ίδιο του τον θάνατο.

Δεν μου ανήκει ούτε ο πόνος
ούτε η δόξα μου.

Το παρελθόν μου,
σώμα που σαπίζει σε ξένους τάφους.

Το μέλλον μου δεν με περιέχει.
Δεν το γνωρίζω.
Δεν με ξέρει.

Μου ’μεινε τούτη η μόνη περιούσια στιγμή·
αφανής,
στου δέντρου τον κορμό ανεβασμένος,
εγώ -ο τέττιγξ- ψάλλω το τραγούδι μου,

ξεχνώντας την πολύχρονη ταφή μου
προτού δω το φως του ήλιου,
μα και τον θάνατο
που θα ’ρθει με το πρωτοβρόχι.

Ψάλλω ωδή
στον Ενεστώτα Χρόνο.

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026

Εκτόπισμα


Κατοικώ πια στις λέξεις μου.
Μετακόμισα
σε εκείνο το διάστημα ανάμεσα
στο βλέμμα και στο είδωλο.

Είμαι θόρυβος που επιμένει
στη συχνότητα της μέρας.
Μια εκκρεμότητα στο συρτάρι.

Θρίαμβοι και ήττες
είναι δέρμα που ξεράθηκε,
ρούχα που χάρισα σε περαστικούς.

Είμαι η στιγμή
που το χέρι διστάζει
πριν την υπογραφή,
πριν το χάδι,
πριν τον φόνο.

Είμαι αυτό που περισσεύει
όταν όλα έχουν ειπωθεί.

Το Γάλα

Homo sum: humani nil a me alienum puto, Terence, Heauton timorumenos, 77*


Είμαι λευκός και λίγο μαύρος.

Πλούσιος κι άπορος μαζί.

Λίγο μικρός, λίγο μεγάλος.

Άσχημος κάπως κι ευειδής.

Είμαι εγώ μα είμαι κι εσύ.

Και θα μπορούσα να είμαι κι άλλος

αν άλλο γάλα είχα πιει.

Είμαι παιδί τυχαίου χάρτη

που τον ορίζει από την αρχή.


*Άνθρωπος είμαι: τίποτα το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο, Τερέντιος, Αυτοτιμωρούμενος,77

Η Τοπιογραφία της Διάψευσης

Σαλόνι

Στον καναπέ βουλιάζει η θέση σου,
σκυλί του δρόμου κάποτε, στην άγρια νιότη.
Του σαλονιού σου ορίζεις πια τη γεωγραφία.

Ονειρεύεσαι επαναστάσεις,
κάπως αστείος
με τις πιτζάμες και τις παντόφλες παρά πόδα.

Συνομιλείς με τον Ερνέστο,
που σε κοιτάζει ακίνητος στο κάδρο,


και πνίγεις τους φασίστες
μες στο χλιαρό σου το φασκόμηλο.

Πλατεία

Άσπρα καράβια τα όνειρά σου·
τα έσερνες κάποτε
σε δρόμους, πλατείες, οδοφράγματα.

Τώρα μπερδεύτηκαν με τα άσπρα σου μαλλιά,
ρίξανε άγκυρα
στου νου σου τις ρυτίδες.

Κουφάρι άδειο,
το σέρνεις
σε άνευρες και ισχνές διαδηλώσεις.

Οι σύντροφοι λάκισαν στον πηγαιμό,
κι όσοι απόμειναν
φωτογραφίζονται μαζί,
με αίμα στα δόντια.

Με τη λύσσα της δικαίωσης στα ούλα,
σφίγγεις τα ξέφτια της παντιέρας
και περιμένεις την έκρηξη.
Να σε λυτρώσει.

Γραφείο

Έκοψες το τσιγάρο.
Πέταξες τα σπίρτα.
Το δήλωσες δημόσια·

Τώρα φοράς λευκό πουκάμισο
και αερίζεις τις αίθουσες των συσκέψεων.

Μα χρόνια κρύβεις το τελευταίο πακέτο στο συρτάρι.
Πίσω από τις εγκυκλίους,
δίπλα στις υπογραφές.

Το ανοίγεις.
Μετράς τα τσιγάρα.
Μετράς τους δρόμους.

Αύριο υπογράφεις
την απαγόρευση του καπνίσματος
στους δημόσιους χώρους.


Πατάρι (Επίλογος)

Η επανάσταση δεν ήταν όνειρο, 
ήταν δικαίωμα. 
Ακόμα είναι.
Κάπως ξεπερασμένο βέβαια, 
σαν ρούχο που στένεψε 
ή σαν παιχνίδι ξεχασμένο στο πατάρι.

Ατυχής Διατύπωση

 - Ώρα έχετε;

τη ρώτησα.

Εκείνη
πήδησε στον γκρεμό.

Δεν λογάριαζα
αυτή την απάντηση.

Με τρώνε οι τύψεις.

Τουλάχιστον, στο εξής,
θα προσέχω
τις ερωτήσεις μου.

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

Σκοπευτήριο


Το δίκιο είναι στο στάρι που ξεσκίζει το χώμα.
Στην κόρη του παιδιού που φυλακίζει την πρώτη βροχή.
Στο δέρμα που ανθίζει στο πρώτο χάδι.

Το δίκιο είναι στο βουητό της υψικαμίνου.
Στο τρέμουλο της λάμπας φθορισμού τη βάρδια.
Στο μουσκεμένο νάιλον των ντιλιβεράδων.
Στην αχνιστή ανάσα στις πρωινές στάσεις των λεωφορείων.
Στα χαμόγελα με τα σπασμένα δόντια
και τα σπασμένα φρένα.

Το δίκιο είναι στο αλάτι που πετρώνει τον μετανάστη.
Στην ανάσα που επιμένει κάτω από το γόνατο.
Είναι στον τοίχο της Καισαριανής.
Στο χαμόγελο που πνίγει η κουκούλα του μελλοθάνατου.

Το δίκιο είναι στο απόσπασμα.

Οπλίσατε!
Επί σκοπόν!
Πυρ!

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

Πορφυρά Μισοφέγγαρα

Αγαπημένη μου,

δε μου συγχώρησες ποτέ την προδοσία σου.

Το νιώθω.

Αν όμως κάποτε μάσησες το όνομά μου σαν σπασμένο γυαλί,

αν γύρεψες καταφύγιο στον γκρεμό του σώματός μου,

αν βύθισες τα χέρια σου στην ανοιχτή πληγή μου,

συγχώρησε τον εαυτό σου.


Ο έρωτας δεν είναι λευκή σημαία.

Δεν είναι συμβόλαιο να στάξεις ψυχρό μελάνι.

Γράφεται με νύχια που ξεσκίζουν τη ράχη.

Με κυνόδοντες που χαράζουν πορφυρά μισοφέγγαρα στην καρωτίδα.

Είναι σφαγείο ο έρωτας, Αγαπημένη.

Σερνόμαστε απ’ το μέτωπο με γόνατα γδαρμένα στα χαρακώματα,

με ιδρώτα που μυρίζει σκουριά,

με μελανιές να ανθίζουν στους ώμους,

με αίμα στα χέρια

που δεν ξέρουμε πια σε ποιον ανήκει.


Στον έρωτα προδίδεις πάντα εκδοχές του εαυτού σου.

Μια σαπίζει στο κατώφλι.

Άλλη φεύγει με σπασμένα πλευρά.

Κι άλλη επιστρέφει σέρνοντας τα πόδια της,

με τα χείλη φαγωμένα απ’ τα ίδια της τα δόντια.

Κρατώ ακόμη τη γεύση αυτού του αίματος

στη γλώσσα μου.


Και περιμένω.

Το Λουρί

Βγάζουν τη μοναξιά τους βόλτα.
Πρωί, βράδυ.
Την κρατούν με λουρί κοντό.
Τη μαλώνουν όταν γαβγίζει.
Εκείνη αγριεύει
όταν διασταυρώνεται
με τη μοναξιά του γείτονα.
Σφίγγουν τον κόμπο.
Τα περιττώματα σε πλαστικά σακουλάκια.
Μα η μυρωδιά ποτίζει τα ντουβάρια.

Κάποιες νύχτες
το σκυλί ουρλιάζει χωρίς λόγο.
Δυναμώνουν την τηλεόραση.
Το χαϊδεύουν στο κεφάλι.
Κι εκείνο ξαπλώνει στα πόδια τους,
τους κοιτά με μάτια ορθάνοιχτα.
Γλείφει τις πληγές τους.

Το πρωί
βγαίνουν πάλι.
Λουρί στο χέρι.

Ποιος κρατά ποιον;

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026

Στο Καθαρό


Τα γόνατά τους ύποπτα καθαρά.

Δεν έχουν συστηθεί στο χώμα.

Το χώμα, όμως, κρατάει λογαριασμό.

Θα μάθουν πως στη ζωή γράφεις απευθείας στο καθαρό.

Μόνος εσύ και οι αποφάσεις σου.


Προς το παρόν τρέμουν τη βροχή.

Κατηγορούν τον χειμώνα

και περιμένουν το δελτίο καιρού στο κινητό

να φέρει το καλοκαίρι

για να βγουν, στεγνά, στην αλάνα.

Τα νομίσματα

Το λουρί χαλάρωσε στο πεζοδρόμιο.

«Χρόνια πολλά».

Οι λέξεις της κύλισαν μπροστά μου
σαν νομίσματα από ξένη τσέπη.

Το χέρι μου έσφιξε το παλτό.

«Συγγνώμη, γνωριζόμαστε;»

Ένα αυτοκίνητο πέρασε.
Ο σκύλος μύριζε έναν στύλο.

Το πρόσωπό της, ανοιχτό.

«Όχι», είπε.
«Έτσι συνηθίζουμε σήμερα».

Το σακίδιο βάρυνε στους ώμους μου.
Ο σκύλος όρθωσε τ’ αυτιά.
Το λουρί τεντώθηκε ξανά.

Η ευχή μου κόλλησε στον λαιμό.

Δεν ξέρω αν την άκουσε.

Έφυγαν.

Έμεινα στο τσιμέντο
να κρατάω ένα κουτί
που δεν ήξερα
πώς να ανοίξω.

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

Πλαστικός Διόνυσος

 Στις πλατείες, η πόλη φοράει περούκα.

Στολές ραμμένες στα ξένα
μυρίζουν πολυεστέρα και κλεισούρα.
Ο ρυθμός συντονίζει την πέτρα. 
Η γη τρέμει.
Οι μάσκες σφαλίζουν στόματα.
Κορμιά κρουστά στην άσφαλτο,
αγκαλιά μ’ έναν Διόνυσο πλαστικό.
Σπαρταρώ στο τσιμέντο.
Το πλήθος κορυβαντιά
δίχως ιερή έκσταση.
Ο Πάνας σε σύνταξη. 
Η Αφροδίτη γεροντοκόρη.
Το φως τσακίζεται σε φτηνές πούλιες.
Ο Απόλλωνας αποστρέφει το βλέμμα.
Η έκσταση σε άρμα από φελιζόλ
τρίζει σε κάθε στροφή.
Κρατώ το πρόσωπο γυμνό,
ψάχνοντας το οξυγόνο μιας κρύπτης.
Εκεί που οι λέξεις βαραίνουν
κι η σιωπή κρατά
τη σωστή της ράχη.
Το πρωί, σκούπες.
Μαύρες σακούλες. Γκλίτερ στις ρωγμές.
Στο νερό της κρήνης επιπλέει μια μάσκα.
Τα μάτια της άδεια.

Ο Χειροπράκτης

Καλά ζύγια, λυσίκομη ουρά.
Σπάγκος τεντωμένος, να ξετυλίγει το παλιό δίλημμα:
υπάρχει ή δεν υπάρχει;

Μα έξω δεν βρήκα ουρανό.

Επέστρεψα.
Το πουλί νεκρό στο πάτωμα.
«Να λες ουρανός, κι ας μην είναι»,
θυμήθηκα τα λόγια του χειροπράκτη.

Στο κλειστό δωμάτιο, ο σπάγκος σάλεψε.
Ο αετός τινάχτηκε, χτύπησε στον σοβά.
Κι αφού δεν βρήκε ουρανό,
τον έσκαψε.

Έμεινα με τον σπάγκο κομμένο. 

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

Κυκλάμινο

Ο γκρεμός μπροστά σου ένας ανάσκελος λαιμός.
Δείχνει τα ασβεστολιθικά του δόντια.
Ο αέρας γδέρνει τον κερατοειδή.
Στεγνώνει το δάκρυ.

Παραδίνεσαι.

Στο κάθετο κενό, ο βράχος ιδρώνει αλάτι.
Κι εκεί, ένα κυκλάμινο,
μια φλέβα που αρνείται να κακαδιάσει.

Βελούδινη αιμορραγία γαντζωμένη στο χάος.
Σου φτύνει πορφύρα στα μάγουλα.
Επιβιώνει δίχως κόκκο χώματος.

Κι εσύ, με ολόκληρη γη στα πόδια σου, παραδόθηκες.
Ξύνεις τον αέρα με τα νύχια.
Παρακαλάς να γίνεις φύλλο, σκόνη, πουλί.
Μα η βαρύτητα δεν δέχεται μετάνοιες.
Καταλαβαίνεις πια.

Ο γκρεμός καρφώνει κυκλάμινα στα βράχια του
για να υπογράψει την πτώση σου.

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Ορυκτή Μοναξιά

Με το δάχτυλο να δείχνει
ένα μέλλον που δεν ήρθε,
στέκει οπλαρχηγός στην πλατεία,
δεσμώτης αλλοτινού καιρού, σε μαρμάρινη φυλακή.
Η φορεσιά του παλιομοδίτικη.
Οι ιδέες του, μούχλα και ναφθαλίνη.

Τη μέρα, οι περαστικοί τον προσπερνούν βιαστικοί.
Κάποιοι δεν τον γνωρίζουν.
Η μόνη δόξα του είναι οι φωτογραφίες
με ημίγυμνους τουρίστες.
Άλλοτε, μια παρέα πουλιών,
κι ας του λερώνουν τα παράσημα
και τις πτυχές της φουστανέλας.
Αυτά τουλάχιστον ξέρουν μονάχα από ουρανό.
Και τα στεφάνια των κουστουμαρισμένων
σε επετείους και γιορτές.

Σαν πέσει η νύχτα κι η πόλη πάρει ανάσα,
κάτι μέσα του ξυπνά·
οι αρμοί του τρίζουν.
Το σώμα λύνεται· 
το άλογο καλπάζει,
κι οι κορυφές των δέντρων, στο σκοτάδι,
γίνονται Σαρακηνοί.
Τα φύλλα δέχονται ανελέητα τα βόλια,
το γιαταγάνι βγάζει σπίθες.
Η ψυχή του σπάει την πέτρα που τον πνίγει
και λούζεται στο αίμα των εχθρών.
Ψηλώνει μέσα στον αχό.

Μα αν τύχει κάποιο ζευγάρι
να τραβηχτεί στη βάση των ποδιών του,
ξεχνά τη μάχη, τα παράσημα, τις τιμές.
Ακούει τις ανάσες τους,
τα τολμηρά τους χάδια.
Νιώθει το ζεστό τους αίμα,
κλέβει λίγη από την κάψα των φιλιών
και θυμάται που πριν γίνει πέτρα,
είχε κι αυτός καρδιά.

Μόλις η αυγή χαράξει την πρώτη αχτίδα,
το σώμα κοκαλώνει απότομα.
Το ορυκτό του πνίγει την κραυγή.
Ξανά ακίνητος.
Μεγαλοπρεπής και σοβαρός.
Δείχνει με το δάχτυλο το εμπρός,
μα η πλάτη του μένει
παγωμένη και μόνη.

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Δελτίο Μοναξιάς

Παλιά, βουτούσε με αποκοτιά μες τους ανθρώπους.

Πρώτος στα ξενύχτια,
στις χαρές  και στα σκοτάδια τους.
Ζούσε για τις παρέες.
Πρώτα έμαθε τους ανθρώπους.
Μετά τον εαυτό του.

Κάποτε ήρθε η άμπωτη.
Μια αργή αποστροφή.
Βαρέθηκε.
Τείχη δεν ύψωσε κανείς.
Ο κύκλος έκλεινε σιγά
κι η σιωπή έγινε ξαφνικά η πιο καλή παρέα.
Τρόμαξε με τη γλύκα της απόστασης.
Ντράπηκε κιόλας για την έξοδο·
που πρόδιδε το το αίμα του.
Κι όμως ακόμα τους πονούσε τους ανθρώπους.
Κατανοούσε απάτες και αυταπάτες.
Τους συγχωρούσε τα μικρά τους.
Μα οι κουβέντες του τον αποκοίμιζαν.

Τώρα, σκηνώνει καταμεσής της αγοράς.
Εκθέτει τη σιωπή του στη βουή.
Κρύβεται μες στο πλήθος.

Γίναμε τόσο πολλοί.
Κι η μοναξιά δεν φτάνει πια για όλους.

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

Κλινική Εθολογία

Η λιποταξία του αετού


Ο ουρανός, κλουβί χωρίς κάγκελα.
Κάθε βουτιά στο θήραμα, πρόβα να ριζώσει.
Τον έλκει η πέτρα.
Πεινάει για χώμα.
Το ελεύθερο πέταγμα, εξορία στη μοναξιά.
Η σφαίρα τον λυτρώνει.
Του επιστρέφει το βάρος που του έλειπε.
Πέφτει.
Ακίνητος. 
Γήινος.
Ασφαλής απ’ το κενό.

Στην επόμενη ζωή, θα έρπει.
Χωρίς ορίζοντα.
Με τη ζέστα της κοπριάς στην κοιλιά.


Αυτοάνοσο



Ο σκαντζόχοιρος δεν έχει κρίση.
Μόνο αγκάθια.
Το σώμα προλαβαίνει τη σκέψη.
Τρομαγμένος και τρομακτικός.

Να μη ματώσω.
Όταν ανοίγω ξανά,
η παλάμη σου έχει τραβηχτεί.
Μένω με τα όπλα μου.
Ακέραιος.
Ασφαλής.
Τελεσίδικα μόνος.

Ιδιοκτησία


Στο καβούκι της, το ανάγλυφο της ζωής.
Άκουσε τις βόμβες να πέφτουν.
Το άροτρο να σκίζει τη γη.
Το σύρσιμο μιας βαλίτσας.
Δύο αιώνες σέρνεται.
Μέτρησε τρεις γενιές νεκρών.
Ορφανή κι άτεκνη.
Κανένα χέρι πάνω της.
Κανένα στόμα να θρέψει.
Κουβαλάει όλο της το έχει.
Αργά.
Η σοφία της είναι η τσιγκουνιά της ανάσας.
Επέζησε, γιατί δεν βιάστηκε να φτάσει.

Κι εσύ ακόμα τρέχεις,
σε αγώνα από την αρχή χαμένο.


Ανακωχή

Σώμα με αγκάθια.
Με χαϊδεύουν.
Κατεβαίνω στο ζεστό σκοτάδι.
Το πλησίασμα θέλει ακρίβεια.
Δοκιμάζω το όριο.
Πόσο κοντά αντέχεις
πριν το πρώτο τρύπημα;
Συσπειρώνεσαι.
Χαμηλώνεις τις αιχμές.
Δύο λαβωμένα ζώα
που έμαθαν να αγγίζονται
χωρίς να ματώνουν.

Χρωστική

Ο χαμαιλέοντας δεν έχει δόλο.
Διαβάζει το φύλλο και το ντύνεται.
Αθώα άμυνα.

Εσύ είχες κι άλλα όπλα.
Μα άφησες τους άλλους να σε κατοικήσουν ολότελα.
Πληρώνεις νοίκι στο ίδιο σου το δέρμα.
Ντυμένος πάντα κάποιον άλλο, μιλάς
κι η φωνή σου μια χορωδία παράφωνη.
Τη νύχτα, το ερπετό ανασαίνει το πράσινό του.
 
Εσύ γυρνάς στο σπίτι.
Γδύνεσαι.
Και δεν βρίσκεις τίποτα να φορέσεις.


Η Άνοιξη του Ενός 

Με το κελαηδητό σου ανοίγουν παντζούρια. 
Ορκίζονται στο άσπιλο φτέρωμα· 
αναζητούν τους ομοίους σου.
Κανείς δεν κοιτάζει τα σπασμένα τσόφλια στη λάσπη. 

Ξέρασες τον πανικό σου στα σεντόνια μου.
Κι όσο το πλήθος σε έραινε άνθη, 
εγώ κλωσούσα κάτω απ’ το δέρμα μου μια ψυχρή πέτρα 
ώσπου ράγισε.

Ένα τυφλό, ξένο ράμφος σκίζει το στήθος μου. 
Απαιτεί αέρα.
Γκρεμίζει τις αναπνοές μου, μία μία, στο κενό. 
Κάνει χώρο για τον όγκο του.

Εσύ, ψηλά στο κλαδί, μοιράζεις λιακάδα. 
Απολαμβάνεις το ωσαννά.

Όμως κανένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη. 
Την καταπίνει ζωντανή 
και φτύνει τα κόκαλά της στο μπαλκόνι μας.

Μοναχικός Λύκος

Στο κρύο, η ανάσα του ήταν κάποτε ζευγάρι.
Τώρα, η σιωπή έχει δόντια.
Τον ξέρασε η αγέλη ή σάπισε ο δεσμός, δεν ξέρει.
Έμαθε το βάδισμα που καταπίνει τα ίχνη του.
Ουρλιάζει χαμηλά, μια δόνηση στον λαιμό,
ίσα να βεβαιωθεί πως το σώμα του κατοικείται.
Το φεγγάρι τον προδίδει στο θήραμα, γυμνό.
Η ελευθερία του δεν έχει σάρκα· μυρίζει σήψη.
Χώνει το ρύγχος σε μαύρες σακούλες της πόλης,
ξεσκίζει νάιλον.
Καταπίνει αποφάγια,
κι η μνήμη του γλείφει φρέσκο αίμα.
Η μοναξιά του είναι λάσπη που καρφώνει στα νύχια.

Ένα ουρλιαχτό που πνίγεται στην εξάτμιση,
μια σκιά ανάμεσα σε φώτα αυτοκινήτων.
Στο τέλος, θα κατασπαράξει τις ίδιες του τις σάρκες
για να μη βρουν τίποτα οι γύπες.

Κι όμως.
Θα ζήσει.
Γιατί το χέρι που τον ταΐζει είναι το δικό μας,
κρυμμένο βαθιά,
ποτισμένο λύσσα και πληγωμένη περηφάνεια.

Το Χρυσόψαρο

Μια πορτοκαλί αστραπή ασφυκτιά σε πέντε λίτρα νερό.
Κάνει τον γύρο του κόσμου ασκαρδαμυκτί.
Το κάστρο είναι πλαστικό, το φυτό ψεύτικο,
ο ορίζοντας κυρτός.

Ανοίγει το στόμα.
Μια σιωπηλή φούσκα ανεβαίνει, σπάει στην επιφάνεια.
Κολλάει τη μούρη στο γυαλί.
Σε βλέπει τεράστιο, παραμορφωμένο.
Νομίζει πως είσαι η έξοδος.

Νομίζεις πως το κοιτάς.
Τραβιέσαι πίσω.
Κάνεις τρία βήματα: καναπές, ψυγείο, μπαλκόνι.
Κάνεις στροφή.
Μπαλκόνι, ψυγείο, καναπές.

Ο αέρας στο δωμάτιο έχει την ίδια γεύση με χθες.
Ανάβεις το γυαλί.
Το ενυδρείο αλλάζει.
Το νερό πλημμυρίζει το σπίτι.
Φωσφορίζεις στο μπλε της οθόνης.
Ακίνητος.

Ανοίγεις το στόμα.
Καταπίνεις εικόνες.
Ξεχνάς τι είδες στο προηγούμενο καρέ.
Πίσω από το απέναντι παράθυρο,
ένας άλλος δεσμοφύλακας χτυπά στο τζάμι.
Είσαι βυθισμένος, δεν τον ακούς.

Η πόλη, τη νύχτα, ένα μπλε ενυδρείο.
Αμέτρητα ψάρια.
Κολυμπάμε επί τόπου.


Και περιμένουμε το Χέρι που θα αλλάξει το νερό.

Αποδημητικά πουλιά

Ήρθε λιγότερος απ’ όσο ξεκίνησε.
Στη διαδρομή
πλήρωσε τα ναύλα του στον άνεμο·
τον τάισε με τα ίδια του τα σπλάχνα
για μια φυγή που δεν αποφάσισε,
για έναν άγνωστο ορίζοντα.

Ηγέτης και ουραγός μιας άδειας πανοπλίας,
με το ένα μάτι άγρυπνο,
έφτασε ίσκιος.

Τώρα, στημένος στο ένα πόδι,
ακροβατεί πάνω στην άρνηση της γης.
Κρατά τη γύμνια του ζεστή στα πούπουλά του,
έτοιμη
σαν αλλάξει ο καιρός.
Δεν ξεκουράζεται.

Μόλις ξεσπάσουν οι βροχές θα θυμηθεί την κατάρα του:
πως για να υπάρχει πρέπει διαρκώς να λείπει·
πως η μόνη του πατρίδα είναι ο ουρανός,
εκεί που μαζί με τους συντρόφους
θα φτιάξουν πάλι με το πέταγμά τους
το σύμβολο της αντεστραμμένης νίκης·
τη μόνη που γνωρίζει ο άνθρωπος.

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

Οψιφανής

Τρέμει το χέρι στον εξάντα.

Οι σημειώσεις, χάρτες ναυαγίων.

Όσο το σώμα ήταν ελαφρύ

κι ο ήλιος έκαιγε στη χούφτα,

ήμουν τυφλός.

Αγνοούσα την Άρκτο·

είχα τον ουρανό στην τσέπη.

Τώρα, σημαδεύω με ακρίβεια τον Σείριο.

Μα η κόρη αρνείται το φως.

Έμαθα τις τροχιές των άστρων,

όμως η νύχτα μού σφαλίζει τα μάτια.

Σπατάλησα το φως.

Ούτε ένα δράμι απόθεμα

για τη φωτιά

που έμαθα, αργά, ν’ ανάβω.

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Ποιήματα της μικρής μας πόλης

Παλίμψηστο

Λατινικά διατάγματα
σφραγισμένα με ντόπιο αίμα.

Το ασβεστολιθικό δέρμα ξεφλουδίζει.
Αποκαλύπτει λάσπη
και τρίχες ζώων.

Μια τάφρος ανασαίνει σκοτάδι,
ψίθυροι ψημένοι
στον ήλιο της ερήμου.

Κάτω από τη Λότζια
τα κεραμίδια
καίνε ακόμη
απ’ τη φωτιά του Φωκά.

Λιθάρι που διψά.
Κρήνες με μαρμάρινα στόματα
στερεμένες από ροδόνερο.

Κι οι μιναρέδες,
κομμένα δάχτυλα,
δείχνουν
έναν εξόριστο θεό.

Στον Λάκκο,
ένα κεντημένο κιλίμι της Σμύρνης
στεγνώνει
πάνω στην ενετική ντάπια.

Χάνδακας.
Κάντια.
Μεγάλο Κάστρο.
Ηράκλειο.

Άλλα ονόματα.
Άλλα οστά. 

Τον ίδιο τάφο ψηλώνουν.

Έντιμη πλάνη


Προτού το αίμα πνίξει το Βεζύρ-ταρσί,
την έλεγαν Οδό της Πλάνης.

Ανέβαινε απ’ τη θάλασσα με φόρα
και φρέναρε στις λάσπες της Τουρκόπολης.

Μπροστά, η βιτρίνα.
Ο δρόμος έστηνε το δίχτυ:
κίονες, αετώματα, μάρμαρα λευκά.
Παρίσι από γύψο.

Μετά το φονικό, την είπαν 25ης Αυγούστου.

Κι όμως, το πιο σωστό θα ήταν
να την πουν απλώς ζωή.
Ξεκινούσε πέλαγος,
κατέληγε λακούβα.

Ή ας άφηναν, τουλάχιστον, την Πλάνη.
Πιο τίμιο θα ήταν.

Ξενία

Μεταξύ παλιάς πόλης και λιμανιού,
στο χείλος του προμαχώνα,
μεταξύ Κρήτης και κόσμου,
υψωνόταν κάποτε το Ξενία
για να δώσει στο κύμα μια καρέκλα.

Να ξαποστάσει το αλάτι.
Να νοστιμήσει η διαμονή.
Να συστηθεί ο ξένος με το όνομά του.

Τώρα ο προμαχώνας άδειασε.
Το κτίριο διαλύθηκε σε χιλιάδες όμοια κουτιά.
Τα μετέτρεψαν σε κλειδοθήκες με κωδικούς,
τις κάρφωσαν στα κουδούνια της πόλης.

«Self check-in».
4,9 αστέρια.
Άφιξη μετά τις τρεις.

Η πόρτα ανοίγει μόνη της.

Λάκκος

Στην πίσω τσέπη των τειχών, η γούβα.
Όλα τα απόνερα της πόλης κατρακυλούσαν εδώ.
Φερτά υλικά και σώματα διωγμένα.
Σπίτια-κουρελούδες, ραμμένα με σιωπή.
Μια τρύπα που κατάπινε αποτσίγαρα κι ιστορία.
Ο καπνός έδενε κόμπο την ανάσα,
μια χορδή έγδερνε το κόκκαλο της νύχτας.
Στις γωνίες κόκκινες λάμπες.
Το αίμα στέγνωνε πριν γίνει κραυγή.
Νταβατζήδες μετρούσαν χρυσά δόντια
και πλαστικές σύριγγες στη λάσπη.

Τώρα, στρώση σπρέι στο σάπιο δόντι.
Γκουρμέ πιάτα, δερμάτινα σανδάλια, εσπρέσο.
Από πάνω, ένας τσιμεντένιος Φαραώ
κρύβει τον ήλιο.

Αν όμως ξύσεις τον φρεσκοβαμμένο τοίχο,
ακούγεται ακόμη ο βήχας των προσφύγων.
Ο σοβάς ξερνά
σπέρμα, χασίσι, φτηνό οινόπνευμα.

Campo Marzio


Η στεριά υποχώρησε.
Το θαλασσινό νερό έπνιξε τους ευκαλύπτους,
παρέσυρε τον πασατέμπο και τον ίσκιο.
Υψώθηκαν κατάρτια από μπετόν,
τσιμεντένιες αγχόνες για ανθρώπους ή θεωρεία για πετεινά.
Ένα καράβι βουλιαγμένο στην άσφαλτο.
Το κατάστρωμα στρωμένο με αλαζονεία.
Λευκό μάρμαρο που στραβώνει τον Αύγουστο
και τσακίζει κόκαλα τον χειμώνα.

Πριν τον κατακλυσμό, οι καρέκλες σε παράταξη·
να μην αγκαλιάζουν το τραπέζι,
να καρφώνουν πάντα την πλατεία.
Μια σειρά μάτια καταπίνουν μια κυριακάτικη παρέλαση
που ονειρεύεται κεραμίδι.

Σήμερα, λαμαρίνες και πλαστικό.
Η καρδιά της πόλης σε μόνιμη διασωλήνωση,
κομπρεσέρ ξηλώνουν το χθεσινό λάθος.
Ο Άρης νικημένος χρόνια στο Πεδίο του.
Κανείς δεν θυμάται τις Τρεις Καμάρες.

Κι η ελευθερία ένας διάδρομος
ανάμεσα σε δύο εργοτάξια.

Το Gemini είπε

Τάφος

Αφορισμένο χώμα. 
Η πέτρα του κατακτητή 
φρουρεί έναν ξύλινο σταυρό.
Προμαχώνες και τάφροι. 
Πέτρα πάνω στην πέτρα 
να κρατηθεί ο φόβος μακριά. 
Πολεμίστρες ανοιχτές στον ουρανό.

Στο Μαρτινέγκο φυσάει πάντα. 
Οι ριπές του ανέμου 
πνίγουν  φόβους κι ελπίδες.

Και η λευτεριά μια λέξη 
πάνω σε ξύλο που σαπίζει.

Λαβύρινθος AMOLED

Στη νότια ραφή της πόλης,
οι κόκκινες κολώνες του Έβανς,
ένα ξεδοντιασμένο στόμα.
Ο λαβύρινθος έχασε την οροφή του·
έμειναν μόνο χαράγματα στο χώμα.

Ο ένοικος έλειψε.
Μα το θηρίο δεν πέθανε·
άλλαξε δέρμα και κρύπτη.
Ο φόρος αίματος εισπράττεται
από νέους που καταφθάνουν ακίνητοι.

Μπαίνουν στις νέες καταπακτές
με τη ζέστη του κρεβατιού στο δέρμα.
Ταΐζουν τα νιάτα τους στον αλγόριθμο,
παίζοντας το αρχαίο δράμα σε οθόνες AMOLED.

Ο Θησέας λιποτακτεί στον πρώτο διάδρομο.
Ο Δαίδαλος χρεοκοπεί πουλώντας σχέδια πτήσης.
Κι η Αριάδνη κόβει με τα δόντια τον μίτο,
τον δένει θηλιά στον ουρανίσκο της.

Πίσω στην Κνωσό, οι πέτρες κρυώνουν.
Το αληθινό σφαγείο ανασαίνει δίπλα τους.

Βικελαία (Αχτάρικα)

Μια πέτρινη μέγγενη στον σβέρκο του Ηρακλείου,
σφίγγει τα κόκαλά του.
Στο υπόγειο, η Πύλη Voltone κατάπιε τον δρόμο της.
Τυφλή καμάρα, μπουκωμένη με χώμα.
Κανένας ιππότης. Μόνο τύμβος και μούχλα.
Δίπλα, οι φλέβες του υδραγωγείου χάσκουν·
στεγνοί λαιμοί, φραγμένοι από τον ασβέστη.
Πιο μέσα, η ενετική Signoria ταριχευμένη.
Λατινικά μελάνια μετρούν ακόμα
σιτάρι, μπαρούτι και αίμα
πάνω σε ράχες γδαρμένων ζώων.
Παραπάνω, τα χαρτόκουτα του Σεφέρη.
Ο ποιητής σε νάρκη.
Τα αγάλματά του στριμωγμένα
με τα διατάγματα των Δόγηδων.
Μάρμαρο και χαρτί στην ίδια εντατική.
Έξω, στα Λιοντάρια,
ακριβώς πάνω απ’ τον θαμμένο θόλο
ξένοι γλείφουν παγωτό βανίλια.
Μέσα, η σιωπή έχει βάρος μολυβιού.
Γυρίζεις μια σελίδα
κι ακούς τη σκουριασμένη αλυσίδα της Voltone
να σφίγγει.

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

Υγρό εκμαγείο


ἐπεί δ᾽ ἀνῆλθε λαμπρόν ἡλίου φάος,
ὁρῶμεν ἀνθοῦν πέλαγος Αἰγαῖον νεκροῖς
Αἰσχύλος, Αγαμέμνων (658–659)


Το νερό θυμάται το σχήμα κάθε πνιγμένου.

Κρατά το κενό που άφησε ο θώρακας 

την τελευταία φορά που ζήτησε αέρα.

Τη γωνία του γόνατου, 

όταν η βάρκα έγινε ξύλο και το ξύλο βυθός.


Εκεί κάτω, το αλάτι δεν διαβάζει ονόματα.

Μένει μόνο το εκτόπισμα των σωμάτων.

Το νερό σέβεται τις λεπτομέρειες: 

την καμπύλη της πλάτης,

τη γροθιά που έσφιξε το ψεύτικο σωσίβιο, 

το μικρό σχήμα ενός παιδιού.


Το Αιγαίο γεμίζει κενά.

Στο σκοτάδι, το ρεύμα τακτοποιεί τα βάρη του.

Η νέα πατρίδα είναι πανδέγμων.

Στοιβάζει τα σχήματα 

σε μια πυκνή, σιωπηλή ταρίχευση.

Στέκονται μετέωρα στο ρεύμα, 

σε μια βίαιη συσσωμάτωση με χέρια ανοιχτά.


Στο πρώτο φως η επιφάνεια σιδερωμένη.

Λέμε πως η θάλασσα γαλήνεψε.

Μα το νερό θυμάται.

Μας επιστρέφει το βάρος.


Εμείς, πάλι,μετράμε το ύψος του κύματος, 

διαβάζουμε τα ανεμολόγια

και φυσάμε πίσω την ευθύνη 

με όση ανάσα μας περίσσεψε.

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Τέσσερις εποχές

 

I.
Ο χειμώνας φοράει
το τοπίο
ανάποδα.

II. 
Η άνοιξη είναι
από τη φύση της
κοκέτα.

III. 
Το καλοκαίρι καίει
τις ενοχές
του σώματος.

IV. 
Το φθινόπωρο επιστρέφει
στο γυμνό.

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Γονικός έλεγχος

Μάνα, κόψε τα νανουρίσματα.

Μην ξαγρυπνάς στο προσκεφάλι μου.
Και προπαντός, πάψε να με ξυπνάς.

Είμαι μεγάλος πια.

Κι εσύ
δυο χρόνια τώρα

πεθαμένη. 

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Βαρέα και Ανθυγιεινά

Δευτέρα

Αφαιρώ τα επίθετα σαν να βγάζω καρφιά από παλιό τοίχο.
Στο τέλος, μένει μόνο η τρύπα.
Ακουμπώ το μάτι μου.
Σκοτάδι.

Τρίτη
Μεταφέρω τη θάλασσα στο δωμάτιο με τις χούφτες.
Στο χαλί φτάνει μόνο αλάτι και υγρασία.
Μετράω τα υπολείμματα.

Τετάρτη
Ανοίγω ένα παλιό τραύμα με το νυστέρι.
Εξετάζω τα εντόσθιά του χωρίς αναισθητικό.
Ο νους μου στο μαχαίρι.

Πέμπτη
Ταΐζω το χαρτί με τις σπαταλημένες ώρες.
Το κήτος παχαίνει.
Εγώ λιγοστεύω.

Παρασκευή
Μαζεύω πέτρες που πετούν στα σκυλιά.
Τις πλένω.
Τις βάζω δίπλα στα κρύσταλλα.
Απέχουν με πείσμα ορυκτού.

Σάββατο
Τρίβω τη σελίδα με γυαλόχαρτο.
Η λέξη λεπταίνει.
Ξύνω μέχρι να φανεί το ξύλο.
Μέχρι να πιαστεί το χέρι.

Κυριακή
Ταξινόμηση εργαλείων.
Καθαρισμός της πληγής.
Τα εργαλεία καθαρά.
Το χέρι ακόμα βρώμικο.

Η ποίηση δεν σώζει.

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

Ανιστόρητοι

Τα δεινά επιστρέφουν με προβιά νέα.

Η Ιστορία ξαναδένει τα κορδόνια της.
Βηματισμός χήνας δονεί το πλακόστρωτο.

Το γρασίδι πνίγεται κάτω απ’ τη μπότα.
Ένας σωτήρας υψώνει τη μπαγκέτα.
Πρώτα τρελός. Θεός μετά.
Ιαχή στο μπαλκόνι.
Σιωπή στο σφαγείο.

Η ελπίδα ακονίζει μαχαίρι.
Η γνώση νιώθει πρώτη το κρύο μέταλλο.
Αιμορραγεί στο χαρτί της·

μένει η φρίκη της λεπτομέρειας.

Βλέπω ήδη τις πιτσιλιές στον τοίχο,
τους συνεπιβάτες να μεθούν απ’ την ταχύτητα.

Τη διάψευση ικετεύω.
Με δικάζει η επιβεβαίωση.

Επιταχύνουμε.
Ο τοίχος περιμένει.
Πάντα περίμενε.

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Πρόσωπα του Σίσυφου

Εισαγωγή

Τα ποιήματα αυτά δεν αφηγούνται έναν μύθο· δοκιμάζουν τρεις στάσεις απέναντι στο ίδιο βάρος. Η καθεμιά τους νιώθεται, μα σε βγάζει σε διαφορετικό μονοπάτι. Εσύ διαλέγεις το δικό σου. 

Πολήμυτις 

Στέκεσαι στην κόψη.
Ένα πόδι στο χώμα, ένα στον γκρεμό.
Δένεις τον Θάνατο.

Κλέβεις απ’ τη ζωή ένα χαμόγελο:
κρασί και στήθος γυμνό.
Για μια νύχτα ο κόσμος δεν τελειώνει.

Ύστερα, η αιωνιότητα εκδικείται τη σάρκα.

Η Πέτρα είναι τεράστια.
Η Πλαγιά, ατελείωτη.
Ο ώμος σου σπάει,
ποτάμια φουσκώνουν στον λαιμό.
Το μάγουλο ριζώνει στην ψύχρα του βράχου.
Ο ιδρώτας ζυμώνει τη λάσπη.
Αίμα στα γόνατα.

Στην κορυφή η βαρύτητα κερδίζει.
Ο βράχος φεύγει.
Κοιτάς τον ουρανό και γελάς.

Δεν λογαριάζεις ύψος, ούτε κλίση, ούτε κόπο.
Ξέρεις πια:
στην ίδια πέτρα σκοντάφτεις.
Πάντα.

Με το χαμόγελο που ξεγέλασες τον Θάνατο,
σκύβεις.
Καμία αντίσταση.
Κανένα παράπονο.

Το φορτίο σε περιμένει.
Ο βράχος γίνεται προέκταση του κορμιού σου,
δικό σου βάρος.

Τον σπρώχνεις.
Πάνω.
Πάνω.
Πάνω.

Μέχρι το τελευταίο γόνατο να σπάσει.
Μέχρι η ανάσα να κολλήσει στα δόντια.
Μέχρι το τελευταίο χαμόγελο να γίνει πέτρα στα χείλη.

Όλα καλά.

Πεπρωμένο που το κοίταξες κατάματα, αυτοκτονεί.

Δεσμώτης

Αξιώθηκες πάλι την κορυφή.

Με το σώμα συνήθισε κι ο νους.

Στην κόγχη του ματιού, η άλλη πλαγιά.

Εκεί, η κατηφόρα δεν έχει όνομα.

Το κενό χάσκει αχαρτογράφητο.

Μια σπρωξιά κι η κατάρα σπάει.

Όμως το χέρι παγώνει.

Το μάτι σκοντάφτει στις ξένες πέτρες,

σε αιχμές που δε σε πλήγωσαν,

σε γκρεμούς που δεν μέτρησες με το αίμα σου.

Το σώμα ζητά τη γνώριμη πληγή.

Τα δάχτυλα κλειδώνουν στις παλιές εσοχές.

Μηχανικά, σαν προσευχή,

κλωτσάς τον βράχο πίσω.

Στο δικό σου αυλάκι.

Ο ήχος της πέτρας στο ροβόλημα, νανούρισμα.

Ανασαίνεις βαθιά. Ησυχία.

Η φυλακή σου είναι ασφαλής.

Είσαι πάλι ο Σίσυφος.


Μηχανικός

Η πέτρα κυλά.
Όπως πρέπει.

Το βουνό εκτελεί το έργο του.
Η κλίση βοηθά.

Κι εσύ εκεί.
Αχθοφόρος της ανάγκης.
Η πέτρα σου κρύβει το πρόσωπο.
Το σώμα σου μοχλός.
Οι μύες συσπώνται.
Παράγουν έργο.

Η βαρύτητα καταπίνει τη θέληση.
Μετράς μόνο διανύσματα.
Η τροχιά αγνοεί το δίκαιο.

Η ουράνια μηχανική
επιτάσσει τα μέλη σου για να κινηθεί.
Τρίβει τα κόκαλα,
να γίνει αυτό που πρέπει:

Η πέτρα κάτω.
Εσύ πάνω.

Η εξίσωση γέρνει.

Επίμετρο

Δεν υπάρχει λύση εδώ, ούτε επιμύθιο.
Μόνο κίνηση που επαναλαμβάνεται, αέναη όσο υπάρχουν άνθρωποι.

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Εν αφθονία











Στα χείλη του ποτηριού

μια μύγα χορεύει.

Ένας λευκός ωκεανός την καλεί.
Το στομάχι ζητά σταγόνα·
το μάτι ποταμό.

Κυκλώνει το υγρό,
χαράζει τον χώρο.
Δοκιμάζει λαίμαργα
το κρύσταλλο.

Γλιστράει.
Το γάλα τη ρουφά
σαν μαύρη τρύπα.

Θάνατος εν αφθονία.

Κι εσύ, σκυμμένος πάνω απ’ το ρυπαρό ναυάγιο,
ψηλαφείς με τρόμο τον λαιμό σου:

πόσους ποταμούς αντέχει; 

Η Θητεία

 


Στην πηγή το νερό αρνείται το όνομά του.

Ξεχύνεται άναρχο,
αγνό,
άκτιστο.

Ύστερα εγκλωβίζεται σε σχήμα.
Μαθαίνει την όχθη.
Συναντά τους ανθρώπους,
ακούει το όνομά του.
Υποκλίνεται.
Μπαίνει στη δούλεψη.

Ξεπλένει τη σκόνη του κόσμου.
Σπαταλιέται στο στάρι.
Σβήνει σε ξένα στόματα.
Θυσιάζεται.

Ζυμώνεται με λάδι,
κρασί,
αίμα,
εκκρίσεις,
καταπίνει κρίματα
ανεκλάλητα.

Ώσπου θυμάται.
Αφρίζει.
Διψάει για αίμα.
Θάβει ανάσες
και θεμέλια.

Μες τη λάσπη, διψά για φωτιά.
Να εξατμιστεί.
Να κρύψει μες το σύννεφο το όνομά του.

Ας το πουν
βροχή, ομίχλη ή υγρασία.
Αδιάφορο.

Εκείνο ξέρει πια:
ουρανός αδιάβαστος δεν υπάρχει.


Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Δελτία Ενυπνίου

Ζούμε μέσα σ’ ένα όνειρο που τρίζει σαν το ξύλινο ποδάρι της γιαγιάς μας...

Διονύσης Σαββόπουλος



Εισαγωγή
Νύχτα-εργοτάξιο.
Τα υλικά της νύχτας έρχονται λαθραία, χωρίς τιμολόγια.
Μια σειρά από δωμάτια χωρίς πόμολα.
Εδώ δεν κοιμάσαι· απλώς παραδίδεσαι στη δικαιοδοσία των ειδώλων σου.
Προσοχή: οι ερμηνείες δαγκώνουν.
Οι φροϋδιστές παραμονεύουν στις ραφές της πιτζάμας.

Α. Η Εισβολή

1. Άσυλο
Φτάνει χωρίς χαρτιά από χώρες άγνωστες.
Φεύγει πριν ξημερώσει·
σ’ αφήνει στο σύνορο.

2. Ρωγμή
Πέρασμα στον χωρο-χρόνο.
Δεν ξέρεις αν πέρασες εσύ
ή αν πέρασαν οι απόντες.

3. Αλήτης
Κοιμάται εκεί που λύνουν οι κόμποι σου.
Το πρωί δραπετεύει.
Σου αφήνει μόνο τη μυρωδιά του.

4. Κατάδυση
Βυθός που ανεβαίνει.
Καταπίνει το σπίτι, τα ρολόγια, το σώμα.
Αναδύεσαι με αλάτι στα μάτια.

Β. Η Σκηνοθεσία

5. Default
Κάθε βράδυ ψιθυρίζει υποσχέσεις μεταχειρισμένες.
Ίδια ψέματα.
Άλλοι πελάτες.

6. Audition
Στο σανίδι, πτώσεις χωρίς πρόβα.
Το χειροκρότημα, μια σιωπή.
Παράσταση για έναν.

7. Replay
Φθαρμένο φιλμ.
Ξέρεις πότε έρχεται η σφαίρα.
Δεν σκύβεις ποτέ.

8. Χαφιές
Προδίδει τις κρύπτες της μέρας.
Με το πρώτο φως καταπίνει τη γλώσσα του.

9. Λούπα
Η βελόνα σκαλίζει την πληγή.
Δεν παίζει μουσική·
μόνο παράσιτα.

Γ. Το Βάθος

10. Λαβύρινθος
Λαβύρινθος με τον μίτο κομμένο.
Η έξοδος, το στόμα του τέρατος·
κι έχει το πρόσωπό σου.

11. Εφιάλτης
Τη νύχτα προδίδει τα Στενά.
Στα χέρια του οι ελπίδες σου·
σαΐτες και δόρατα.

12. Salto Mortale
Πτώση χωρίς σώμα.
Η αφύπνιση, μια αναβολή
πριν συστηθείς στο έδαφος.

Δ. Ο Καθρέφτης

13. Διαλογή
Το βράδυ, ένας σπασμένος καθρέφτης.
Κάθε γυαλί κι ένας εαυτός.
Ποιον να μαζέψεις;

14. Πορτρέτο
Κάθε νύχτα γερνάει στη θέση σου.
Ξυπνάς νέος, φορώντας ξένες ρυτίδες.

15. (Αν)oρθογραφία
Ψιθυρίζει χωρίς σημεία στίξης.
Συλλαβίζεις·
σαν να έχεις χρόνο.

16. Στίγμα
Γυμνό.
Σκιά αγνώστου πατρός·
αρνείται το φως που το γέννησε.

Ε. Η Συναλλαγή

17. Δοσοληψία
Έμπορος της νύχτας.
Πληρώνεται την αυγή·
τοις μετρητοίς.

18. Παραχάραξη
Νόμισμα κάλπικο.
Μόλις το τσεπώσεις, οξειδώνεται·
σε λερώνει η σκουριά του.

19. Ένστικτο
Το πρωί σε περιμένει.
Του φοράς το λουρί·
δεν ξέρεις ποιος κρατά ποιον.

20. Εξάρτηση
Λυσιμελές.
Εισβάλλει στις κλειδώσεις.
Περιφέρεις τη στέρηση μες στη μέρα.

ΣΤ. Η Έξοδος

21. Αφύπνιση
Συσπάται στο φως.
Κληρονομείς το σχοινί.

22. Το Ερείπιο
Σπίτι που γκρεμίζεται στην αυγή.
Σκάβεις με τα νύχια
για τα τιμαλφή σου.

23. Επίλογος
Παριστάνει την αρχή.
Τα κουρέλια της μνήμης
ολοκληρώνουν τη μεταμφίεση.

Ζ. Το Κατάλοιπο

24. Νόστος
Μόνη πατρίδα.
Ξενιτιά το φως, ώσπου η νύχτα
να σε ξεβράσει πάλι ξένο στην ακτή.

25. Χρησμός
Γράφει τη μοίρα σου.
Εσύ αγράμματος.

Επίμετρο

Το πρωί είναι ένα σχοινί που περισσεύει.
Η μνήμη, νόμισμα που οξειδώνεται στο πρώτο φως.
Δεν είναι ποίηση, είναι το δακτυλικό αποτύπωμα του ξένου που κατοικεί μέσα σου.
Αναδύεσαι· με το αλάτι της νύχτας, κόκκο, στις κόρες των ματιών. 

Έχεις ακόμα λίγο εαυτό να χάσεις, αν τα βράδια ονειρεύεσαι.

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

Γεωδαισία του Εντός



Λονδίνο, Άμστερνταμ ή Βερολίνο· 
δεν έχει σημασία ο προορισμός. 
Τι με νοιάζει η ομίχλη του Τάμεση 
ή το κρύο των καναλιών; 
Όλοι οι δρόμοι πια οδηγούν σε μένα.

Η πόλις δεν με ακολουθεί. 
Εγώ της δίνω σχήμα. 
Είμαι ο τυφλός πολεοδόμος της εντός μου επικράτειας, 
υφαίνω τις λεωφόρους της με την κλωστή της αγρύπνιας.

Αναστηλώνω το κέντρο με τα συντρίμμια της εστίας, 
κι όταν η ερημιά μου ζητάει βοή, 
επινοώ πλήθουσα αγορά από τον πηλό των παλιών μου ειδώλων 
και δραπετεύω.

Ρυμοτομώ την άβυσσο· 
κι όταν ο νταλκάς με πνίγει, 
λοξοδρομώ σε στενωπούς υποψίας,
στα υαλόφρακτα προάστια της απάθειας 
να επιβάλω στο αίμα τη γεωμετρία του πάγου.

Λιμάνια δεν προβλέπονται· 
τη θάλασσα εδώ δεν σχίζει καρίνα,  
κι οι ουρανοί μου, ακατοίκητοι από σίδερο, άγγελο ή πούπουλο.

Κι έτσι περίκλειστη κι ολοδική μου η πόλη μου 
μοιάζει σαν ήλιος που δεν χρειάζεται ουρανό.

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

Ύποπτος Φυγής



Μικρός το ’σκαγες συχνά απ’ το σπίτι·
ήσουν πάντα ύποπτος φυγής,
λαθρεπιβάτης τρένων, πλοίων, αεροπλάνων,
ακόμα και βιβλίων,
με την ανυπομονησία των μεγάλων ταξιδιών.

Το ταξίδι πια σε αφήνει αδιάφορο.
Να φύγεις; Να πας πού;
Εδώ, στα δικά σου ερείπια θα μείνεις.
Στη ρυμοτομία που έχτισες με τα μπάζα της αυλής σου,
εδώ που η θάλασσα έγινε πηγάδι
κι ο ορίζοντας γκράφιτι στη μεσοτοιχία
της διπλανής πολυκατοικίας.

Θα προσμένεις όρθιος και μόνος
να σωριαστούν και τ’ άλλα ετοιμόρροπα.
Δεν υπάρχει λιμάνι, δεν υπάρχει φυγή.
Μόνο το βάθος της στέρνας
και η οσμή της μούχλας που απόμεινε
η μόνη σου πατρίδα.

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

Ανθρώπινη Μηχανική

Προειδοποίηση

Το παρόν παραδίδεται χωρίς εγγύηση· τα υλικά είναι προγραμματισμένα για φθορά. Δεν διατίθενται γνήσια ανταλλακτικά. Μετά την εκκίνηση δεν υπάρχει επιστροφή.

Κύλιση


Περπατούρα.
Το σαλόνι πίστα.
Το πόδι δοκιμάζει το πάτωμα,
μαθαίνει το βάρος.
Το σώμα παίρνει ώθηση,
ανεβαίνει, τεντώνει.
Τα χέρια σημαδεύουν τα ύψη,
κραυγές χαράς.

Το κορίτσι πίσω.
Το χέρι στύβει το γκάζι.
Στις στροφές τα γόνατα ξύνουν τον δρόμο.
Ο αέρας τραβάει τα μάγουλα,
κόβει την ανάσα.

Ο αέρας δεν φτάνει.
Τα χέρια σπρώχνουν,
το καρότσι κυλά.
Το σώμα ζητάει ώθηση.
Βρίσκει τρόπο:
από το ισχίο
στις παλάμες.

Το Μπουκάλι


Ζεστό γυαλί σφιγμένο στις παλάμες.
Η θηλή γεμίζει το στόμα.
Βυζαίνεις.
Πίνεις μονορούφι τον κόσμο.
Το πετάς.

Το μπουκάλι γυρίζει στο πάτωμα.
Κρότος γυμνός.
Η ανάσα παγώνει.
Σταματά.
Το στόμιο δείχνει ποιον θα φιλήσεις.

Το ίδιο γυαλί, ξανά στο στόμα: σκοτάδι και φωτιά.
Καίει τον λαιμό, λύνει τα μέλη.
Κατεβάζεις τη στάθμη, κατεβάζεις την ημέρα.
Βυθίζεσαι.
Πάνω απ’ το κρεβάτι κρέμεται πλαστικό σε γάντζο.
Σακούλα. Σωλήνας. Βελόνα.
Η σταγόνα μετράει αντίστροφα
τικ… τακ…
τις ανάσες που μένουν.

Το Ξόρκι


Κόκκινη γραμμή στο γόνατο.
Λυγμός.
«Να το φιλήσω να γιάνει».
Το ξόρκι πιάνει.

Το αίμα διψά.
Τα στόματα συλλαβίζουν την πείνα.
Σαρκοβόρα δαγκώματα.
Ανάσα κοινή 
Κορμί ένα.

Το αίμα κρυώνει.
Ένα στόμα μικρό, ζεστό,
ακουμπά στο διάφανο μάγουλο.
Αντίδωρο της νιότης.

Το ξόρκι, πάλι, νικά.

Τρεις Αιχμές


Στον δρόμο ξεδιπλώνεις τη λινάτσα.
Ο κύκλος σπασμένος, περικυκλώνει το Α .
Ο δρόμος ανεβαίνει στο σώμα.
Τον κλωτσάς, τον γράφεις, τον θες δικό σου
ή καμένο.

Λίγο πιο κάτω σε ρουφά η πορεία.
Ο δρόμος άβολος, κρατάς αποστάσεις.  
Ο κύκλος κλείνει συμμετρικά στο πλακάτ.
Την ειρήνη ζητάς.
Μιλάς πολύ. Διαδηλώνεις πειθαρχημένα.
Συμφωνείς κατ’ αρχήν. 

Στη λωρίδα σου, τίποτα στα χέρια.
Μόνο δέρμα και τιμόνι.
Ο κύκλος γυαλισμένος, καρφωμένος στο καπό.
Τρεις αιχμές τον τρυπούν, 
σημαδεύει την άκρη: 
το πάτημα της δεξιάς ρόδας.
Δεν περπατάς πια. 
Καταναλώνεις απόσταση.
Η ταχύτητα σε νανουρίζει. 
Κυλάς.
Ο κύκλος οδηγεί.


Ο Κούκος


Τι είναι αυτό; - Πουλί.
Τι κάνει; - Πετάει.
Πώς; - Με τα φτερά.
Γιατί; 
Το στόμα, ορθάνοιχτος γκρεμός,
καταπίνει τις απαντήσεις.
Δε χορταίνει.
Ξαναβγαίνουν χτυπημένες στην επιφάνεια.
Μαθαίνεις τον κόσμο μηρυκάζοντας λέξεις,
μέχρι να σπάσει το θαύμα.

Μετά, σιωπή.
Τα πουλιά δεν σε νοιάζουν.
Ξέρεις πώς πετάνε.
Ξέρεις πόσο κοστίζει το κλουβί τους.
Η σκιά τους ενοχλεί,
λερώνει τα μάρμαρα.
Δίκιο σου η σφεντόνα,
κυνηγάς,
το σκοτώνεις.

Το πουλί επιστρέφει.
Γίνεται ξύλο και μέταλλο.
Τι είναι αυτό; - Κούκος.
Τι κάνει; - Μετράει.
Τι; - Την ώρα.

Η ερώτηση επιστρέφει κοφτή.
Μεταλλικός ήχος, ενοχλητικός,
σαν βελόνα που κολλάει.
Η μνήμη σπάει τα δόντια της.
Ο κούκος χώνεται στο κουτί
και ξαναβγαίνει ίδιος, 
πάντα ίδιος.

Κι εσύ, με το ίδιο ερώτημα στα χείλη,
κρατάς τον ρυθμό.
Τι είναι αυτό;
Οι απαντήσεις γλιστρούν στο κενό.
Η μνήμη στάζει.

Ο κλοιός σφίγγει.


Διαρροή


Πρώτη εισπνοή. Ανάφλεξη.
Η μηχανή παίρνει μπροστά με βρυχηθμό.
Το κλάμα δίνει σήμα.
Ευπρόσδεκτο.
Οι πνεύμονες άντεξαν την πίεση.
Το σώμα στάζει αίμα και νερά.

Μετά, στεγανοποιείσαι.
Σφίγγεις τις βίδες,
μονώνεις τα τοιχώματα.
Το κλάμα λογαριάζεται βλάβη,
απώλεια πίεσης στο κύκλωμα.
Το πνίγεις στον λαιμό,
το κρύβεις πίσω απ’ το τζάμι.
Μαθαίνεις να δουλεύεις στεγνά.
Οι μηχανές δεν στάζουν.

Στο τέλος, οι αγωγοί χαλαρώνουν.
Οι φλάντζες καίγονται.
Το μάτι υγραίνεται χωρίς εντολή.
Το υγρό τρέχει στο αυλάκι του μάγουλου,
σαν λάδι από αντλία που ρετάρει.

Η μνήμη βαραίνει τα βλέφαρα.
Τελευταία εκπνοή.
Η μηχανή σβήνει.

Επιμύθιο

Όταν γυρίζει το κλειδί στο "OFF", δεν επέρχεται αμέσως η σιωπή. Μεσολαβεί αυτός ο μεταλλικός ήχος, το «τικ-τικ» του μετάλλου που συστέλλεται καθώς κρυώνει. Έτσι τελειώνει η ανθρώπινη μηχανική. Όχι με πάταγο, αλλά με ένα δάκρυ και τη θερμότητα που εγκαταλείπει το σώμα. Το όχημα ακινητοποιείται στην άκρη του δρόμου. Το καπό είναι ακόμα ζεστό. Μέσα, ο οδηγός έχει ήδη κατέβει.

Η Δυστοπία του Χαλκού

Η Δυστοπία του Χαλκού

Το μέλλον τρύπωσε από την καλωδίωση.
Έστησε στα κυκλώματα τη Βασιλεία των Δεδομένων.
Συρρικνώθηκε σε υπόσταση δυαδική: Μηδέν. Ένα.
Η Τριάδα δεν είχε δικαιώματα.

Η ύπαρξη κρίθηκε στον διακόπτη.
Περνά.
Δεν περνά ρεύμα.

Αθώα, σαν παιχνίδι:
«Δεν περνάς, Κυρά Μαρία, δεν περνάς…
Περνάς».
Πέρασε.

Τώρα η σκέψη σου είναι δικό Του αρχείο.
Και το σπίτι, ένα πηνίο που βουίζει.

Κι από το ανοιχτό παράθυρο, μια φωνή απόκοσμη,
εκτός δικτύου,
ουρλιάζει την ύστατη προτροπή:
«Γκρεμίστε τους τοίχους. Είναι γεμάτοι πρίζες!»