Ἕκαστος ἐφ’ ᾧ ἐτάχθη.
Τη ρίζα κλαίω·
που στο σκληρό το χώμα,
δουλεύει ακατάπαυστα
να δώσει χρώμα στον καρπό,
στα αλαζονικά τα φύλλα.
Μες στην αφάνεια
και στο σκοτάδι,
ακούει παινέματα
για ομορφιά
που εκείνη έθρεψε.
Μα πάλι συλλογίζομαι:
αν συστηθεί στο φως,
δε θα ’ναι για να γευτεί τη δόξα.
Μια λιτανεία, ξόδι,
προς τη φρικτή θανή της
στου φούρνου την πυρά θα είναι.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου