Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει

όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα

έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω

πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες...

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ταυτότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ταυτότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026

Εκτόπισμα


Κατοικώ πια στις λέξεις μου.
Μετακόμισα
σε εκείνο το διάστημα ανάμεσα
στο βλέμμα και στο είδωλο.

Είμαι θόρυβος που επιμένει
στη συχνότητα της μέρας.
Μια εκκρεμότητα στο συρτάρι.

Θρίαμβοι και ήττες
είναι δέρμα που ξεράθηκε,
ρούχα που χάρισα σε περαστικούς.

Είμαι η στιγμή
που το χέρι διστάζει
πριν την υπογραφή,
πριν το χάδι,
πριν τον φόνο.

Είμαι αυτό που περισσεύει
όταν όλα έχουν ειπωθεί.

Κυριακή 17 Μαρτίου 2024

Δήλωση

Τα πόδια μου ξέχασαν τη βολή του τροχού.
Δυο έμβολα από δέρμα και νεύρα
καταπίνουν την άσφαλτο μέτρο μέτρο.
Τρέχουν πιο γρήγορα απ’ τις λέξεις.
Το ένα μπροστά.
Το άλλο ξοπίσω να καταδιώκει.

Σε φανάρια ή σε απρόοπτες συναντήσεις
κοκκαλώνουν.
Ξαναπιάνουν ρυθμό
με την ένταση του αίματος.

Λαμαρίνα γιοκ.
Μόνο εγώ και η άσφαλτος
σε μια διαρκή χειραψία.

Όταν το βράδυ η πόλη σβήνει,
απομένουν
δυο κουρασμένα ζώα,
μαλλιά ανακατεμένα,
μάτια που ακόμη φωσφορίζουν.

Κι αν κάτι πάνω μου ασφάλιζα ποτέ,
τα δυο μου πόδια θα ’ταν.

Γι’ αυτό κι όταν με ρωτάνε,
δηλώνω περιπατητής
κι ουδέποτε ποιητής.

Τρίτη 12 Μαρτίου 2024

Φωνήεντα για τα Πουλιά

Χθεσινά Οστά

Τα λερωμένα της μέρας, 
φίδια στο πάτωμα. 
Το βάρος γλιστρά στο σεντόνι, 
οι ρίζες ξεραίνονται, 
τα δακτυλικά αποτυπώματα καίγονται. 
Ξεριζώνω φωνήεντα απ’ τον λαιμό 
και ταΐζω τα πουλιά. 
Ψέματα κι αλήθειες, 
ιδρώτας που στέγνωσε. 
Ονόματα και τόποι, 
σκόνη πάνω σε κλειστή οθόνη. 
Ποιος αναπνέει όταν το πρόσωπο λείπει; 
Μια κλωστή χωρίς αρχή και τέλος, 
ένας ίσκιος δοκιμάζει 
να μπει σε μια πατρίδα 
που δεν τον χωρά. 
Το πρωί το δέρμα θυμάται απρόθυμα το σχήμα του. 
Φοράω ξανά εαυτό και καθαρά ρούχα. 
Καινούργιος, με χθεσινά οστά. 

Τ’ ακούω να τρίζουν.

Κυριακή 3 Μαρτίου 2024

Σύσταση

Όταν πρωτοβγήκε απ’ το χώμα,
στην αυλή του πατρικού
έπλαθε οροσειρές
και βύθιζε τον κόσμο σε πηγάδια.
Το βράδυ η μπανιέρα ξέπλενε την πλάση·
ένα καφέ ποτάμι
έπνιγε την υπομονή της μάνας.
Ύστερα το χώμα έγινε ξένο.
Έκοψε τα πολλά μαζί του.
Το αγόραζε μόνο σε πλαστικές σακούλες,
αποστειρωμένο, με ονομασία προέλευσης.
Μελετούσε ποσοστά, άζωτο, τύρφη,
να προκόβουν γεράνια και ντομάτες.
«Θέλω να ξέρω τι τρώω», έλεγε.
Δικαιολογίες.
Απλώς θυμόταν.
Κι ετοιμαζόταν για την επιστροφή:
εκεί που η μούρη τρώει χώμα,
εκεί που το χώμα
διαβάζει τη δική σου σύσταση.

Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2017

Μηρυκάζοντας

Η μνήμη είναι ζώο παμφάγο.

Καταπίνει ανθρώπους, χώρες, χωριά.
Πέτρες και σίδερα καταπίνει.
Καταπίνει την ύλη, ξερνάει σκιές.

Δεν σταματά να πεινάει.
Μασάει τα ονόματα, ώσπου να γίνουν λυγμοί,
ξεφλουδίζει τους ήχους μέχρι τη σιωπή.

Τη νύχτα μηρυκάζει.
Φέρνει ξανά τον πολτό στο στόμα,
του δίνει σχήμα από την αρχή:
ένα πρόσωπο παράξενα οικείο,
ένα σπίτι άγνωστο,
μια αγαπημένη φωνή που βγαίνει απ’ το στόμα σου.

Απορείς: déjà vu ή jamais vu;

Έχει στομάχι με θαλάμους.
Αλλού σαπίζουν τα πρόσφατα.
Αλλού ζυμώνονται τα παλιά.
Κάπου πετρώνει το αβάσταχτο.
Στον τελευταίο φυλάσσονται όσα δεν έζησες.

Την ταΐζεις.
Τη μεγαλώνεις μέχρι να σε καταπιεί.

Κι όταν το κτήνος ρεύεται ιστορίες,
εσύ, μέσα στην κοιλιά του,
στήνεις ξανά τη ζωή σου, λειψή,
με όσα κομμάτια εκείνο διάλεξε να μη φτύσει.

Η σιωπή που μένει στο τέλος
είναι η απόδειξη πως το γεύμα τελείωσε.

Τρίτη 5 Απριλίου 2016

Γυναίκα Mετανάστρια

Τη γνώρισα σε ένα μπιστρό,
με τη στολή της σερβιτόρας·
άσπρη, κολλαριστή,
δέρμα πάνω στο δέρμα της.
Είχε αέρα και χάρη·
το μαγαζί στα πόδια της.

Το απόγευμα, στον δρόμο, την είδα
να φορά τη φιλανθρωπία των άλλων·
ρούχα παλιομοδίτικα, δανεική ασχήμια,
σαν τιμωρία που σχόλασε.

Την Κυριακή, καλεσμένη στη γιορτή μου,
ήρθε πάλι με τη στολή της, όμορφη.
Την κάθισα ανάμεσα στους φίλους.
Της αρνήθηκα τους δίσκους και τα πιάτα.

Μα εκείνη στεκόταν,
ωραία και ξένη,
φορώντας τα ρούχα της δουλειάς
σε ένα τραπέζι
που δεν της ζήτησε τίποτα.