Πρώτος στα ξενύχτια,
στις χαρές και στα σκοτάδια τους.
Ζούσε για τις παρέες.
Έμαθε έτσι τους ανθρώπους.
Και τον εαυτό του.
Μετά ήρθε η άμπωτη.
Μια αργή αποστροφή.
Βαρέθηκε.
Τείχη δεν ύψωσε κανείς.
Ο κύκλος έκλεινε σιγά
κι η σιωπή έγινε ξαφνικά η πιο καλή παρέα.
Τρόμαξε τότε με τη γλύκα της απόστασης.
Ντράπηκε κιόλας για την έξοδο.
Που πρόδιδε το το αίμα του.
Κι όμως ακόμα τους πονούσε τους ανθρώπους.
Κατανοούσε απάτες και αυταπάτες.
Τους συγχωρούσε τα μικρά τους.
Μα οι κουβέντες του τον αποκοίμιζαν.
Τώρα, σκηνώνει καταμεσής της αγοράς.
Εκθέτει τη σιωπή του στη βουή.
Κρύβεται μες στο πλήθος.
Γίναμε τόσο πολλοί.
Κι η μοναξιά δεν φτάνει πια για όλους.
κι η σιωπή έγινε ξαφνικά η πιο καλή παρέα.
Τρόμαξε τότε με τη γλύκα της απόστασης.
Ντράπηκε κιόλας για την έξοδο.
Που πρόδιδε το το αίμα του.
Κι όμως ακόμα τους πονούσε τους ανθρώπους.
Κατανοούσε απάτες και αυταπάτες.
Τους συγχωρούσε τα μικρά τους.
Μα οι κουβέντες του τον αποκοίμιζαν.
Τώρα, σκηνώνει καταμεσής της αγοράς.
Εκθέτει τη σιωπή του στη βουή.
Κρύβεται μες στο πλήθος.
Γίναμε τόσο πολλοί.
Κι η μοναξιά δεν φτάνει πια για όλους.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου