Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει

όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα

έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω

πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες...

Σάββατο 30 Μαρτίου 2024

Κυριακή 17 Μαρτίου 2024

Δήλωση

Τα πόδια μου ξέχασαν τη βολή του τροχού.
Δυο έμβολα από δέρμα και νεύρα
καταπίνουν την άσφαλτο μέτρο μέτρο.
Τρέχουν πιο γρήγορα απ’ τις λέξεις.
Το ένα μπροστά.
Το άλλο ξοπίσω να καταδιώκει.

Σε φανάρια ή σε απρόοπτες συναντήσεις
κοκκαλώνουν.
Ξαναπιάνουν ρυθμό
με την ένταση του αίματος.

Λαμαρίνα γιοκ.
Μόνο εγώ και η άσφαλτος
σε μια διαρκή χειραψία.

Όταν το βράδυ η πόλη σβήνει,
απομένουν
δυο κουρασμένα ζώα,
μαλλιά ανακατεμένα,
μάτια που ακόμη φωσφορίζουν.

Κι αν κάτι πάνω μου ασφάλιζα ποτέ,
τα δυο μου πόδια θα ’ταν.

Γι’ αυτό κι όταν με ρωτάνε,
δηλώνω περιπατητής
κι ουδέποτε ποιητής.

Τρίτη 12 Μαρτίου 2024

Φωνήεντα για τα Πουλιά

Χθεσινά Οστά

Τα λερωμένα της μέρας, 
φίδια στο πάτωμα. 
Το βάρος γλιστρά στο σεντόνι, 
οι ρίζες ξεραίνονται, 
τα δακτυλικά αποτυπώματα καίγονται. 
Ξεριζώνω φωνήεντα απ’ τον λαιμό 
και ταΐζω τα πουλιά. 
Ψέματα κι αλήθειες, 
ιδρώτας που στέγνωσε. 
Ονόματα και τόποι, 
σκόνη πάνω σε κλειστή οθόνη. 
Ποιος αναπνέει όταν το πρόσωπο λείπει; 
Μια κλωστή χωρίς αρχή και τέλος, 
ένας ίσκιος δοκιμάζει 
να μπει σε μια πατρίδα 
που δεν τον χωρά. 
Το πρωί το δέρμα θυμάται απρόθυμα το σχήμα του. 
Φοράω ξανά εαυτό και καθαρά ρούχα. 
Καινούργιος, με χθεσινά οστά. 

Τ’ ακούω να τρίζουν.

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2024

Χνάρι κανένα

 Το πρόβλημα με τα αδιέξοδα δεν είναι η πέτρα τους.

Είναι η ψευδαίσθηση πως μπορείς, τάχα,
να τυλίξεις τον μίτο
και να βρεθείς πάλι στην αρχή.

Μα το νήμα είναι η ίδια σου η φλέβα.
Πίσω σου δεν υπάρχει γεωγραφία.
Ο δρόμος της επιστροφής δεν είναι χώμα.
Είναι ένα πεινασμένο στόμα.
Καταπίνει τις πατημασιές σου
μόλις σηκώσεις τη φτέρνα.

Χνάρι κανένα.

Εσύ και το αδιέξοδο.

Οι αρμοί του έχουν το σχήμα της σιωπής σου.
Σε κάθε πέτρα, πελεκημένο,
το πρόσωπό σου
σε κοιτάζει κατάματα
απ’ την άλλη πλευρά του χρόνου.

Κυριακή 3 Μαρτίου 2024

Σύσταση

Όταν πρωτοβγήκε απ’ το χώμα,
στην αυλή του πατρικού
έπλαθε οροσειρές
και βύθιζε τον κόσμο σε πηγάδια.
Το βράδυ η μπανιέρα ξέπλενε την πλάση·
ένα καφέ ποτάμι
έπνιγε την υπομονή της μάνας.
Ύστερα το χώμα έγινε ξένο.
Έκοψε τα πολλά μαζί του.
Το αγόραζε μόνο σε πλαστικές σακούλες,
αποστειρωμένο, με ονομασία προέλευσης.
Μελετούσε ποσοστά, άζωτο, τύρφη,
να προκόβουν γεράνια και ντομάτες.
«Θέλω να ξέρω τι τρώω», έλεγε.
Δικαιολογίες.
Απλώς θυμόταν.
Κι ετοιμαζόταν για την επιστροφή:
εκεί που η μούρη τρώει χώμα,
εκεί που το χώμα
διαβάζει τη δική σου σύσταση.