κατεβάζει τα σκουπίδια,
μαγειρεύει.
Μαλώνει τον πατέρα
που ξεχνά τα φάρμακά του.
Το απόγευμα στέκεται στο μπαλκόνι.
Με περιμένει.
Κι αν κάνω μέρες να φανώ,
ρωτάει ανήσυχη: «Πού ήσουνα;»
Με περιμένει.
Κι αν κάνω μέρες να φανώ,
ρωτάει ανήσυχη: «Πού ήσουνα;»
Της το κρατάμε όλοι κρυφό,
πως πέθανε.
Της το κρατώ κι εγώ.
πως πέθανε.
Της το κρατώ κι εγώ.
Γιατί πολύ φοβότανε τον θάνατο.
Γιατί πολύ αγαπούσε τη ζωή.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου