Στα βράχια της Μήλου, στα στενά του Ορμούζ, στις πεδιάδες της Ουκρανίας
Η Πυγμή δεν ψάχνει φύλλα συκής,
Αιώνες τώρα.
Ας είναι ο χρόνος ένας κύκλος,
μια αφαίρεση,
μια διαρκής πιθανότητα.
Εγώ, με κάποιο παρελθόν
-και μέλλον, ποιος το ξέρει;-
τον υποδέχομαι
με το σοφό τερέτισμα του τζίτζικα
που τραγουδά τον ίδιο του τον θάνατο.
Δεν μου ανήκει ούτε ο πόνος
ούτε η δόξα μου.
Το παρελθόν μου,
σώμα που σαπίζει σε ξένους τάφους.
Το μέλλον μου δεν με περιέχει.
Δεν το γνωρίζω.
Δεν με ξέρει.
Μου ’μεινε τούτη η μόνη περιούσια στιγμή·
αφανής,
στου δέντρου τον κορμό ανεβασμένος,
εγώ -ο τέττιγξ- ψάλλω το τραγούδι μου,
ξεχνώντας την πολύχρονη ταφή μου
προτού δω το φως του ήλιου,
μα και τον θάνατο
που θα ’ρθει με το πρωτοβρόχι.
Ψάλλω ωδή
στον Ενεστώτα Χρόνο.
Κατοικώ πια στις λέξεις μου.
Μετακόμισα
σε εκείνο το διάστημα ανάμεσα
στο βλέμμα και στο είδωλο.
Είμαι θόρυβος που επιμένει
στη συχνότητα της μέρας.
Μια εκκρεμότητα στο συρτάρι.
Θρίαμβοι και ήττες
είναι δέρμα που ξεράθηκε,
ρούχα που χάρισα σε περαστικούς.
Είμαι η στιγμή
που το χέρι διστάζει
πριν την υπογραφή,
πριν το χάδι,
πριν τον φόνο.
Είμαι αυτό που περισσεύει
όταν όλα έχουν ειπωθεί.
Homo sum: humani nil a me alienum puto, Terence, Heauton timorumenos, 77*
Είμαι λευκός και λίγο μαύρος.
Πλούσιος κι άπορος μαζί.
Λίγο μικρός, λίγο μεγάλος.
Άσχημος κάπως κι ευειδής.
Είμαι εγώ μα είμαι κι εσύ.
Και θα μπορούσα να είμαι κι άλλος
αν άλλο γάλα είχα πιει.
Είμαι παιδί τυχαίου χάρτη
που τον ορίζει από την αρχή.
Στον καναπέ βουλιάζει η θέση σου,
σκυλί του δρόμου κάποτε, στην άγρια νιότη.
Του σαλονιού σου ορίζεις πια τη γεωγραφία.
Ονειρεύεσαι επαναστάσεις,
κάπως αστείος
με τις πιτζάμες και τις παντόφλες παρά πόδα.
Συνομιλείς με τον Ερνέστο,
που σε κοιτάζει ακίνητος στο κάδρο,
και πνίγεις τους φασίστες
μες στο χλιαρό σου το φασκόμηλο.
Άσπρα καράβια τα όνειρά σου·
τα έσερνες κάποτε
σε δρόμους, πλατείες, οδοφράγματα.
Τώρα μπερδεύτηκαν με τα άσπρα σου μαλλιά,
ρίξανε άγκυρα
στου νου σου τις ρυτίδες.
Κουφάρι άδειο,
το σέρνεις
σε άνευρες και ισχνές διαδηλώσεις.
Οι σύντροφοι λάκισαν στον πηγαιμό,
κι όσοι απόμειναν
φωτογραφίζονται μαζί,
με αίμα στα δόντια.
Με τη λύσσα της δικαίωσης στα ούλα,
σφίγγεις τα ξέφτια της παντιέρας
και περιμένεις την έκρηξη.
Να σε λυτρώσει.
Έκοψες το τσιγάρο.
Πέταξες τα σπίρτα.
Το δήλωσες δημόσια·
Τώρα φοράς λευκό πουκάμισο
και αερίζεις τις αίθουσες των συσκέψεων.
Μα χρόνια κρύβεις το τελευταίο πακέτο στο συρτάρι.
Πίσω από τις εγκυκλίους,
δίπλα στις υπογραφές.
Το ανοίγεις.
Μετράς τα τσιγάρα.
Μετράς τους δρόμους.
Αύριο υπογράφεις
την απαγόρευση του καπνίσματος
στους δημόσιους χώρους.
- Ώρα έχετε;
τη ρώτησα.
Εκείνη
πήδησε στον γκρεμό.
Δεν λογάριαζα
αυτή την απάντηση.
Με τρώνε οι τύψεις.
Τουλάχιστον, στο εξής,
θα προσέχω
τις ερωτήσεις μου.
Αγαπημένη μου,
δε μου συγχώρησες ποτέ την προδοσία σου.
Το νιώθω.
Αν όμως κάποτε μάσησες το όνομά μου σαν σπασμένο γυαλί,
αν γύρεψες καταφύγιο στον γκρεμό του σώματός μου,
αν βύθισες τα χέρια σου στην ανοιχτή πληγή μου,
συγχώρησε τον εαυτό σου.
Ο έρωτας δεν είναι λευκή σημαία.
Δεν είναι συμβόλαιο να στάξεις ψυχρό μελάνι.
Γράφεται με νύχια που ξεσκίζουν τη ράχη.
Με κυνόδοντες που χαράζουν πορφυρά μισοφέγγαρα στην καρωτίδα.
Είναι σφαγείο ο έρωτας, Αγαπημένη.
Σερνόμαστε απ’ το μέτωπο με γόνατα γδαρμένα στα χαρακώματα,
με ιδρώτα που μυρίζει σκουριά,
με μελανιές να ανθίζουν στους ώμους,
με αίμα στα χέρια
που δεν ξέρουμε πια σε ποιον ανήκει.
Στον έρωτα προδίδεις πάντα εκδοχές του εαυτού σου.
Μια σαπίζει στο κατώφλι.
Άλλη φεύγει με σπασμένα πλευρά.
Κι άλλη επιστρέφει σέρνοντας τα πόδια της,
με τα χείλη φαγωμένα απ’ τα ίδια της τα δόντια.
Κρατώ ακόμη τη γεύση αυτού του αίματος
στη γλώσσα μου.
Και περιμένω.
Το λουρί χαλάρωσε στο πεζοδρόμιο.
«Χρόνια πολλά».
Οι λέξεις της κύλισαν μπροστά μου
σαν νομίσματα από ξένη τσέπη.
Το χέρι μου έσφιξε το παλτό.
«Συγγνώμη, γνωριζόμαστε;»
Ένα αυτοκίνητο πέρασε.
Ο σκύλος μύριζε έναν στύλο.
Το πρόσωπό της, ανοιχτό.
«Όχι», είπε.
«Έτσι συνηθίζουμε σήμερα».
Το σακίδιο βάρυνε στους ώμους μου.
Ο σκύλος όρθωσε τ’ αυτιά.
Το λουρί τεντώθηκε ξανά.
Η ευχή μου κόλλησε στον λαιμό.
Δεν ξέρω αν την άκουσε.
Έφυγαν.
Έμεινα στο τσιμέντο
να κρατάω ένα κουτί
που δεν ήξερα
πώς να ανοίξω.
Στις πλατείες, η πόλη φοράει περούκα.
Στολές ραμμένες στα ξέναΈμεινα με τον σπάγκο κομμένο.