Κυριακή 1 Μαρτίου 2026
Ανασκαφή
Έσκαβα χρόνια στο σκοτάδι·
με τα νύχια μέσα μου,
με τα δόντια ξέσκιζα τις σάρκες,
να αναδυθεί το λαμπερό εγώ.
Μόνο χώμα βρήκα.
Και κάτι λείψανα:
ένα παιδικό παντελόνι
με σκισμένα γόνατα,
μια φωτογραφία ενός φιλιού,
κι ένα εισιτήριο
που δεν τρυπήθηκε ποτέ.
Τώρα κάθομαι
σε σωρούς από μπάζα
και προειδοποιώ τους περαστικούς
για τα επικίνδυνα ορύγματα.
Άκτιστο Αλφάβητο
Έτσι σε αγάπησα.
Και παλεύω τώρα να επινοήσω ένα αλφάβητο άκτιστο,
να αρθρώσω τα πρώτα λόγια της αγάπης.
Άχραντα.
Αμεταχείριστα.
Έτσι σε αγάπησα,
σε ερωτευόμουν σε κάθε ξύπνημα από την αρχή.
Τα βήματά μου έχαναν το βάρος τους,
γίνονταν χορός
κάθε φορά που έφευγα από μένα για να ’ρθω σε σένα.
Ο σεισμικός ήχος του κομπρεσέρ στο πεζοδρόμιο
μου ακουγόταν σαν την Έβδομη του Μπετόβεν.
Δέντρα έσκιζαν το πλακόστρωτο στη σκέψη σου.
Οι ορίζοντες με πλήγωναν στους ώμους,
τόσο στενό κουστούμι της αγάπης μου ο κόσμος,
κι η κάμαρα έσπρωχνε τους τοίχους της μακριά,
να μη σε φτάνω.
Δεν ζητώ αντίδωρο για την αγάπη.
Στο πρόσωπό σου παίρνει σχήμα το χάος.
Βλέπω στα μάτια σου εκδοχές του εαυτού μου,
άγνωστες,
ακέραιες.
Έτσι σε αγάπησα:
έξω από το καλό και το κακό,
πέρα από το πριν και το μετά,
πέρα από το εγώ και το εσύ.
Κι αγωνίζομαι ακόμα μέσα στη λάσπη και τη δόξα της αγάπης
να βρω το μυστικό εκείνο αλφάβητο,
να σου γράψω ποίημα που όμοιό του δεν γράφτηκε ποτέ.
Μια ιστορία που δεν θα χρειάζεται ονόματα
για να τη μνημονεύουν οι άνθρωποι.
Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026
Τέττιγξ
Ας είναι ο χρόνος ένας κύκλος,
μια αφαίρεση,
μια διαρκής πιθανότητα.
Εγώ, με κάποιο παρελθόν
-και μέλλον, ποιος το ξέρει;-
τον υποδέχομαι
με το σοφό τερέτισμα του τζίτζικα
που τραγουδά τον ίδιο του τον θάνατο.
Δεν μου ανήκει ούτε ο πόνος
ούτε η δόξα μου.
Το παρελθόν μου,
σώμα που σαπίζει σε ξένους τάφους.
Το μέλλον μου δεν με περιέχει.
Δεν το γνωρίζω.
Δεν με ξέρει.
Μου ’μεινε τούτη η μόνη περιούσια στιγμή·
αφανής,
στου δέντρου τον κορμό ανεβασμένος,
εγώ -ο τέττιγξ- ψάλλω το τραγούδι μου,
ξεχνώντας την πολύχρονη ταφή μου
προτού δω το φως του ήλιου,
μα και τον θάνατο
που θα ’ρθει με το πρωτοβρόχι.
Ψάλλω ωδή
στον Ενεστώτα Χρόνο.
Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026
Εκτόπισμα
Κατοικώ πια στις λέξεις μου.
Μετακόμισα
σε εκείνο το διάστημα ανάμεσα
στο βλέμμα και στο είδωλο.
Είμαι θόρυβος που επιμένει
στη συχνότητα της μέρας.
Μια εκκρεμότητα στο συρτάρι.
Θρίαμβοι και ήττες
είναι δέρμα που ξεράθηκε,
ρούχα που χάρισα σε περαστικούς.
Είμαι η στιγμή
που το χέρι διστάζει
πριν την υπογραφή,
πριν το χάδι,
πριν τον φόνο.
Είμαι αυτό που περισσεύει
όταν όλα έχουν ειπωθεί.
Το Γάλα
Homo sum: humani nil a me alienum puto, Terence, Heauton timorumenos, 77*
Είμαι λευκός και λίγο μαύρος.
Πλούσιος κι άπορος μαζί.
Λίγο μικρός, λίγο μεγάλος.
Άσχημος κάπως κι ευειδής.
Είμαι εγώ μα είμαι κι εσύ.
Και θα μπορούσα να είμαι κι άλλος
αν άλλο γάλα είχα πιει.
Είμαι παιδί τυχαίου χάρτη
που τον ορίζει από την αρχή.
Η Τοπιογραφία της Διάψευσης
Σαλόνι
Στον καναπέ βουλιάζει η θέση σου,
σκυλί του δρόμου κάποτε, στην άγρια νιότη.
Του σαλονιού σου ορίζεις πια τη γεωγραφία.
Ονειρεύεσαι επαναστάσεις,
κάπως αστείος
με τις πιτζάμες και τις παντόφλες παρά πόδα.
Συνομιλείς με τον Ερνέστο,
που σε κοιτάζει ακίνητος στο κάδρο,
και πνίγεις τους φασίστες
μες στο χλιαρό σου το φασκόμηλο.
Πλατεία
Άσπρα καράβια τα όνειρά σου·
τα έσερνες κάποτε
σε δρόμους, πλατείες, οδοφράγματα.
Τώρα μπερδεύτηκαν με τα άσπρα σου μαλλιά,
ρίξανε άγκυρα
στου νου σου τις ρυτίδες.
Κουφάρι άδειο,
το σέρνεις
σε άνευρες και ισχνές διαδηλώσεις.
Οι σύντροφοι λάκισαν στον πηγαιμό,
κι όσοι απόμειναν
φωτογραφίζονται μαζί,
με αίμα στα δόντια.
Με τη λύσσα της δικαίωσης στα ούλα,
σφίγγεις τα ξέφτια της παντιέρας
και περιμένεις την έκρηξη.
Να σε λυτρώσει.
Γραφείο
Έκοψες το τσιγάρο.
Πέταξες τα σπίρτα.
Το δήλωσες δημόσια·
Τώρα φοράς λευκό πουκάμισο
και αερίζεις τις αίθουσες των συσκέψεων.
Μα χρόνια κρύβεις το τελευταίο πακέτο στο συρτάρι.
Πίσω από τις εγκυκλίους,
δίπλα στις υπογραφές.
Το ανοίγεις.
Μετράς τα τσιγάρα.
Μετράς τους δρόμους.
Αύριο υπογράφεις
την απαγόρευση του καπνίσματος
στους δημόσιους χώρους.
Πατάρι (Επίλογος)
Η επανάσταση δεν ήταν όνειρο,Κάπως ξεπερασμένο βέβαια,
Ατυχής Διατύπωση
- Ώρα έχετε;
τη ρώτησα.
Εκείνη
πήδησε στον γκρεμό.
Δεν λογάριαζα
αυτή την απάντηση.
Με τρώνε οι τύψεις.
Τουλάχιστον, στο εξής,
θα προσέχω
τις ερωτήσεις μου.
Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026
Σκοπευτήριο
Το δίκιο είναι στο στάρι που ξεσκίζει το χώμα.
Στην κόρη του παιδιού που φυλακίζει την πρώτη βροχή.
Στο δέρμα που ανθίζει στο πρώτο χάδι.
Το δίκιο είναι στο βουητό της υψικαμίνου.
Στο τρέμουλο της λάμπας φθορισμού τη βάρδια.
Στο μουσκεμένο νάιλον των ντιλιβεράδων.
Στην αχνιστή ανάσα στις πρωινές στάσεις των λεωφορείων.
Στα χαμόγελα με τα σπασμένα δόντια
και τα σπασμένα φρένα.
Το δίκιο είναι στο αλάτι που πετρώνει τον μετανάστη.
Στην ανάσα που επιμένει κάτω από το γόνατο.
Είναι στον τοίχο της Καισαριανής.
Στο χαμόγελο που πνίγει η κουκούλα του μελλοθάνατου.
Το δίκιο είναι στο απόσπασμα.
Επί σκοπόν!
Πυρ!
Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026
Πορφυρά Μισοφέγγαρα
Αγαπημένη μου,
δε μου συγχώρησες ποτέ την προδοσία σου.
Το νιώθω.
Αν όμως κάποτε μάσησες το όνομά μου σαν σπασμένο γυαλί,
αν γύρεψες καταφύγιο στον γκρεμό του σώματός μου,
αν βύθισες τα χέρια σου στην ανοιχτή πληγή μου,
συγχώρησε τον εαυτό σου.
Ο έρωτας δεν είναι λευκή σημαία.
Δεν είναι συμβόλαιο να στάξεις ψυχρό μελάνι.
Γράφεται με νύχια που ξεσκίζουν τη ράχη.
Με κυνόδοντες που χαράζουν πορφυρά μισοφέγγαρα στην καρωτίδα.
Είναι σφαγείο ο έρωτας, Αγαπημένη.
Σερνόμαστε απ’ το μέτωπο με γόνατα γδαρμένα στα χαρακώματα,
με ιδρώτα που μυρίζει σκουριά,
με μελανιές να ανθίζουν στους ώμους,
με αίμα στα χέρια
που δεν ξέρουμε πια σε ποιον ανήκει.
Στον έρωτα προδίδεις πάντα εκδοχές του εαυτού σου.
Μια σαπίζει στο κατώφλι.
Άλλη φεύγει με σπασμένα πλευρά.
Κι άλλη επιστρέφει σέρνοντας τα πόδια της,
με τα χείλη φαγωμένα απ’ τα ίδια της τα δόντια.
Κρατώ ακόμη τη γεύση αυτού του αίματος
στη γλώσσα μου.
Και περιμένω.
Το Λουρί
Πρωί, βράδυ.
Την κρατούν με λουρί κοντό.
Τη μαλώνουν όταν γαβγίζει.
Εκείνη αγριεύει
όταν διασταυρώνεται
με τη μοναξιά του γείτονα.
Σφίγγουν τον κόμπο.
Τα περιττώματα σε πλαστικά σακουλάκια.
Μα η μυρωδιά ποτίζει τα ντουβάρια.
Κάποιες νύχτες
το σκυλί ουρλιάζει χωρίς λόγο.
Δυναμώνουν την τηλεόραση.
Το χαϊδεύουν στο κεφάλι.
Κι εκείνο ξαπλώνει στα πόδια τους,
τους κοιτά με μάτια ορθάνοιχτα.
Γλείφει τις πληγές τους.
Το πρωί
βγαίνουν πάλι.
Λουρί στο χέρι.
Ποιος κρατά ποιον;
Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026
Στο Καθαρό
Τα γόνατά τους ύποπτα καθαρά.
Δεν έχουν συστηθεί στο χώμα.
Το χώμα, όμως, κρατάει λογαριασμό.
Θα μάθουν πως στη ζωή γράφεις απευθείας στο καθαρό.
Μόνος εσύ και οι αποφάσεις σου.
Προς το παρόν τρέμουν τη βροχή.
Κατηγορούν τον χειμώνα
και περιμένουν το δελτίο καιρού στο κινητό
να φέρει το καλοκαίρι
για να βγουν, στεγνά, στην αλάνα.
Τα νομίσματα
Το λουρί χαλάρωσε στο πεζοδρόμιο.
«Χρόνια πολλά».
Οι λέξεις της κύλισαν μπροστά μου
σαν νομίσματα από ξένη τσέπη.
Το χέρι μου έσφιξε το παλτό.
«Συγγνώμη, γνωριζόμαστε;»
Ένα αυτοκίνητο πέρασε.
Ο σκύλος μύριζε έναν στύλο.
Το πρόσωπό της, ανοιχτό.
«Όχι», είπε.
«Έτσι συνηθίζουμε σήμερα».
Το σακίδιο βάρυνε στους ώμους μου.
Ο σκύλος όρθωσε τ’ αυτιά.
Το λουρί τεντώθηκε ξανά.
Η ευχή μου κόλλησε στον λαιμό.
Δεν ξέρω αν την άκουσε.
Έφυγαν.
Έμεινα στο τσιμέντο
να κρατάω ένα κουτί
που δεν ήξερα
πώς να ανοίξω.
Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026
Πλαστικός Διόνυσος
Στις πλατείες, η πόλη φοράει περούκα.
Στολές ραμμένες στα ξέναμυρίζουν πολυεστέρα και κλεισούρα.
Ο ρυθμός συντονίζει την πέτρα.
Οι μάσκες σφαλίζουν στόματα.
Κορμιά κρουστά στην άσφαλτο,
αγκαλιά μ’ έναν Διόνυσο πλαστικό.
Σπαρταρώ στο τσιμέντο.
Το πλήθος κορυβαντιά
δίχως ιερή έκσταση.
Ο Πάνας σε σύνταξη.
Το φως τσακίζεται σε φτηνές πούλιες.
Ο Απόλλωνας αποστρέφει το βλέμμα.
Η έκσταση σε άρμα από φελιζόλ
τρίζει σε κάθε στροφή.
Κρατώ το πρόσωπο γυμνό,
ψάχνοντας το οξυγόνο μιας κρύπτης.
Εκεί που οι λέξεις βαραίνουν
κι η σιωπή κρατά
τη σωστή της ράχη.
Το πρωί, σκούπες.
Μαύρες σακούλες. Γκλίτερ στις ρωγμές.
Στο νερό της κρήνης επιπλέει μια μάσκα.
Τα μάτια της άδεια.
Ο Χειροπράκτης
Σπάγκος τεντωμένος, να ξετυλίγει το παλιό δίλημμα:
υπάρχει ή δεν υπάρχει;
Το πουλί νεκρό στο πάτωμα.
«Να λες ουρανός, κι ας μην είναι»,
θυμήθηκα τα λόγια του χειροπράκτη.
Ο αετός τινάχτηκε, χτύπησε στον σοβά.
Κι αφού δεν βρήκε ουρανό,
τον έσκαψε.
Έμεινα με τον σπάγκο κομμένο.
Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026
Κυκλάμινο
Δείχνει τα ασβεστολιθικά του δόντια.
Ο αέρας γδέρνει τον κερατοειδή.
Στεγνώνει το δάκρυ.
Παραδίνεσαι.
Στο κάθετο κενό, ο βράχος ιδρώνει αλάτι.
Κι εκεί, ένα κυκλάμινο,
μια φλέβα που αρνείται να κακαδιάσει.
Βελούδινη αιμορραγία γαντζωμένη στο χάος.
Σου φτύνει πορφύρα στα μάγουλα.
Επιβιώνει δίχως κόκκο χώματος.
Ξύνεις τον αέρα με τα νύχια.
Παρακαλάς να γίνεις φύλλο, σκόνη, πουλί.
Μα η βαρύτητα δεν δέχεται μετάνοιες.
Καταλαβαίνεις πια.
Ο γκρεμός καρφώνει κυκλάμινα στα βράχια του
για να υπογράψει την πτώση σου.