Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει

όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα

έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω

πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες...

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

Πρόωρο Χιόνι

Το νεαρό βαμβάκι του Μάη
ρουφά το βρόχινο νερό,
αποζητά το χέρι του αγρότη.

Μέσα σε ένα καλοκαίρι
ξοδεύει όλο του το πράσινο
και καταλήγει 
ασπρομάλλης γέρος.

Τον Σεπτέμβρη 
στο χωράφι περιμένει 
το σίδερο 
της θεριστικής.

Μα τουλάχιστον
δεν θα γνωρίσει τον χειμώνα.

Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

Η Πέτρα του Θεού

Ο Θεός άφησε αλάξευτη
απόδειξη της ύπαρξής Του.

Αχειροποίητη.

Στην πέτρα που δείχνει τον ουρανό.
Στον άνεμο που σφυρίζει στις σχισμές.
Στα αγριολούλουδα που φυτρώνουν δίχως χώμα.
Στην απόλυτη ακινησία του γρανίτη.

Ο βράχος,
μόνος του,
προσευχή.

Εκεί ψηλά,
το μοναστήρι δεν είναι σκάλα για τον ουρανό.
Είναι το καπάκι
που κλείνει την ανάσα του βράχου.

Κατεβαίνοντας απ’ την πέτρα
που τρυπά το σύννεφο,
στην πόλη
σου πουλάνε τον ουρανό με το κομμάτι,
τα Μετέωρα
σε μινιατούρες από πλαστικό.

Μένεις
με την απόδειξη στο χέρι.

Το Τρίκλινο

Εγνατία, ώρα μία.
Κάτω από τη σκιά του «Κάψης»
το πεζοδρόμιο γίνεται τρίκλινο.
Σκιές κουλουριασμένες,
σαν ερωτηματικά
που η πόλη αρνείται να διαβάσει.
Ο ουρανός, μαύρη τρύπα, 
ρουφάει τ’ αστέρια.
Τα φώτα του δρόμου γλείφουν τις φιγούρες.
Εκείνες δεν βγάζουν πια σκιά.
Έχουν γίνει ένα με την άσφαλτο.

Το πρωί
το πεζοδρόμιο πεντακάθαρο.
Θαρρείς και τους κατάπιε.

Λαδάδικα

Το λάδι ποτίζει ακόμα το ξύλο.
Λιπαρή σιωπή
κάτω από τα νύχια των χαμάληδων.
Βαρέλια. Ιδρώτας. Πίσσα.

Ιδρώτας πάλι στα σεντόνια.
Βαριά ανάσα
με φτηνό πατσουλί.
Ένα κόκκινο φως
γδύνει νύχτα και σώματα.

Τούβλα τριμμένα με λίμα.
Αναπαλαιωμένα χαμόγελα.

Σώματα ιδρωμένα
που δονούνται ξανά,
κρατώντας ψηλά ποτήρια.

Το καλντερίμι
γλιστράει πάντα.

Στην ίδια πόρτα,
το ίδιο παζάρι.
Άλλο εμπόρευμα,
άλλο νόμισμα.

Μια ταμειακή μηχανή
που χτυπάει αδιάκοπα
το κενό σου
σε τιμή ευκαιρίας.

Περιμένοντας

Όσο θυμόταν τον εαυτό της, περίμενε.
Τον έρωτα των βιβλίων.
Το τηλεφώνημα.
Τα αποτελέσματα των εξετάσεων.
Την έγκριση του δανείου.
Να περάσουν τα κρύα.
Να έρθει η καλοκαιριά.
Τις άδειες του Αυγούστου.
Το πλοίο της φυγής.

Περίμενε.

Στην ουρά της τράπεζας.
Στο ταμείο του σούπερ μάρκετ.
Στα ιατρεία και στα κομμωτήρια.
Στα ραντεβού.

Παντού περίμενε.

Τώρα περιμένει τον θεριστή.
Κι αναρωτιέται, με κομμένη την ανάσα,
μήπως την προσπεράσει κι αυτός,
νομίζοντας πως είναι ήδη νεκρή.

Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

Μέγα Έλεος

Αν η θάλασσα μάθαινε το αλφάβητο 
όσων κατάπιε,
δεν θα ψιθύριζε πια το παράπονό της 
στο ακρογιάλι.
Θα έστηνε εξέδρα στο κύμα
να μιλήσει για τη σκευωρία.
Ή θα ορθωνόταν στο εδώλιο
να δείξει τις ριπές του αέρα
με το δάκτυλο·
εκείνους που δίνουν την εντολή
και επιστρέφουν στεγνοί.

«Μου έσπρωξε την ευθύνη ο άνεμος» 
θα φώναζε.
«Μου φύσηξε το ανάθεμα,
να μην κοιτάτε ψηλά».

Το δικαστήριό μας πάλι
δεν θα το αναγνώριζε.
Τους νόμους μας θα έβαζε στο αλάτι.

Αιώνες τώρα
της φορτώνουν εγκλήματα που δεν έπραξε.
Τη βρίζουν πως έντυσε γυναίκες στα μαύρα
κι άφησε ορφανά,
λες και το όπλο έχει την ευθύνη
για το έγκλημα.

Κι αν τελικά την έκριναν ένοχη,
εκείνη πάλι το ίδιο θα έκανε.
Κωφή στις καταδίκες,
θα άπλωνε το υγρό της σώμα
να το ξεσκίζουν οι καρίνες των πλοίων μας.

Τόσο απέραντο
το έλεος του νερού.

Σάββατο 14 Μαρτίου 2026

Λογαριασμός κοινής ωφέλειας

Στον πρώτο λογαριασμό αέρα
θα απορήσουμε.

Μπορεί και να διαδηλώσουμε.
Αν κι η διαμαρτυρία
δεν φοριέται πια.

Όλα θα λήξουν
στο ταμείο.

Κι ο αέρας
θα πληρώνεται
μαζί με το νερό.

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

Στίγμα

Αν κάποτε ανοιχτείς σε νέες θάλασσες,
με χάρτες που διέγραψαν το στίγμα μου
και η άρμη φάει το όνομά μου.

Αν μάθεις να ξεσπάς σε ξένα βράχια
και νομίσεις πως η πυξίδα
κλείδωσε επιτέλους
σε έναν άγνωστο βορρά
και πως εσύ ορίζεις πια τα ρεύματα,

άφησε τα πανιά σου να φουσκώσουν
και παραδώσου
στην πλάνη της απόστασης.

Όμως να ξέρεις:

κάπου εκεί μακριά
παραμονεύει ο άνεμος

που θα σε συντρίψει ναυαγό ξανά
στη δική μου ακτή.

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

Μουσική δωματίου για κωφούς

Η σιωπή είναι ύλη βαριά. 
Σαν χιόνι στο δωμάτιο, 
πνίγει με σκόνη τα έπιπλα, 
ποτίζει το μπετόν των τοίχων.
Κάθεται στην καρέκλα απέναντί μου. 
Παχαίνει. 
Με κοιτάζει επίμονα 
με χείλη ραμμένα.
Διεκδικεί τα τετραγωνικά μου, 
ένα 
προς ένα.
Καταπίνει τον θόρυβο του δρόμου, 
μασάει το κλειδί στην κλειδαριά. 
Αφήνει μόνο τον σφυγμό στους κροτάφους·
ένας μετρονόμος
που μετράει
αντίστροφα.
Τώρα πια, τεντώνει τον αέρα σαν χορδή. 
Εκτελεί την πιο σκληρή μουσική δωματίου: 
ξύνοντας με το νύχι το μωσαϊκό, 
χαράσσοντας λέξεις 
που σάπισαν στο λαιμό.

Κι όταν ανοίγω το στόμα 
η φωνή μου ακούγεται 
σαν παράσιτα.
Μια παρεμβολή 
που λερώνει 
την τέλεια γεωμετρία 
του τίποτα.

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

Δι’ ελέου και φόβου

Στους κήπους της φθοράς, αυτό που πιο πολύ με θλίβει
είναι οι φωτογραφίες.
Ακίνητα χαμόγελα πάνω στο μάρμαρο,
ντυμένα την καλύτερή τους Κυριακή.
Πρόσωπα στο σμάλτο,  
αμέριμνα.

Με παγώνει η άγνοιά τους.
Η ειρωνεία του φακού,
της πόζας που στρατολογήθηκε ερήμην τους
να κάνει βάρδια παρουσίας πάνω στο χώμα.

Άραγε ένιωσαν, στην αστραπή του φλας,
το παγερό ρίγος;
Την καταδίκη να γελούν για πάντα
εμπρός στα δακρυσμένα μάτια μας;

Δεν θέλω πια να βγαίνω φωτογραφίες.
Ποιος ξέρει ποια από όλες
θα διαλέξει ο θάνατος
για στολή μου;

Κυριακή 8 Μαρτίου 2026

Μεταμορφώσεις

Δεν πατούσε γερά στο χώμα.
Το βήμα του ήταν δανεικό. 
Τα μάτια του διψούσαν για ουρανό.

Κι ένα πρωί το σώμα του ελάφρυνε. 
Ανάερα ανέβηκε. 
Έγινε σύννεφο. 
Για λίγο απλώθηκε παντού. 
Χωρίς όρια. 
Χωρίς βάρος.

Όμως ο ουρανός δεν σε κρατά για πάντα. 
Κι άρχισε η πτώση. 
Στάλα στάλα κατέβαινε στη γη, 
γλείφοντας στέγες και αυλές, 
σκουριασμένες υδρορροές και καμινάδες, 
μαζεύοντας στις χούφτες του 
τη σκόνη των σπιτιών 
και λείψανα νεκρών εποχών.

Στο τέλος κύλησε στον λαιμό μιας παλιάς στέρνας. 
Εκεί, στο ακίνητο νερό, 
αιχμάλωτος σε τέσσερις πέτρινους τοίχους, 
έγινε βούρκος.

Ας είναι. 
Καμιά φορά 
κει που πεθαίνει ο ουρανός 
βρίσκει το πρώτο της ψωμί 
μια ρίζα.

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Πρόβα Σιωπής

Δέντρο φυλλοβόλο θα ’θελα να γεννηθώ.

Με ρίζες, μαύρα φίδια,
να σχίζουν τη μήτρα της γης,
να πίνουν το τυφλό αλάτι του τόπου μου,
λάσπη, σκοτάδι και μνήμη.

Τον χειμώνα
να με γδύνει ο βοριάς συλλαβή συλλαβή,
να σφυρίζει μέσα απ’ τα κλαδιά μου
τους καημούς του κόσμου.
Να στέκομαι ολόρθο τραύμα,
νεύρο γυμνό,
εκτεθειμένο στο ουρλιαχτό των λύκων
και στο κοφτερό δόντι της παγερής νύχτας.

Κι όταν η Άνοιξη σπρώχνει το αίμα προς τα πάνω,
να τρίζουν οι χυμοί μου
σαν νερά που σπάνε φράγματα.
Να πετώ φύλλα, πράσινες ουλές,
στη μάχη με τον θάνατο.
Να πίνω τον ήλιο λαίμαργα
όπως εκείνος που ξέρει πως τίποτα δεν κρατά.

Κι όταν θα ’ρθει η ώρα,
ας κοπιάσει ο ξυλοκόπος με το κρύο μέταλλο
ή το σκουλήκι, αθόρυβα απ’ τη ρίζα.
Να πέσω χωρίς κραυγή.
Να επιστρέψω στο χώμα
χωρίς παράπονο, χωρίς δάκρυ,
σαν να μην υπήρξα ποτέ,
παρά μια σκοτεινή πρόβα σιωπής.

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

Διάλογος

Η σκουριά έχει την ίδια γεύση, αιώνες τώρα. 

Τα σώματα αλλάζουν ύφασμα· 
από τον λινό χιτώνα στην παραλλαγή. 
Ο σβέρκος ίδιος, λευκός, τεντωμένος.

Στα βράχια της Μήλου, στα στενά του Ορμούζ, στις πεδιάδες της Ουκρανίας 
το σίδερο θυμάται τη ζέστη του αίματος. 
Μιλά χωρίς μεταφραστή.

Η Πυγμή δεν ψάχνει φύλλα συκής, 
δεν ψελλίζει δικαιολογίες. 
Ξεκουμπώνεται μπροστά στις κάμερες 
και ακονίζει το ίδιο μαχαίρι 
πάνω στην ίδια πέτρα.

Αιώνες τώρα. 
Πάνω στον σβέρκο μας.

Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

Ανασκαφή

Έσκαβα χρόνια στο σκοτάδι·
με τα νύχια μέσα μου,
με τα δόντια ξέσκιζα τις σάρκες,
να αναδυθεί το λαμπερό εγώ.

Μόνο χώμα βρήκα.
Και κάτι λείψανα:
ένα παιδικό παντελόνι
με σκισμένα γόνατα,
μια φωτογραφία ενός φιλιού,
κι ένα εισιτήριο
που δεν τρυπήθηκε ποτέ.

Τώρα κάθομαι
σε σωρούς από μπάζα
και προειδοποιώ τους περαστικούς
για τα επικίνδυνα ορύγματα.

Άκτιστο Αλφάβητο

Έτσι σε αγάπησα.

Και παλεύω τώρα να επινοήσω ένα αλφάβητο άκτιστο,
να αρθρώσω τα πρώτα λόγια της αγάπης.
Άχραντα.
Αμεταχείριστα.

Έτσι σε αγάπησα,
σε ερωτευόμουν σε κάθε ξύπνημα από την αρχή.
Τα βήματά μου έχαναν το βάρος τους,
γίνονταν χορός
κάθε φορά που έφευγα από μένα για να ’ρθω σε σένα.
Ο σεισμικός ήχος του κομπρεσέρ στο πεζοδρόμιο
μου ακουγόταν σαν την Έβδομη του Μπετόβεν.
Δέντρα έσκιζαν το πλακόστρωτο στη σκέψη σου.

Οι ορίζοντες με πλήγωναν στους ώμους,
τόσο στενό κουστούμι της αγάπης μου ο κόσμος,
κι η κάμαρα έσπρωχνε τους τοίχους της μακριά,
να μη σε φτάνω.

Δεν ζητώ αντίδωρο για την αγάπη.
Στο πρόσωπό σου παίρνει σχήμα το χάος.
Βλέπω στα μάτια σου εκδοχές του εαυτού μου,
άγνωστες,
ακέραιες.

Έτσι σε αγάπησα:
έξω από το καλό και το κακό,
πέρα από το πριν και το μετά,
πέρα από το εγώ και το εσύ.

Κι αγωνίζομαι ακόμα μέσα στη λάσπη και τη δόξα της αγάπης
να βρω το μυστικό εκείνο αλφάβητο,
να σου γράψω ποίημα που όμοιό του δεν γράφτηκε ποτέ.
Μια ιστορία που δεν θα χρειάζεται ονόματα
για να τη μνημονεύουν οι άνθρωποι.