Στη μαρκίζα του εργοστασίου
ένα πουλί χτίζει.
Κουβαλά κλαριά, μίσχους, λάσπη,
κολλά με το σάλιο του την κούπα
και τραγουδά το χτίσιμο.
Κάθε πέταγμα,
μια κατάφαση στη ζωή.
Μέσα, ο εργάτης το κοιτά.
Οκτώ ώρες
το χέρι του
προέκταση του μοχλού.
Βιδώνει το ανώνυμο.
Στόμα στεγνό.
Το βράδυ, στο σπίτι,
κοιτά την παλάμη του
σαν εργαλείο
που ξέχασε να επιστρέψει
στην αποθήκη.
Και θυμάται το πουλί.
Που είχε σάλιο.
Που είχε κλαριά.
Που είχε εαυτό.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου