Η λιποταξία του αετού
Ο ουρανός, κλουβί χωρίς κάγκελα.
Κάθε βουτιά στο θήραμα, πρόβα να ριζώσει.
Τον έλκει η πέτρα.
Πεινάει για χώμα.
Το ελεύθερο πέταγμα, εξορία στη μοναξιά.
Η σφαίρα τον λυτρώνει.
Του επιστρέφει το βάρος που του έλειπε.
Πέφτει.
Ακίνητος. Γήινος.
Ασφαλής απ’ το κενό.
Στην επόμενη ζωή, θα έρπει.
Χωρίς ορίζοντα.
Με τη ζέστα της κοπριάς στην κοιλιά.
Αυτοάνοσο
Ο σκαντζόχοιρος δεν έχει κρίση.
Μόνο αγκάθια.
Το σώμα προλαβαίνει τη σκέψη.
Τρομαγμένος και τρομακτικός.
Να μη ματώσω.
Όταν ανοίγω ξανά,
η παλάμη σου έχει τραβηχτεί.
Μένω με τα όπλα μου.
Ακέραιος.
Ασφαλής.
Τελεσίδικα μόνος.
Ιδιοκτησία
Στο καβούκι της, το ανάγλυφο της ζωής.
Άκουσε τις βόμβες να πέφτουν.
Το άροτρο να σκίζει τη γη.
Το σύρσιμο μιας βαλίτσας.
Δύο αιώνες σέρνεται.
Μέτρησε τρεις γενιές νεκρών.
Ορφανή κι άτεκνη.
Κανένα χέρι πάνω της.
Κανένα στόμα να θρέψει.
Κουβαλάει όλο της το έχει.
Αργά.
Η σοφία της είναι η τσιγκουνιά της ανάσας.
Επέζησε, γιατί δεν βιάστηκε να φτάσει.
Κι εσύ ακόμα τρέχεις,
σε αγώνα από την αρχή χαμένο.
Ανακωχή
Σώμα με αγκάθια.
Με χαϊδεύουν.
Κατεβαίνω στο ζεστό σκοτάδι.
Το πλησίασμα θέλει ακρίβεια.
Δοκιμάζω το όριο.
Πόσο κοντά αντέχεις
πριν το πρώτο τρύπημα;
Συσπειρώνεσαι.
Χαμηλώνεις τις αιχμές.
Δύο λαβωμένα ζώα
που έμαθαν να αγγίζονται
χωρίς να ματώνουν.
Χρωστική
Ο χαμαιλέοντας δεν έχει δόλο.
Διαβάζει το φύλλο και το ντύνεται.
Αθώα άμυνα.
Εσύ είχες κι άλλα όπλα.
Μα άφησες τους άλλους να σε κατοικήσουν ολότελα.
Πληρώνεις νοίκι στο ίδιο σου το δέρμα.
Ντυμένος πάντα κάποιον άλλο, μιλάς
κι η φωνή σου μια χορωδία παράφωνη.
Τη νύχτα, το ερπετό ανασαίνει το πράσινό του.
Εσύ γυρνάς στο σπίτι.
Γδύνεσαι.
Και δεν βρίσκεις τίποτα να φορέσεις.
Η Άνοιξη του Ενός
Με το κελαηδητό σου ανοίγουν παντζούρια.
Ορκίζονται στο άσπιλο φτέρωμα·
αναζητούν τους ομοίους σου.
Κανείς δεν κοιτάζει τα σπασμένα τσόφλια στη λάσπη.
Ξέρασες τον πανικό σου στα σεντόνια μου.
Κι όσο το πλήθος σε έραινε άνθη,
εγώ κλωσούσα κάτω απ’ το δέρμα μου μια ψυχρή πέτρα
ώσπου ράγισε.
Ένα τυφλό, ξένο ράμφος σκίζει το στήθος μου.
Απαιτεί αέρα.
Γκρεμίζει τις αναπνοές μου, μία μία, στο κενό.
Κάνει χώρο για τον όγκο του.
Εσύ, ψηλά στο κλαδί, μοιράζεις λιακάδα.
Απολαμβάνεις το ωσαννά.
Όμως κανένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη.
Την καταπίνει ζωντανή
και φτύνει τα κόκαλά της στο μπαλκόνι μας.
Μοναχικός Λύκος
Στο κρύο, η ανάσα του ήταν κάποτε ζευγάρι.
Τώρα, η σιωπή έχει δόντια.
Τον ξέρασε η αγέλη ή σάπισε ο δεσμός, δεν ξέρει.
Έμαθε το βάδισμα που καταπίνει τα ίχνη του.
Ουρλιάζει χαμηλά, μια δόνηση στον λαιμό,
ίσα να βεβαιωθεί πως το σώμα του κατοικείται.
Το φεγγάρι τον προδίδει στο θήραμα, γυμνό.
Η ελευθερία του δεν έχει σάρκα· μυρίζει σήψη.
Χώνει το ρύγχος σε μαύρες σακούλες της πόλης,
ξεσκίζει νάιλον.
Καταπίνει αποφάγια,
κι η μνήμη του γλείφει φρέσκο αίμα.
Η μοναξιά του είναι λάσπη που καρφώνει τα νύχια.
Ένα ουρλιαχτό που πνίγεται στην εξάτμιση,
μια σκιά ανάμεσα σε φώτα αυτοκινήτων.
Στο τέλος, θα κατασπαράξει τις ίδιες του τις σάρκες
για να μη βρουν τίποτα οι γύπες.
Κι όμως.
Θα ζήσει.
Γιατί το χέρι που τον ταΐζει είναι το δικό μας,
κρυμμένο βαθιά,
ποτισμένο λύσσα και πληγωμένη περηφάνεια.
Το Χρυσόψαρο
Μια πορτοκαλί αστραπή ασφυκτιά σε πέντε λίτρα νερό.
Κάνει τον γύρο του κόσμου ασκαρδαμυκτί.
Το κάστρο είναι πλαστικό, το φυτό ψεύτικο,
ο ορίζοντας κυρτός.
Ανοίγει το στόμα.
Μια σιωπηλή φούσκα ανεβαίνει, σπάει στην επιφάνεια.
Κολλάει τη μούρη στο γυαλί.
Σε βλέπει τεράστιο, παραμορφωμένο.
Νομίζει πως είσαι η έξοδος.
Νομίζεις πως το κοιτάς.
Τραβιέσαι πίσω.
Κάνεις τρία βήματα: καναπές, ψυγείο, μπαλκόνι.
Κάνεις στροφή.
Μπαλκόνι, ψυγείο, καναπές.
Ο αέρας στο δωμάτιο έχει την ίδια γεύση με χθες.
Ανάβεις το γυαλί. Το ενυδρείο αλλάζει.
Το νερό πλημμυρίζει το σπίτι.
Φωσφορίζεις στο μπλε της οθόνης. Ακίνητος.
Ανοίγεις το στόμα.
Καταπίνεις εικόνες.
Ξεχνάς τι είδες στο προηγούμενο καρέ.
Πίσω από το απέναντι παράθυρο,
ένας άλλος δεσμοφύλακας χτυπά στο τζάμι.
Είσαι βυθισμένος, δεν τον ακούς.
Η πόλη, τη νύχτα, ένα μπλε ενυδρείο.
Αμέτρητα ψάρια.
Κολυμπάμε επί τόπου.
Και περιμένουμε το Χέρι που θα αλλάξει το νερό.