κατεβάζει τα σκουπίδια,
μαγειρεύει.
Μαλώνει τον πατέρα
που ξεχνά τα φάρμακά του.
Με περιμένει.
Κι αν κάνω μέρες να φανώ,
ρωτάει ανήσυχη: «Πού ήσουνα;»
πως πέθανε.
Της το κρατώ κι εγώ.
Γιατί πολύ φοβότανε τον θάνατο.
Γιατί πολύ αγαπούσε τη ζωή.
Στη μαρκίζα του εργοστασίου
ένα πουλί χτίζει.
Κουβαλά κλαριά, μίσχους, λάσπη,
κολλά με το σάλιο του την κούπα
και τραγουδά το χτίσιμο.
Κάθε πέταγμα,
μια κατάφαση στη ζωή.
Μέσα, ο εργάτης το κοιτά.
Οκτώ ώρες
το χέρι του
προέκταση του μοχλού.
Βιδώνει το ανώνυμο.
Στόμα στεγνό.
Το βράδυ, στο σπίτι,
κοιτά την παλάμη του
σαν εργαλείο
που ξέχασε να επιστρέψει
στην αποθήκη.
Και θυμάται το πουλί.
Που είχε σάλιο.
Που είχε κλαριά.
Που είχε εαυτό.
Η σκουριά έχει την ίδια γεύση, αιώνες τώρα.
Ας είναι ο χρόνος ένας κύκλος,
μια αφαίρεση,
μια διαρκής πιθανότητα.
Εγώ, με κάποιο παρελθόν
-και μέλλον, ποιος το ξέρει;-
τον υποδέχομαι
με το σοφό τερέτισμα του τζίτζικα
που τραγουδά τον ίδιο του τον θάνατο.
Δεν μου ανήκει ούτε ο πόνος
ούτε η δόξα μου.
Το παρελθόν μου,
σώμα που σαπίζει σε ξένους τάφους.
Το μέλλον μου δεν με περιέχει.
Δεν το γνωρίζω.
Δεν με ξέρει.
Μου ’μεινε τούτη η μόνη περιούσια στιγμή·
αφανής,
στου δέντρου τον κορμό ανεβασμένος,
εγώ -ο τέττιγξ- ψάλλω το τραγούδι μου,
ξεχνώντας την πολύχρονη ταφή μου
προτού δω το φως του ήλιου,
μα και τον θάνατο
που θα ’ρθει με το πρωτοβρόχι.
Ψάλλω ωδή
στον Ενεστώτα Χρόνο.
Κατοικώ πια στις λέξεις μου.
Μετακόμισα
σε εκείνο το διάστημα ανάμεσα
στο βλέμμα και στο είδωλο.
Είμαι θόρυβος που επιμένει
στη συχνότητα της μέρας.
Μια εκκρεμότητα στο συρτάρι.
Θρίαμβοι και ήττες
είναι δέρμα που ξεράθηκε,
ρούχα που χάρισα σε περαστικούς.
Είμαι η στιγμή
που το χέρι διστάζει
πριν την υπογραφή,
πριν το χάδι,
πριν τον φόνο.
Είμαι αυτό που περισσεύει
όταν όλα έχουν ειπωθεί.
Homo sum: humani nil a me alienum puto, Terence, Heauton timorumenos, 77*
Είμαι λευκός και λίγο μαύρος.
Πλούσιος κι άπορος μαζί.
Λίγο μικρός, λίγο μεγάλος.
Άσχημος κάπως κι ευειδής.
Είμαι εγώ μα είμαι κι εσύ.
Και θα μπορούσα να είμαι κι άλλος
αν άλλο γάλα είχα πιει.
Είμαι παιδί τυχαίου χάρτη
που τον ορίζει από την αρχή.
Στον καναπέ βουλιάζει η θέση σου,
σκυλί του δρόμου κάποτε, στην άγρια νιότη.
Του σαλονιού σου ορίζεις πια τη γεωγραφία.
Ονειρεύεσαι επαναστάσεις,
κάπως αστείος
με τις πιτζάμες και τις παντόφλες παρά πόδα.
Συνομιλείς με τον Ερνέστο,
που σε κοιτάζει ακίνητος στο κάδρο,
και πνίγεις τους φασίστες
μες στο χλιαρό σου το φασκόμηλο.
Άσπρα καράβια τα όνειρά σου·
τα έσερνες κάποτε
σε δρόμους, πλατείες, οδοφράγματα.
Τώρα μπερδεύτηκαν με τα άσπρα σου μαλλιά,
ρίξανε άγκυρα
στου νου σου τις ρυτίδες.
Κουφάρι άδειο,
το σέρνεις
σε άνευρες και ισχνές διαδηλώσεις.
Οι σύντροφοι λάκισαν στον πηγαιμό,
κι όσοι απόμειναν
φωτογραφίζονται μαζί,
με αίμα στα δόντια.
Με τη λύσσα της δικαίωσης στα ούλα,
σφίγγεις τα ξέφτια της παντιέρας
και περιμένεις την έκρηξη.
Να σε λυτρώσει.
Έκοψες το τσιγάρο.
Πέταξες τα σπίρτα.
Το δήλωσες δημόσια·
Τώρα φοράς λευκό πουκάμισο
και αερίζεις τις αίθουσες των συσκέψεων.
Μα χρόνια κρύβεις το τελευταίο πακέτο στο συρτάρι.
Πίσω από τις εγκυκλίους,
δίπλα στις υπογραφές.
Το ανοίγεις.
Μετράς τα τσιγάρα.
Μετράς τους δρόμους.
Αύριο υπογράφεις
την απαγόρευση του καπνίσματος
στους δημόσιους χώρους.
- Ώρα έχετε;
τη ρώτησα.
Εκείνη
πήδησε στον γκρεμό.
Δεν λογάριαζα
αυτή την απάντηση.
Με τρώνε οι τύψεις.
Τουλάχιστον, στο εξής,
θα προσέχω
τις ερωτήσεις μου.
Αγαπημένη μου,
δε μου συγχώρησες ποτέ την προδοσία σου.
Το νιώθω.
Αν όμως κάποτε μάσησες το όνομά μου σαν σπασμένο γυαλί,
αν γύρεψες καταφύγιο στον γκρεμό του σώματός μου,
αν βύθισες τα χέρια σου στην ανοιχτή πληγή μου,
συγχώρησε τον εαυτό σου.
Ο έρωτας δεν είναι λευκή σημαία.
Δεν είναι συμβόλαιο να στάξεις ψυχρό μελάνι.
Γράφεται με νύχια που ξεσκίζουν τη ράχη.
Με κυνόδοντες που χαράζουν πορφυρά μισοφέγγαρα στην καρωτίδα.
Είναι σφαγείο ο έρωτας, Αγαπημένη.
Σερνόμαστε απ’ το μέτωπο με γόνατα γδαρμένα στα χαρακώματα,
με ιδρώτα που μυρίζει σκουριά,
με μελανιές να ανθίζουν στους ώμους,
με αίμα στα χέρια
που δεν ξέρουμε πια σε ποιον ανήκει.
Στον έρωτα προδίδεις πάντα εκδοχές του εαυτού σου.
Μια σαπίζει στο κατώφλι.
Άλλη φεύγει με σπασμένα πλευρά.
Κι άλλη επιστρέφει σέρνοντας τα πόδια της,
με τα χείλη φαγωμένα απ’ τα ίδια της τα δόντια.
Κρατώ ακόμη τη γεύση αυτού του αίματος
στη γλώσσα μου.
Και περιμένω.
Το λουρί χαλάρωσε στο πεζοδρόμιο.
«Χρόνια πολλά».
Οι λέξεις της κύλισαν μπροστά μου
σαν νομίσματα από ξένη τσέπη.
Το χέρι μου έσφιξε το παλτό.
«Συγγνώμη, γνωριζόμαστε;»
Ένα αυτοκίνητο πέρασε.
Ο σκύλος μύριζε έναν στύλο.
Το πρόσωπό της, ανοιχτό.
«Όχι», είπε.
«Έτσι συνηθίζουμε σήμερα».
Το σακίδιο βάρυνε στους ώμους μου.
Ο σκύλος όρθωσε τ’ αυτιά.
Το λουρί τεντώθηκε ξανά.
Η ευχή μου κόλλησε στον λαιμό.
Δεν ξέρω αν την άκουσε.
Έφυγαν.
Έμεινα στο τσιμέντο
να κρατάω ένα κουτί
που δεν ήξερα
πώς να ανοίξω.
Στις πλατείες, η πόλη φοράει περούκα.
Στολές ραμμένες στα ξέναΈμεινα με τον σπάγκο κομμένο.
Ήρθε λιγότερος απ’ όσο ξεκίνησε.
Στη διαδρομή
πλήρωσε τα ναύλα του στον άνεμο·
τον τάισε με τα ίδια του τα σπλάχνα
για μια φυγή που δεν αποφάσισε,
για έναν άγνωστο ορίζοντα.
Ηγέτης και ουραγός μιας άδειας πανοπλίας,
με το ένα μάτι άγρυπνο,
έφτασε ίσκιος.
Τώρα, στημένος στο ένα πόδι,
ακροβατεί πάνω στην άρνηση της γης.
Κρατά τη γύμνια του ζεστή στα πούπουλά του,
έτοιμη
σαν αλλάξει ο καιρός.
Δεν ξεκουράζεται.
Μόλις ξεσπάσουν οι βροχές θα θυμηθεί την κατάρα του:
πως για να υπάρχει πρέπει διαρκώς να λείπει·
πως η μόνη του πατρίδα είναι ο ουρανός,
εκεί που μαζί με τους συντρόφους
θα φτιάξουν πάλι με το πέταγμά τους
το σύμβολο της αντεστραμμένης νίκης·
τη μόνη που γνωρίζει ο άνθρωπος.
Τρέμει το χέρι στον εξάντα.
Οι σημειώσεις, χάρτες ναυαγίων.
Όσο το σώμα ήταν ελαφρύ
κι ο ήλιος έκαιγε στη χούφτα,
ήμουν τυφλός.
Αγνοούσα την Άρκτο·
είχα τον ουρανό στην τσέπη.
Τώρα, σημαδεύω με ακρίβεια τον Σείριο.
Μα η κόρη αρνείται το φως.
Έμαθα τις τροχιές των άστρων,
όμως η νύχτα μού σφαλίζει τα μάτια.
Σπατάλησα το φως.
Ούτε ένα δράμι απόθεμα
για τη φωτιά
που έμαθα, αργά, ν’ ανάβω.
Λατινικά διατάγματα
σφραγισμένα με ντόπιο αίμα.
Το ασβεστολιθικό δέρμα ξεφλουδίζει.
Αποκαλύπτει λάσπη
και τρίχες ζώων.
Μια τάφρος ανασαίνει σκοτάδι,
ψίθυροι ψημένοι
στον ήλιο της ερήμου.
Κάτω από τη Λότζια
τα κεραμίδια
καίνε ακόμη
απ’ τη φωτιά του Φωκά.
Λιθάρι που διψά.
Κρήνες με μαρμάρινα στόματα
στερεμένες από ροδόνερο.
Κι οι μιναρέδες,
κομμένα δάχτυλα,
δείχνουν
έναν εξόριστο θεό.
Στον Λάκκο,
ένα κεντημένο κιλίμι της Σμύρνης
στεγνώνει
πάνω στην ενετική ντάπια.
Χάνδακας.
Κάντια.
Μεγάλο Κάστρο.
Ηράκλειο.
Άλλα ονόματα.
Άλλα οστά.
Τον ίδιο τάφο ψηλώνουν.
Στην πίσω τσέπη των τειχών, η γούβα.
Όλα τα απόνερα της πόλης κατρακυλούσαν εδώ.
Φερτά υλικά και σώματα διωγμένα.
Σπίτια-κουρελούδες, ραμμένα με σιωπή.
Μια τρύπα που κατάπινε αποτσίγαρα κι ιστορία.
Ο καπνός έδενε κόμπο την ανάσα,
μια χορδή έγδερνε το κόκκαλο της νύχτας.
Στις γωνίες κόκκινες λάμπες.
Το αίμα στέγνωνε πριν γίνει κραυγή.
Νταβατζήδες μετρούσαν χρυσά δόντια
και πλαστικές σύριγγες στη λάσπη.
Τώρα, στρώση σπρέι στο σάπιο δόντι.
Γκουρμέ πιάτα, δερμάτινα σανδάλια, εσπρέσο.
Από πάνω, ένας τσιμεντένιος Φαραώ
κρύβει τον ήλιο.
Αν όμως ξύσεις τον φρεσκοβαμμένο τοίχο,
ακούγεται ακόμη ο βήχας των προσφύγων.
Ο σοβάς ξερνά
σπέρμα, χασίσι, φτηνό οινόπνευμα.
Στη νότια ραφή της πόλης,
οι κόκκινες κολώνες του Έβανς,
ένα ξεδοντιασμένο στόμα.
Ο λαβύρινθος έχασε την οροφή του·
έμειναν μόνο χαράγματα στο χώμα.
Ο ένοικος έλειψε.
Μα το θηρίο δεν πέθανε·
άλλαξε δέρμα και κρύπτη.
Ο φόρος αίματος εισπράττεται
από νέους που καταφθάνουν ακίνητοι.
Μπαίνουν στις νέες καταπακτές
με τη ζέστη του κρεβατιού στο δέρμα.
Ταΐζουν τα νιάτα τους στον αλγόριθμο,
παίζοντας το αρχαίο δράμα σε οθόνες AMOLED.
Ο Θησέας λιποτακτεί στον πρώτο διάδρομο.
Ο Δαίδαλος χρεοκοπεί πουλώντας σχέδια πτήσης.
Κι η Αριάδνη κόβει με τα δόντια τον μίτο,
τον δένει θηλιά στον ουρανίσκο της.
Πίσω στην Κνωσό, οι πέτρες κρυώνουν.
Το αληθινό σφαγείο ανασαίνει δίπλα τους.
Το νερό θυμάται το σχήμα κάθε πνιγμένου.
Κρατά το κενό που άφησε ο θώρακας
την τελευταία φορά που ζήτησε αέρα.
Τη γωνία του γόνατου,
όταν η βάρκα έγινε ξύλο και το ξύλο βυθός.
Εκεί κάτω, το αλάτι δεν διαβάζει ονόματα.
Μένει μόνο το εκτόπισμα των σωμάτων.
Το νερό σέβεται τις λεπτομέρειες:
την καμπύλη της πλάτης,
τη γροθιά που έσφιξε το ψεύτικο σωσίβιο,
το μικρό σχήμα ενός παιδιού.
Το Αιγαίο γεμίζει κενά.
Στο σκοτάδι, το ρεύμα τακτοποιεί τα βάρη του.
Η νέα πατρίδα είναι πανδέγμων.
Στοιβάζει τα σχήματα
σε μια πυκνή, σιωπηλή ταρίχευση.
Στέκονται μετέωρα στο ρεύμα,
σε μια βίαιη συσσωμάτωση με χέρια ανοιχτά.
Στο πρώτο φως η επιφάνεια σιδερωμένη.
Λέμε πως η θάλασσα γαλήνεψε.
Μα το νερό θυμάται.
Μας επιστρέφει το βάρος.
Εμείς, πάλι,μετράμε το ύψος του κύματος,
διαβάζουμε τα ανεμολόγια
και φυσάμε πίσω την ευθύνη
με όση ανάσα μας περίσσεψε.
I.
Ο χειμώνας φοράει
το τοπίο
ανάποδα.
II.
Η άνοιξη είναι
από τη φύση της
κοκέτα.
III.
Το καλοκαίρι καίει
τις ενοχές
του σώματος.
IV.
Το φθινόπωρο επιστρέφει
στο γυμνό.
Μάνα, κόψε τα νανουρίσματα.
Μην ξαγρυπνάς στο προσκεφάλι μου.
Και προπαντός, πάψε να με ξυπνάς.
Είμαι μεγάλος πια.
Κι εσύ
δυο χρόνια τώρα
πεθαμένη.
Δευτέρα
Αφαιρώ τα επίθετα σαν να βγάζω καρφιά από παλιό τοίχο.
Στο τέλος, μένει μόνο η τρύπα.
Ακουμπώ το μάτι μου.
Σκοτάδι.
Τρίτη
Μεταφέρω τη θάλασσα στο δωμάτιο με τις χούφτες.
Στο χαλί φτάνει μόνο αλάτι και υγρασία.
Μετράω τα υπολείμματα.
Τετάρτη
Ανοίγω ένα παλιό τραύμα με το νυστέρι.
Εξετάζω τα εντόσθιά του χωρίς αναισθητικό.
Ο νους μου στο μαχαίρι.
Πέμπτη
Ταΐζω το χαρτί με τις σπαταλημένες ώρες.
Το κήτος παχαίνει.
Εγώ λιγοστεύω.
Παρασκευή
Μαζεύω πέτρες που πετούν στα σκυλιά.
Τις πλένω.
Τις βάζω δίπλα στα κρύσταλλα.
Απέχουν με πείσμα ορυκτού.
Σάββατο
Τρίβω τη σελίδα με γυαλόχαρτο.
Η λέξη λεπταίνει.
Ξύνω μέχρι να φανεί το ξύλο.
Μέχρι να πιαστεί το χέρι.
Κυριακή
Ταξινόμηση εργαλείων.
Καθαρισμός της πληγής.
Τα εργαλεία καθαρά.
Το χέρι ακόμα βρώμικο.
Η ποίηση δεν σώζει.
Τα δεινά επιστρέφουν με προβιά νέα.
Η Ιστορία ξαναδένει τα κορδόνια της.
Βηματισμός χήνας δονεί το πλακόστρωτο.
Το γρασίδι πνίγεται κάτω απ’ τη μπότα.
Ένας σωτήρας υψώνει τη μπαγκέτα.
Πρώτα τρελός. Θεός μετά.
Ιαχή στο μπαλκόνι.
Σιωπή στο σφαγείο.
Η ελπίδα ακονίζει μαχαίρι.
Η γνώση νιώθει πρώτη το κρύο μέταλλο.
Αιμορραγεί στο χαρτί της·
μένει η φρίκη της λεπτομέρειας.
Βλέπω ήδη τις πιτσιλιές στον τοίχο,
τους συνεπιβάτες να μεθούν απ’ την ταχύτητα.
Τη διάψευση ικετεύω.
Με δικάζει η επιβεβαίωση.
Επιταχύνουμε.
Ο τοίχος περιμένει.
Πάντα περίμενε.
Στέκεσαι στην κόψη.
Ένα πόδι στο χώμα, ένα στον γκρεμό.
Δένεις τον Θάνατο.
Κλέβεις απ’ τη ζωή ένα χαμόγελο:
κρασί και στήθος γυμνό.
Για μια νύχτα ο κόσμος δεν τελειώνει.
Ύστερα, η αιωνιότητα εκδικείται τη σάρκα.
Η Πέτρα είναι τεράστια.
Η Πλαγιά, ατελείωτη.
Ο ώμος σου σπάει,
ποτάμια φουσκώνουν στον λαιμό.
Το μάγουλο ριζώνει στην ψύχρα του βράχου.
Ο ιδρώτας ζυμώνει τη λάσπη.
Αίμα στα γόνατα.
Στην κορυφή η βαρύτητα κερδίζει.
Ο βράχος φεύγει.
Κοιτάς τον ουρανό και γελάς.
Δεν λογαριάζεις ύψος, ούτε κλίση, ούτε κόπο.
Ξέρεις πια:
στην ίδια πέτρα σκοντάφτεις.
Πάντα.
Με το χαμόγελο που ξεγέλασες τον Θάνατο,
σκύβεις.
Καμία αντίσταση.
Κανένα παράπονο.
Το φορτίο σε περιμένει.
Ο βράχος γίνεται προέκταση του κορμιού σου,
δικό σου βάρος.
Τον σπρώχνεις.
Πάνω.
Πάνω.
Πάνω.
Μέχρι το τελευταίο γόνατο να σπάσει.
Μέχρι η ανάσα να κολλήσει στα δόντια.
Μέχρι το τελευταίο χαμόγελο να γίνει πέτρα στα χείλη.
Όλα καλά.
Πεπρωμένο που το κοίταξες κατάματα, αυτοκτονεί.
Αξιώθηκες πάλι την κορυφή.
Με το σώμα συνήθισε κι ο νους.
Στην κόγχη του ματιού, η άλλη πλαγιά.
Εκεί, η κατηφόρα δεν έχει όνομα.
Το κενό χάσκει αχαρτογράφητο.
Μια σπρωξιά κι η κατάρα σπάει.
Όμως το χέρι παγώνει.
Το μάτι σκοντάφτει στις ξένες πέτρες,
σε αιχμές που δε σε πλήγωσαν,
σε γκρεμούς που δεν μέτρησες με το αίμα σου.
Το σώμα ζητά τη γνώριμη πληγή.
Τα δάχτυλα κλειδώνουν στις παλιές εσοχές.
Μηχανικά, σαν προσευχή,
κλωτσάς τον βράχο πίσω.
Στο δικό σου αυλάκι.
Ο ήχος της πέτρας στο ροβόλημα, νανούρισμα.
Ανασαίνεις βαθιά. Ησυχία.
Η φυλακή σου είναι ασφαλής.
Είσαι πάλι ο Σίσυφος.
Η πέτρα κυλά.
Όπως πρέπει.
Το βουνό εκτελεί το έργο του.
Η κλίση βοηθά.
Κι εσύ εκεί.
Αχθοφόρος της ανάγκης.
Η πέτρα σου κρύβει το πρόσωπο.
Το σώμα σου μοχλός.
Οι μύες συσπώνται.
Παράγουν έργο.
Η βαρύτητα καταπίνει τη θέληση.
Μετράς μόνο διανύσματα.
Η τροχιά αγνοεί το δίκαιο.
Η ουράνια μηχανική
επιτάσσει τα μέλη σου για να κινηθεί.
Τρίβει τα κόκαλα,
να γίνει αυτό που πρέπει:
Η πέτρα κάτω.
Εσύ πάνω.
Η εξίσωση γέρνει.
Δεν υπάρχει λύση εδώ, ούτε επιμύθιο.
Μόνο κίνηση που επαναλαμβάνεται, αέναη όσο υπάρχουν άνθρωποι.
Στα χείλη του ποτηριού
μια μύγα χορεύει.
Ένας λευκός ωκεανός την καλεί.
Το στομάχι ζητά σταγόνα·
το μάτι ποταμό.
Κυκλώνει το υγρό,
χαράζει τον χώρο.
Δοκιμάζει λαίμαργα
το κρύσταλλο.
Γλιστράει.
Το γάλα τη ρουφά
σαν μαύρη τρύπα.
Θάνατος εν αφθονία.
Κι εσύ, σκυμμένος πάνω απ’ το ρυπαρό ναυάγιο,
ψηλαφείς με τρόμο τον λαιμό σου:
πόσους ποταμούς αντέχει;
Στην πηγή το νερό αρνείται το όνομά του.
Ξεχύνεται άναρχο,
αγνό,
άκτιστο.
Ύστερα εγκλωβίζεται σε σχήμα.
Μαθαίνει την όχθη.
Συναντά τους ανθρώπους,
ακούει το όνομά του.
Υποκλίνεται.
Μπαίνει στη δούλεψη.
Ξεπλένει τη σκόνη του κόσμου.
Σπαταλιέται στο στάρι.
Σβήνει σε ξένα στόματα.
Θυσιάζεται.
Ζυμώνεται με λάδι,
κρασί,
αίμα,
εκκρίσεις,
καταπίνει κρίματα
ανεκλάλητα.
Ώσπου θυμάται.
Αφρίζει.
Διψάει για αίμα.
Θάβει ανάσες
και θεμέλια.
Μες τη λάσπη, διψά για φωτιά.
Να εξατμιστεί.
Να κρύψει μες το σύννεφο το όνομά του.
Ας το πουν
βροχή, ομίχλη ή υγρασία.
Αδιάφορο.
Εκείνο ξέρει πια:
ουρανός αδιάβαστος δεν υπάρχει.
Ζούμε μέσα σ’ ένα όνειρο που τρίζει σαν το ξύλινο ποδάρι της γιαγιάς μας...
Διονύσης Σαββόπουλος
Εισαγωγή
Νύχτα-εργοτάξιο.
Τα υλικά της νύχτας έρχονται λαθραία, χωρίς τιμολόγια.
Μια σειρά από δωμάτια χωρίς πόμολα.
Εδώ δεν κοιμάσαι· απλώς παραδίδεσαι στη δικαιοδοσία των ειδώλων σου.
Προσοχή: οι ερμηνείες δαγκώνουν.
Οι φροϋδιστές παραμονεύουν στις ραφές της πιτζάμας.
Α. Η Εισβολή
1. Άσυλο
Φτάνει χωρίς χαρτιά από χώρες άγνωστες.
Φεύγει πριν ξημερώσει·
σ’ αφήνει στο σύνορο.
2. Ρωγμή
Πέρασμα στον χωρο-χρόνο.
Δεν ξέρεις αν πέρασες εσύ
ή αν πέρασαν οι απόντες.
3. Αλήτης
Κοιμάται εκεί που λύνουν οι κόμποι σου.
Το πρωί δραπετεύει.
Σου αφήνει μόνο τη μυρωδιά του.
4. Κατάδυση
Βυθός που ανεβαίνει.
Καταπίνει το σπίτι, τα ρολόγια, το σώμα.
Αναδύεσαι με αλάτι στα μάτια.
Β. Η Σκηνοθεσία
5. Default
Κάθε βράδυ ψιθυρίζει υποσχέσεις μεταχειρισμένες.
Ίδια ψέματα.
Άλλοι πελάτες.
6. Audition
Στο σανίδι, πτώσεις χωρίς πρόβα.
Το χειροκρότημα, μια σιωπή.
Παράσταση για έναν.
7. Replay
Φθαρμένο φιλμ.
Ξέρεις πότε έρχεται η σφαίρα.
Δεν σκύβεις ποτέ.
8. Χαφιές
Προδίδει τις κρύπτες της μέρας.
Με το πρώτο φως καταπίνει τη γλώσσα του.
9. Λούπα
Η βελόνα σκαλίζει την πληγή.
Δεν παίζει μουσική·
μόνο παράσιτα.
10. Λαβύρινθος
Λαβύρινθος με τον μίτο κομμένο.
Η έξοδος, το στόμα του τέρατος·
κι έχει το πρόσωπό σου.
11. Εφιάλτης
Τη νύχτα προδίδει τα Στενά.
Στα χέρια του οι ελπίδες σου·
σαΐτες και δόρατα.
12. Salto Mortale
Πτώση χωρίς σώμα.
Η αφύπνιση, μια αναβολή
πριν συστηθείς στο έδαφος.
Δ. Ο Καθρέφτης
13. Διαλογή
Το βράδυ, ένας σπασμένος καθρέφτης.
Κάθε γυαλί κι ένας εαυτός.
Ποιον να μαζέψεις;
14. Πορτρέτο
Κάθε νύχτα γερνάει στη θέση σου.
Ξυπνάς νέος, φορώντας ξένες ρυτίδες.
15. (Αν)oρθογραφία
Ψιθυρίζει χωρίς σημεία στίξης.
Συλλαβίζεις·
σαν να έχεις χρόνο.
16. Στίγμα
Γυμνό.
Σκιά αγνώστου πατρός·
αρνείται το φως που το γέννησε.
Ε. Η Συναλλαγή
17. Δοσοληψία
Έμπορος της νύχτας.
Πληρώνεται την αυγή·
τοις μετρητοίς.
18. Παραχάραξη
Νόμισμα κάλπικο.
Μόλις το τσεπώσεις, οξειδώνεται·
σε λερώνει η σκουριά του.
19. Ένστικτο
Το πρωί σε περιμένει.
Του φοράς το λουρί·
δεν ξέρεις ποιος κρατά ποιον.
20. Εξάρτηση
Λυσιμελές.
Εισβάλλει στις κλειδώσεις.
Περιφέρεις τη στέρηση μες στη μέρα.
ΣΤ. Η Έξοδος
21. Αφύπνιση
Συσπάται στο φως.
Κληρονομείς το σχοινί.
22. Το Ερείπιο
Σπίτι που γκρεμίζεται στην αυγή.
Σκάβεις με τα νύχια
για τα τιμαλφή σου.
23. Επίλογος
Παριστάνει την αρχή.
Τα κουρέλια της μνήμης
ολοκληρώνουν τη μεταμφίεση.
24. Νόστος
Μόνη πατρίδα.
Ξενιτιά το φως, ώσπου η νύχτα
να σε ξεβράσει πάλι ξένο στην ακτή.
25. Χρησμός
Γράφει τη μοίρα σου.
Εσύ αγράμματος.
Επίμετρο
Το πρωί είναι ένα σχοινί που περισσεύει.
Η μνήμη, νόμισμα που οξειδώνεται στο πρώτο φως.
Δεν είναι ποίηση, είναι το δακτυλικό αποτύπωμα του ξένου που κατοικεί μέσα σου.
Αναδύεσαι· με το αλάτι της νύχτας, κόκκο, στις κόρες των ματιών.
Έχεις ακόμα λίγο εαυτό να χάσεις, αν τα βράδια ονειρεύεσαι.
Προειδοποίηση
Το παρόν παραδίδεται χωρίς εγγύηση· τα υλικά είναι προγραμματισμένα για φθορά. Δεν διατίθενται γνήσια ανταλλακτικά. Μετά την εκκίνηση δεν υπάρχει επιστροφή.
Κύλιση
Το Μπουκάλι
Το Ξόρκι
Τρεις Αιχμές
Ο Κούκος
Διαρροή
Επιμύθιο
Όταν γυρίζει το κλειδί στο "OFF", δεν επέρχεται αμέσως η σιωπή. Μεσολαβεί αυτός ο μεταλλικός ήχος, το «τικ-τικ» του μετάλλου που συστέλλεται καθώς κρυώνει. Έτσι τελειώνει η ανθρώπινη μηχανική. Όχι με πάταγο, αλλά με ένα δάκρυ και τη θερμότητα που εγκαταλείπει το σώμα. Το όχημα ακινητοποιείται στην άκρη του δρόμου. Το καπό είναι ακόμα ζεστό. Μέσα, ο οδηγός έχει ήδη κατέβει.
Η Δυστοπία του Χαλκού
Το μέλλον τρύπωσε από την καλωδίωση.
Έστησε στα κυκλώματα τη Βασιλεία των Δεδομένων.
Συρρικνώθηκε σε υπόσταση δυαδική: Μηδέν. Ένα.
Η Τριάδα δεν είχε δικαιώματα.
Η ύπαρξη κρίθηκε στον διακόπτη.
Περνά.
Δεν περνά ρεύμα.
Αθώα, σαν παιχνίδι:
«Δεν περνάς, Κυρά Μαρία, δεν περνάς…
Περνάς».
Πέρασε.
Τώρα η σκέψη σου είναι δικό Του αρχείο.
Και το σπίτι, ένα πηνίο που βουίζει.
Κι από το ανοιχτό παράθυρο, μια φωνή απόκοσμη,
εκτός δικτύου,
ουρλιάζει την ύστατη προτροπή:
«Γκρεμίστε τους τοίχους. Είναι γεμάτοι πρίζες!»