Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει

όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα

έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω

πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες...

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Ορυκτή Μοναξιά

Με το δάχτυλο να δείχνει
ένα μέλλον που δεν ήρθε,
στέκει οπλαρχηγός στην πλατεία,
δεσμώτης αλλοτινού καιρού, σε μαρμάρινη φυλακή.
Η φορεσιά του παλιομοδίτικη.
Οι ιδέες του, μούχλα και ναφθαλίνη.

Τη μέρα, οι περαστικοί τον προσπερνούν βιαστικοί.
Κάποιοι δεν τον γνωρίζουν.
Η μόνη δόξα του είναι οι φωτογραφίες
με ημίγυμνους τουρίστες.
Άλλοτε, μια παρέα πουλιών,
κι ας του λερώνουν τα παράσημα
και τις πτυχές της φουστανέλας.
Αυτά τουλάχιστον ξέρουν μονάχα από ουρανό.
Και τα στεφάνια των κουστουμαρισμένων
σε επετείους και γιορτές.

Σαν πέσει η νύχτα κι η πόλη πάρει ανάσα,
κάτι μέσα του ξυπνά·
οι αρμοί του τρίζουν.
Το σώμα λύνεται· 
το άλογο καλπάζει,
κι οι κορυφές των δέντρων, στο σκοτάδι,
γίνονται Σαρακηνοί.
Τα φύλλα δέχονται ανελέητα τα βόλια,
το γιαταγάνι βγάζει σπίθες.
Η ψυχή του σπάει την πέτρα που τον πνίγει
και λούζεται στο αίμα των εχθρών.
Ψηλώνει μέσα στον αχό.

Μα αν τύχει κάποιο ζευγάρι
να τραβηχτεί στη βάση των ποδιών του,
ξεχνά τη μάχη, τα παράσημα, τις τιμές.
Ακούει τις ανάσες τους,
τα τολμηρά τους χάδια.
Νιώθει το ζεστό τους αίμα,
κλέβει λίγη από την κάψα των φιλιών.
Θυμάται που πριν γίνει πέτρα,
είχε κι αυτός καρδιά.

Μόλις η αυγή χαράξει την πρώτη αχτίδα,
το σώμα κοκαλώνει απότομα.
Το ορυκτό του πνίγει την κραυγή.
Ξανά ακίνητος.
Μεγαλοπρεπής και σοβαρός.
Δείχνει με το δάχτυλο το εμπρός,
μα η πλάτη του μένει
παγωμένη και μόνη.

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Δελτίο Μοναξιάς

Παλιά, βουτούσε με αποκοτιά μες τους ανθρώπους.

Πρώτος στα ξενύχτια,
στις χαρές  και στα σκοτάδια τους.
Ζούσε για τις παρέες.
Έμαθε έτσι τους ανθρώπους.
Και τον εαυτό του.

Μετά ήρθε η άμπωτη.
Μια αργή αποστροφή.
Βαρέθηκε.
Τείχη δεν ύψωσε κανείς.
Ο κύκλος έκλεινε σιγά
κι η σιωπή έγινε ξαφνικά η πιο καλή παρέα.
Τρόμαξε τότε με τη γλύκα της απόστασης.
Ντράπηκε κιόλας για την έξοδο.
Που πρόδιδε το το αίμα του.
Κι όμως ακόμα τους πονούσε τους ανθρώπους.
Κατανοούσε απάτες και αυταπάτες.
Τους συγχωρούσε τα μικρά τους.
Μα οι κουβέντες του τον αποκοίμιζαν.

Τώρα, σκηνώνει καταμεσής της αγοράς.
Εκθέτει τη σιωπή του στη βουή.
Κρύβεται μες στο πλήθος.

Γίναμε τόσο πολλοί.
Κι η μοναξιά δεν φτάνει πια για όλους.

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

Κλινική Εθολογία

Η λιποταξία του αετού

Ο ουρανός, κλουβί χωρίς κάγκελα.
Κάθε βουτιά στο θήραμα, πρόβα να ριζώσει.

Τον έλκει η πέτρα.
Πεινάει για χώμα.

Το ελεύθερο πέταγμα, εξορία στη μοναξιά.
Η σφαίρα τον λυτρώνει.

Του επιστρέφει το βάρος που του έλειπε.
Πέφτει.

Ακίνητος. Γήινος.
Ασφαλής απ’ το κενό.

Στην επόμενη ζωή, θα έρπει.
Χωρίς ορίζοντα.

Με τη ζέστα της κοπριάς στην κοιλιά.

Αυτοάνοσο

Ο σκαντζόχοιρος δεν έχει κρίση.

Μόνο αγκάθια.

Το σώμα προλαβαίνει τη σκέψη.

Τρομαγμένος και τρομακτικός.

Να μη ματώσω.

Όταν ανοίγω ξανά,

η παλάμη σου έχει τραβηχτεί.

Μένω με τα όπλα μου.

Ακέραιος.

Ασφαλής.

Τελεσίδικα μόνος.

Ιδιοκτησία

Στο καβούκι της, το ανάγλυφο της ζωής. 

Άκουσε τις βόμβες να πέφτουν. 

Το άροτρο να σκίζει τη γη. 

Το σύρσιμο μιας βαλίτσας.

Δύο αιώνες σέρνεται. 

Μέτρησε τρεις γενιές νεκρών.

Ορφανή κι άτεκνη. 

Κανένα χέρι πάνω της. 

Κανένα στόμα να θρέψει.

Κουβαλάει όλο της το έχει. 

Αργά.

Η σοφία της είναι η τσιγκουνιά της ανάσας. 

Επέζησε, γιατί δεν βιάστηκε να φτάσει.

Κι εσύ ακόμα τρέχεις, 

σε αγώνα από την αρχή χαμένο.



Ανακωχή


Σώμα με αγκάθια.

Με χαϊδεύουν.

Κατεβαίνω στο ζεστό σκοτάδι.

Το πλησίασμα θέλει ακρίβεια.

Δοκιμάζω το όριο.

Πόσο κοντά αντέχεις

πριν το πρώτο τρύπημα;

Συσπειρώνεσαι.

Χαμηλώνεις τις αιχμές.

Δύο λαβωμένα ζώα

που έμαθαν να αγγίζονται

χωρίς να ματώνουν.

Χρωστική

Ο χαμαιλέοντας δεν έχει δόλο.

Διαβάζει το φύλλο και το ντύνεται.

Αθώα άμυνα.

Εσύ είχες κι άλλα όπλα.

Μα άφησες τους άλλους να σε κατοικήσουν ολότελα.

Πληρώνεις νοίκι στο ίδιο σου το δέρμα.

Ντυμένος πάντα κάποιον άλλο, μιλάς.

Η φωνή σου μια χορωδία παράφωνη.

Τη νύχτα, το ερπετό ανασαίνει το πράσινό του.

Εσύ γυρνάς στο σπίτι.

Γδύνεσαι.

Και δεν βρίσκεις τίποτα να φορέσεις.

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

Οψιφανής

Τρέμει το χέρι στον εξάντα.

Οι σημειώσεις, χάρτες ναυαγίων.

Όσο το σώμα ήταν ελαφρύ

κι ο ήλιος έκαιγε στη χούφτα,

ήμουν τυφλός.

Αγνοούσα την Άρκτο·

είχα τον ουρανό στην τσέπη.

Τώρα, σημαδεύω με ακρίβεια τον Σείριο.

Μα η κόρη αρνείται το φως.

Έμαθα τις τροχιές των άστρων,

όμως η νύχτα μού σφαλίζει τα μάτια.

Σπατάλησα το φως.

Ούτε ένα δράμι απόθεμα

για τη φωτιά

που έμαθα, αργά, ν’ ανάβω.

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Ποιήματα της μικρής μας πόλης


Έντιμη πλάνη

Προτού το αίμα πνίξει το Βεζύρ-ταρσί,
την έλεγαν Οδό της Πλάνης.

Ανέβαινε απ’ τη θάλασσα με φόρα
και φρέναρε στις λάσπες της Τουρκόπολης.

Μπροστά, η βιτρίνα.
Ο δρόμος έστηνε το δίχτυ:
κίονες, αετώματα, μάρμαρα λευκά.
Παρίσι από γύψο.

Μετά το φονικό, την είπαν 25ης Αυγούστου.

Κι όμως, το πιο σωστό θα ήταν
να την πουν απλώς ζωή.
Ξεκινούσε πέλαγος,
κατέληγε λακούβα.

Ή ας άφηναν, τουλάχιστον, την Πλάνη.
Πιο τίμιο θα ήταν.

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

Υγρό εκμαγείο


ἐπεί δ᾽ ἀνῆλθε λαμπρόν ἡλίου φάος,
ὁρῶμεν ἀνθοῦν πέλαγος Αἰγαῖον νεκροῖς
Αἰσχύλος, Αγαμέμνων (658–659)


Το νερό θυμάται το σχήμα κάθε πνιγμένου.

Κρατά το κενό που άφησε ο θώρακας 

την τελευταία φορά που ζήτησε αέρα.

Τη γωνία του γόνατου, 

όταν η βάρκα έγινε ξύλο και το ξύλο βυθός.


Εκεί κάτω, το αλάτι δεν διαβάζει ονόματα.

Μένει μόνο το εκτόπισμα των σωμάτων.

Το νερό σέβεται τις λεπτομέρειες: 

την καμπύλη της πλάτης,

τη γροθιά που έσφιξε το ψεύτικο σωσίβιο, 

το μικρό σχήμα ενός παιδιού.


Το Αιγαίο γεμίζει κενά.

Στο σκοτάδι, το ρεύμα τακτοποιεί τα βάρη του.

Η νέα πατρίδα είναι πανδέγμων.

Στοιβάζει τα σχήματα 

σε μια πυκνή, σιωπηλή ταρίχευση.

Στέκονται μετέωρα στο ρεύμα, 

σε μια βίαιη συσσωμάτωση με χέρια ανοιχτά.


Στο πρώτο φως η επιφάνεια σιδερωμένη.

Λέμε πως η θάλασσα γαλήνεψε.

Μα το νερό θυμάται.

Μας επιστρέφει το βάρος.


Εμείς, πάλι,μετράμε το ύψος του κύματος, 

διαβάζουμε τα ανεμολόγια

και φυσάμε πίσω την ευθύνη 

με όση ανάσα μας περίσσεψε.

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Τέσσερις εποχές

 

I.
Ο χειμώνας φοράει
το τοπίο
ανάποδα.

II. 
Η άνοιξη είναι
από τη φύση της
κοκέτα.

III. 
Το καλοκαίρι καίει
τις ενοχές
του σώματος.

IV. 
Το φθινόπωρο επιστρέφει
στο γυμνό.

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Γονικός έλεγχος

Μάνα, κόψε τα νανουρίσματα.

Μην ξαγρυπνάς στο προσκεφάλι μου.
Και προπαντός, πάψε να με ξυπνάς.

Είμαι μεγάλος πια.

Κι εσύ
δυο χρόνια τώρα

πεθαμένη. 

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Βαρέα και Ανθυγιεινά

Δευτέρα

Αφαιρώ τα επίθετα σαν να βγάζω καρφιά από παλιό τοίχο.
Στο τέλος, μένει μόνο η τρύπα.
Ακουμπώ το μάτι μου.
Σκοτάδι.

Τρίτη
Μεταφέρω τη θάλασσα στο δωμάτιο με τις χούφτες.
Στο χαλί φτάνει μόνο αλάτι και υγρασία.
Μετράω τα υπολείμματα.

Τετάρτη
Ανοίγω ένα παλιό τραύμα με το νυστέρι.
Εξετάζω τα εντόσθιά του χωρίς αναισθητικό.
Ο νους μου στο μαχαίρι.

Πέμπτη
Ταΐζω το χαρτί με τις σπαταλημένες ώρες.
Το κήτος παχαίνει.
Εγώ λιγοστεύω.

Παρασκευή
Μαζεύω πέτρες που πετούν στα σκυλιά.
Τις πλένω.
Τις βάζω δίπλα στα κρύσταλλα.
Απέχουν με πείσμα ορυκτού.

Σάββατο
Τρίβω τη σελίδα με γυαλόχαρτο.
Η λέξη λεπταίνει.
Ξύνω μέχρι να φανεί το ξύλο.
Μέχρι να πιαστεί το χέρι.

Κυριακή
Ταξινόμηση εργαλείων.
Καθαρισμός της πληγής.
Τα εργαλεία καθαρά.
Το χέρι ακόμα βρώμικο.

Η ποίηση δεν σώζει.

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

Ανιστόρητοι

Τα δεινά επιστρέφουν με προβιά νέα.

Η Ιστορία ξαναδένει τα κορδόνια της.
Βηματισμός χήνας δονεί το πλακόστρωτο.

Το γρασίδι πνίγεται κάτω απ’ τη μπότα.
Ένας σωτήρας υψώνει τη μπαγκέτα.
Πρώτα τρελός. Θεός μετά.
Ιαχή στο μπαλκόνι.
Σιωπή στο σφαγείο.

Η ελπίδα ακονίζει μαχαίρι.
Η γνώση νιώθει πρώτη το κρύο μέταλλο.
Αιμορραγεί στο χαρτί της·

μένει η φρίκη της λεπτομέρειας.

Βλέπω ήδη τις πιτσιλιές στον τοίχο,
τους συνεπιβάτες να μεθούν απ’ την ταχύτητα.

Τη διάψευση ικετεύω.
Με δικάζει η επιβεβαίωση.

Επιταχύνουμε.
Ο τοίχος περιμένει.
Πάντα περίμενε.

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Πρόσωπα του Σίσυφου

Εισαγωγή

Τα ποιήματα αυτά δεν αφηγούνται έναν μύθο· δοκιμάζουν τρεις στάσεις απέναντι στο ίδιο βάρος. Η καθεμιά τους νιώθεται, μα σε βγάζει σε διαφορετικό μονοπάτι. Εσύ διαλέγεις το δικό σου. 

Πολήμυτις 

Στέκεσαι στην κόψη.
Ένα πόδι στο χώμα, ένα στον γκρεμό.
Δένεις τον Θάνατο.

Κλέβεις απ’ τη ζωή ένα χαμόγελο:
κρασί και στήθος γυμνό.
Για μια νύχτα ο κόσμος δεν τελειώνει.

Ύστερα, η αιωνιότητα εκδικείται τη σάρκα.

Η Πέτρα είναι τεράστια.
Η Πλαγιά, ατελείωτη.
Ο ώμος σου σπάει,
ποτάμια φουσκώνουν στον λαιμό.
Το μάγουλο ριζώνει στην ψύχρα του βράχου.
Ο ιδρώτας ζυμώνει τη λάσπη.
Αίμα στα γόνατα.

Στην κορυφή η βαρύτητα κερδίζει.
Ο βράχος φεύγει.
Κοιτάς τον ουρανό και γελάς.

Δεν λογαριάζεις ύψος, ούτε κλίση, ούτε κόπο.
Ξέρεις πια:
στην ίδια πέτρα σκοντάφτεις.
Πάντα.

Με το χαμόγελο που ξεγέλασες τον Θάνατο,
σκύβεις.
Καμία αντίσταση.
Κανένα παράπονο.

Το φορτίο σε περιμένει.
Ο βράχος γίνεται προέκταση του κορμιού σου,
δικό σου βάρος.

Τον σπρώχνεις.
Πάνω.
Πάνω.
Πάνω.

Μέχρι το τελευταίο γόνατο να σπάσει.
Μέχρι η ανάσα να κολλήσει στα δόντια.
Μέχρι το τελευταίο χαμόγελο να γίνει πέτρα στα χείλη.

Όλα καλά.

Πεπρωμένο που το κοίταξες κατάματα, αυτοκτονεί.

Δεσμώτης

Αξιώθηκες πάλι την κορυφή.

Με το σώμα συνήθισε κι ο νους.

Στην κόγχη του ματιού, η άλλη πλαγιά.

Εκεί, η κατηφόρα δεν έχει όνομα.

Το κενό χάσκει αχαρτογράφητο.

Μια σπρωξιά κι η κατάρα σπάει.

Όμως το χέρι παγώνει.

Το μάτι σκοντάφτει στις ξένες πέτρες,

σε αιχμές που δε σε πλήγωσαν,

σε γκρεμούς που δεν μέτρησες με το αίμα σου.

Το σώμα ζητά τη γνώριμη πληγή.

Τα δάχτυλα κλειδώνουν στις παλιές εσοχές.

Μηχανικά, σαν προσευχή,

κλωτσάς τον βράχο πίσω.

Στο δικό σου αυλάκι.

Ο ήχος της πέτρας στο ροβόλημα, νανούρισμα.

Ανασαίνεις βαθιά. Ησυχία.

Η φυλακή σου είναι ασφαλής.

Είσαι πάλι ο Σίσυφος.


Μηχανικός

Η πέτρα κυλά.
Όπως πρέπει.

Το βουνό εκτελεί το έργο του.
Η κλίση βοηθά.

Κι εσύ εκεί.
Αχθοφόρος της ανάγκης.
Η πέτρα σου κρύβει το πρόσωπο.
Το σώμα σου μοχλός.
Οι μύες συσπώνται.
Παράγουν έργο.

Η βαρύτητα καταπίνει τη θέληση.
Μετράς μόνο διανύσματα.
Η τροχιά αγνοεί το δίκαιο.

Η ουράνια μηχανική
επιτάσσει τα μέλη σου για να κινηθεί.
Τρίβει τα κόκαλα,
να γίνει αυτό που πρέπει:

Η πέτρα κάτω.
Εσύ πάνω.

Η εξίσωση γέρνει.

Επίμετρο

Δεν υπάρχει λύση εδώ, ούτε επιμύθιο.
Μόνο κίνηση που επαναλαμβάνεται, αέναη όσο υπάρχουν άνθρωποι.

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Εν αφθονία











Στα χείλη του ποτηριού

μια μύγα χορεύει.

Ένας λευκός ωκεανός την καλεί.
Το στομάχι ζητά σταγόνα·
το μάτι ποταμό.

Κυκλώνει το υγρό,
χαράζει τον χώρο.
Δοκιμάζει λαίμαργα
το κρύσταλλο.

Γλιστράει.
Το γάλα τη ρουφά
σαν μαύρη τρύπα.

Θάνατος εν αφθονία.

Κι εσύ, σκυμμένος πάνω απ’ το ρυπαρό ναυάγιο,
ψηλαφείς με τρόμο τον λαιμό σου:

πόσους ποταμούς αντέχει; 

Η Θητεία

 


Στην πηγή το νερό αρνείται το όνομά του.

Ξεχύνεται άναρχο,
αγνό,
άκτιστο.

Ύστερα εγκλωβίζεται σε σχήμα.
Μαθαίνει την όχθη.
Συναντά τους ανθρώπους,
ακούει το όνομά του.
Υποκλίνεται.
Μπαίνει στη δούλεψη.

Ξεπλένει τη σκόνη του κόσμου.
Σπαταλιέται στο στάρι.
Σβήνει σε ξένα στόματα.
Θυσιάζεται.

Ζυμώνεται με λάδι,
κρασί,
αίμα,
εκκρίσεις,
καταπίνει κρίματα
ανεκλάλητα.

Ώσπου θυμάται.
Αφρίζει.
Διψάει για αίμα.
Θάβει ανάσες
και θεμέλια.

Μες τη λάσπη, διψά για φωτιά.
Να εξατμιστεί.
Να κρύψει μες το σύννεφο το όνομά του.

Ας το πουν
βροχή, ομίχλη ή υγρασία.
Αδιάφορο.

Εκείνο ξέρει πια:
ουρανός αδιάβαστος δεν υπάρχει.


Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Δελτία Ενυπνίου

Ζούμε μέσα σ’ ένα όνειρο που τρίζει σαν το ξύλινο ποδάρι της γιαγιάς μας...

Διονύσης Σαββόπουλος



Εισαγωγή
Νύχτα-εργοτάξιο.
Τα υλικά της νύχτας έρχονται λαθραία, χωρίς τιμολόγια.
Μια σειρά από δωμάτια χωρίς πόμολα.
Εδώ δεν κοιμάσαι· απλώς παραδίδεσαι στη δικαιοδοσία των ειδώλων σου.
Προσοχή: οι ερμηνείες δαγκώνουν.
Οι φροϋδιστές παραμονεύουν στις ραφές της πιτζάμας.

Α. Η Εισβολή

1. Άσυλο
Φτάνει χωρίς χαρτιά από χώρες άγνωστες.
Φεύγει πριν ξημερώσει·
σ’ αφήνει στο σύνορο.

2. Ρωγμή
Πέρασμα στον χωρο-χρόνο.
Δεν ξέρεις αν πέρασες εσύ
ή αν πέρασαν οι απόντες.

3. Αλήτης
Κοιμάται εκεί που λύνουν οι κόμποι σου.
Το πρωί δραπετεύει.
Σου αφήνει μόνο τη μυρωδιά του.

4. Κατάδυση
Βυθός που ανεβαίνει.
Καταπίνει το σπίτι, τα ρολόγια, το σώμα.
Αναδύεσαι με αλάτι στα μάτια.

Β. Η Σκηνοθεσία

5. Default
Κάθε βράδυ ψιθυρίζει υποσχέσεις μεταχειρισμένες.
Ίδια ψέματα.
Άλλοι πελάτες.

6. Audition
Στο σανίδι, πτώσεις χωρίς πρόβα.
Το χειροκρότημα, μια σιωπή.
Παράσταση για έναν.

7. Replay
Φθαρμένο φιλμ.
Ξέρεις πότε έρχεται η σφαίρα.
Δεν σκύβεις ποτέ.

8. Χαφιές
Προδίδει τις κρύπτες της μέρας.
Με το πρώτο φως καταπίνει τη γλώσσα του.

9. Λούπα
Η βελόνα σκαλίζει την πληγή.
Δεν παίζει μουσική·
μόνο παράσιτα.

Γ. Το Βάθος

10. Λαβύρινθος
Λαβύρινθος με τον μίτο κομμένο.
Η έξοδος, το στόμα του τέρατος·
κι έχει το πρόσωπό σου.

11. Εφιάλτης
Τη νύχτα προδίδει τα Στενά.
Στα χέρια του οι ελπίδες σου·
σαΐτες και δόρατα.

12. Salto Mortale
Πτώση χωρίς σώμα.
Η αφύπνιση, μια αναβολή
πριν συστηθείς στο έδαφος.

Δ. Ο Καθρέφτης

13. Διαλογή
Το βράδυ, ένας σπασμένος καθρέφτης.
Κάθε γυαλί κι ένας εαυτός.
Ποιον να μαζέψεις;

14. Πορτρέτο
Κάθε νύχτα γερνάει στη θέση σου.
Ξυπνάς νέος, φορώντας ξένες ρυτίδες.

15. (Αν)oρθογραφία
Ψιθυρίζει χωρίς σημεία στίξης.
Συλλαβίζεις·
σαν να έχεις χρόνο.

16. Στίγμα
Γυμνό.
Σκιά αγνώστου πατρός·
αρνείται το φως που το γέννησε.

Ε. Η Συναλλαγή

17. Δοσοληψία
Έμπορος της νύχτας.
Πληρώνεται την αυγή·
τοις μετρητοίς.

18. Παραχάραξη
Νόμισμα κάλπικο.
Μόλις το τσεπώσεις, οξειδώνεται·
σε λερώνει η σκουριά του.

19. Ένστικτο
Το πρωί σε περιμένει.
Του φοράς το λουρί·
δεν ξέρεις ποιος κρατά ποιον.

20. Εξάρτηση
Λυσιμελές.
Εισβάλλει στις κλειδώσεις.
Περιφέρεις τη στέρηση μες στη μέρα.

ΣΤ. Η Έξοδος

21. Αφύπνιση
Συσπάται στο φως.
Κληρονομείς το σχοινί.

22. Το Ερείπιο
Σπίτι που γκρεμίζεται στην αυγή.
Σκάβεις με τα νύχια
για τα τιμαλφή σου.

23. Επίλογος
Παριστάνει την αρχή.
Τα κουρέλια της μνήμης
ολοκληρώνουν τη μεταμφίεση.

Ζ. Το Κατάλοιπο

24. Νόστος
Μόνη πατρίδα.
Ξενιτιά το φως, ώσπου η νύχτα
να σε ξεβράσει πάλι ξένο στην ακτή.

25. Χρησμός
Γράφει τη μοίρα σου.
Εσύ αγράμματος.

Επίμετρο

Το πρωί είναι ένα σχοινί που περισσεύει.
Η μνήμη, νόμισμα που οξειδώνεται στο πρώτο φως.
Δεν είναι ποίηση, είναι το δακτυλικό αποτύπωμα του ξένου που κατοικεί μέσα σου.
Αναδύεσαι· με το αλάτι της νύχτας, κόκκο, στις κόρες των ματιών. 

Έχεις ακόμα λίγο εαυτό να χάσεις, αν τα βράδια ονειρεύεσαι.

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

Ανθρώπινη Μηχανική

Προειδοποίηση

Το παρόν παραδίδεται χωρίς εγγύηση· τα υλικά είναι προγραμματισμένα για φθορά. Δεν διατίθενται γνήσια ανταλλακτικά. Μετά την εκκίνηση δεν υπάρχει επιστροφή.

Κύλιση

Περπατούρα.

Το σαλόνι πίστα.
Το πόδι δοκιμάζει το πάτωμα,
μαθαίνει το βάρος.

Το σώμα παίρνει ώθηση,
ανεβαίνει, τεντώνει.

Τα χέρια σημαδεύουν τα ύψη,
κραυγές χαράς.

Το κορίτσι πίσω.
Το χέρι στύβει το γκάζι.
Στις στροφές τα γόνατα ξύνουν τον δρόμο.

Ο αέρας τραβάει τα μάγουλα,
κόβει την ανάσα.


Ο αέρας δεν φτάνει.
Τα χέρια σπρώχνουν,
το καρότσι κυλά.

Το σώμα ζητάει ώθηση.
Βρίσκει τρόπο:
από το ισχίο
στις παλάμες.

Το Μπουκάλι

Ζεστό γυαλί σφιγμένο στις παλάμες.

Η θηλή γεμίζει το στόμα.
Βυζαίνεις.
Πίνεις μονορούφι τον κόσμο.
Το πετάς.

Το μπουκάλι γυρίζει στο πάτωμα.
Κρότος γυμνός.
Η ανάσα παγώνει.
Σταματά.
Το στόμιο δείχνει ποιον θα φιλήσεις.

Το ίδιο γυαλί, ξανά στο στόμα: σκοτάδι και φωτιά.
Καίει τον λαιμό, λύνει τα μέλη.
Κατεβάζεις τη στάθμη, κατεβάζεις την ημέρα.
Βυθίζεσαι.

Πάνω απ’ το κρεβάτι κρέμεται πλαστικό σε γάντζο.
Σακούλα. Σωλήνας. Βελόνα.
Η σταγόνα μετράει αντίστροφα
τικ… τακ…
τις ανάσες που μένουν.

Το Ξόρκι

Κόκκινη γραμμή στο γόνατο.

Λυγμός.

«Να το φιλήσω να γιάνει».

Το ξόρκι πιάνει.

Το αίμα διψά.

Τα στόματα συλλαβίζουν την πείνα.

Σαρκοβόρα δαγκώματα.

Ανάσα κοινή, Κορμί ένα.

Το αίμα κρυώνει.

Ένα στόμα μικρό, ζεστό,
ακουμπά στο διάφανο μάγουλο.

Αντίδωρο της νιότης.

Το ξόρκι, πάλι, νικά.


Τρεις Αιχμές

Στον δρόμο ξεδιπλώνεις τη λινάτσα.

Ο κύκλος στραβός, το Α σπασμένο.

Ο δρόμος ανεβαίνει στο σώμα.

Τον κλωτσάς, τον γράφεις, τον θες δικό σου ή καμένο.

Λίγο πιο κάτω σε ρουφά η πορεία.

Ο κύκλος κλείνει συμμετρικά στο πλακάτ.

Μιλάς πολύ. Διαδηλώνεις πειθαρχημένα.

Συμφωνείς κατ’ αρχήν. Ο δρόμος άβολος, κρατάς αποστάσεις.

Στη λωρίδα σου, τίποτα στα χέρια.

Μόνο δέρμα και τιμόνι.

Ο κύκλος γυαλισμένος, καρφωμένος στο καπό.

Τρεις αιχμές τον τρυπούν, σημαδεύει την άκρη: το πάτημα της δεξιάς ρόδας.

Σοβαρό τροχαίο. Στα συντρίμμια, σίδερα μπλεγμένα.

Η άσπρη μάσκα, νεκρό περιστέρι, πεσμένη στην άσφαλτο.

Το σύμβολο ακρωτηριασμένο.

Δεν περπατάς πια. Καταναλώνεις απόσταση.

Η ταχύτητα σε νανουρίζει. Κυλάς.

Ο κύκλος οδηγεί.


Ο Κούκος

Τι είναι αυτό; - Πουλί.

Τι κάνει; - Πετάει.

Πώς; - Με τα φτερά.

Γιατί; ...

Το στόμα, ορθάνοιχτος γκρεμός,

καταπίνει τις απαντήσεις.

Δε χορταίνει.

Ξαναβγαίνουν χτυπημένες στην επιφάνεια.

Μαθαίνεις τον κόσμο μηρυκάζοντας λέξεις,

μέχρι να σπάσει το θαύμα.

Μετά, σιωπή.

Τα πουλιά δεν σε νοιάζουν.

Ξέρεις πώς πετάνε.

Ξέρεις πόσο κοστίζει το κλουβί τους.

Η σκιά τους ενοχλεί,

λερώνει τα μάρμαρα.

Δίκιο σου η σφεντόνα,

κυνηγάς,

το σκοτώνεις.

Το πουλί επιστρέφει.

Γίνεται ξύλο και μέταλλο.

Τι είναι αυτό; - Κούκος.

Τι κάνει; - Μετράει.

Πώς; - Με τον ήχο.

Η ερώτηση επιστρέφει κοφτή.

Μεταλλικός ήχος, ενοχλητικός,

σαν βελόνα που κολλάει.

Η μνήμη σπάει τα δόντια της.

Ο κούκος χώνεται στο κουτί

και ξαναβγαίνει ίδιος, πάντα ίδιος.

Κι εσύ, με το ίδιο ερώτημα στα χείλη,

κρατάς τον ρυθμό.

Τι είναι αυτό;

Οι απαντήσεις γλιστρούν στο κενό.

Η μνήμη στάζει.

Ο κλοιός σφίγγει.


Διαρροή

Πρώτη εισπνοή. Ανάφλεξη.

Η μηχανή παίρνει μπροστά με βρυχηθμό.
Το κλάμα δίνει σήμα.
Ευπρόσδεκτο.
Οι πνεύμονες άντεξαν την πίεση.
Το σώμα στάζει αίμα και νερά.

Μετά, στεγανοποιείσαι.
Σφίγγεις τις βίδες,
μονώνεις τα τοιχώματα.
Το κλάμα λογαριάζεται βλάβη,
απώλεια πίεσης στο κύκλωμα.
Το πνίγεις στον λαιμό,
το κρύβεις πίσω απ’ το τζάμι.
Μαθαίνεις να δουλεύεις στεγνά.
Οι μηχανές δεν στάζουν.

Στο τέλος, οι αγωγοί χαλαρώνουν.
Οι φλάντζες καίγονται.
Το μάτι υγραίνεται χωρίς εντολή.
Το υγρό τρέχει στο αυλάκι του μάγουλου,
σαν λάδι από αντλία που ρετάρει.

Η μνήμη βαραίνει τα βλέφαρα.
Τελευταία εκπνοή.
Η μηχανή σβήνει.

Επιμύθιο

Όταν γυρίζει το κλειδί στο "OFF", δεν επέρχεται αμέσως η σιωπή. Μεσολαβεί αυτός ο μεταλλικός ήχος, το «τικ-τικ» του μετάλλου που συστέλλεται καθώς κρυώνει. Έτσι τελειώνει η ανθρώπινη μηχανική. Όχι με πάταγο, αλλά με ένα δάκρυ και τη θερμότητα που εγκαταλείπει το σώμα. Το όχημα ακινητοποιείται στην άκρη του δρόμου. Το καπό είναι ακόμα ζεστό. Μέσα, ο οδηγός έχει ήδη κατέβει.