Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει

όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα

έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω

πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες...

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

Κυκλάμινο

Ο γκρεμός μπροστά σου ένας ανάσκελος λαιμός.
Δείχνει τα ασβεστολιθικά του δόντια.
Ο αέρας γδέρνει τον κερατοειδή.
Στεγνώνει το δάκρυ.

Παραδίνεσαι.

Στο κάθετο κενό, ο βράχος ιδρώνει αλάτι.
Κι εκεί, ένα κυκλάμινο,
μια φλέβα που αρνείται να κακαδιάσει.

Βελούδινη αιμορραγία γαντζωμένη στο χάος.
Σου φτύνει πορφύρα στα μάγουλα.
Επιβιώνει δίχως κόκκο χώματος.

Κι εσύ, με ολόκληρη γη στα πόδια σου, παραδόθηκες.
Ξύνεις τον αέρα με τα νύχια.
Παρακαλάς να γίνεις φύλλο, σκόνη, πουλί.
Μα η βαρύτητα δεν δέχεται μετάνοιες.
Καταλαβαίνεις πια.

Ο γκρεμός καρφώνει κυκλάμινα στα βράχια του
για να υπογράψει την πτώση σου.

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Ορυκτή Μοναξιά

Με το δάχτυλο να δείχνει
ένα μέλλον που δεν ήρθε,
στέκει οπλαρχηγός στην πλατεία,
δεσμώτης αλλοτινού καιρού, σε μαρμάρινη φυλακή.
Η φορεσιά του παλιομοδίτικη.
Οι ιδέες του, μούχλα και ναφθαλίνη.

Τη μέρα, οι περαστικοί τον προσπερνούν βιαστικοί.
Κάποιοι δεν τον γνωρίζουν.
Η μόνη δόξα του είναι οι φωτογραφίες
με ημίγυμνους τουρίστες.
Άλλοτε, μια παρέα πουλιών,
κι ας του λερώνουν τα παράσημα
και τις πτυχές της φουστανέλας.
Αυτά τουλάχιστον ξέρουν μονάχα από ουρανό.
Και τα στεφάνια των κουστουμαρισμένων
σε επετείους και γιορτές.

Σαν πέσει η νύχτα κι η πόλη πάρει ανάσα,
κάτι μέσα του ξυπνά·
οι αρμοί του τρίζουν.
Το σώμα λύνεται· 
το άλογο καλπάζει,
κι οι κορυφές των δέντρων, στο σκοτάδι,
γίνονται Σαρακηνοί.
Τα φύλλα δέχονται ανελέητα τα βόλια,
το γιαταγάνι βγάζει σπίθες.
Η ψυχή του σπάει την πέτρα που τον πνίγει
και λούζεται στο αίμα των εχθρών.
Ψηλώνει μέσα στον αχό.

Μα αν τύχει κάποιο ζευγάρι
να τραβηχτεί στη βάση των ποδιών του,
ξεχνά τη μάχη, τα παράσημα, τις τιμές.
Ακούει τις ανάσες τους,
τα τολμηρά τους χάδια.
Νιώθει το ζεστό τους αίμα,
κλέβει λίγη από την κάψα των φιλιών
και θυμάται που πριν γίνει πέτρα,
είχε κι αυτός καρδιά.

Μόλις η αυγή χαράξει την πρώτη αχτίδα,
το σώμα κοκαλώνει απότομα.
Το ορυκτό του πνίγει την κραυγή.
Ξανά ακίνητος.
Μεγαλοπρεπής και σοβαρός.
Δείχνει με το δάχτυλο το εμπρός,
μα η πλάτη του μένει
παγωμένη και μόνη.

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Δελτίο Μοναξιάς

Παλιά, βουτούσε με αποκοτιά μες τους ανθρώπους.

Πρώτος στα ξενύχτια,
στις χαρές  και στα σκοτάδια τους.
Ζούσε για τις παρέες.
Έμαθε έτσι τους ανθρώπους.
Και τον εαυτό του.

Μετά ήρθε η άμπωτη.
Μια αργή αποστροφή.
Βαρέθηκε.
Τείχη δεν ύψωσε κανείς.
Ο κύκλος έκλεινε σιγά
κι η σιωπή έγινε ξαφνικά η πιο καλή παρέα.
Τρόμαξε με τη γλύκα της απόστασης.
Ντράπηκε κιόλας για την έξοδο·
που πρόδιδε το το αίμα του.
Κι όμως ακόμα τους πονούσε τους ανθρώπους.
Κατανοούσε απάτες και αυταπάτες.
Τους συγχωρούσε τα μικρά τους.
Μα οι κουβέντες του τον αποκοίμιζαν.

Τώρα, σκηνώνει καταμεσής της αγοράς.
Εκθέτει τη σιωπή του στη βουή.
Κρύβεται μες στο πλήθος.

Γίναμε τόσο πολλοί.
Κι η μοναξιά δεν φτάνει πια για όλους.

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

Κλινική Εθολογία

Η λιποταξία του αετού

Ο ουρανός, κλουβί χωρίς κάγκελα.
Κάθε βουτιά στο θήραμα, πρόβα να ριζώσει.

Τον έλκει η πέτρα.
Πεινάει για χώμα.

Το ελεύθερο πέταγμα, εξορία στη μοναξιά.
Η σφαίρα τον λυτρώνει.

Του επιστρέφει το βάρος που του έλειπε.
Πέφτει.

Ακίνητος. Γήινος.
Ασφαλής απ’ το κενό.

Στην επόμενη ζωή, θα έρπει.
Χωρίς ορίζοντα.

Με τη ζέστα της κοπριάς στην κοιλιά.

Αυτοάνοσο

Ο σκαντζόχοιρος δεν έχει κρίση.

Μόνο αγκάθια.

Το σώμα προλαβαίνει τη σκέψη.

Τρομαγμένος και τρομακτικός.

Να μη ματώσω.

Όταν ανοίγω ξανά,

η παλάμη σου έχει τραβηχτεί.

Μένω με τα όπλα μου.

Ακέραιος.

Ασφαλής.

Τελεσίδικα μόνος.

Ιδιοκτησία

Στο καβούκι της, το ανάγλυφο της ζωής. 

Άκουσε τις βόμβες να πέφτουν. 

Το άροτρο να σκίζει τη γη. 

Το σύρσιμο μιας βαλίτσας.

Δύο αιώνες σέρνεται. 

Μέτρησε τρεις γενιές νεκρών.

Ορφανή κι άτεκνη. 

Κανένα χέρι πάνω της. 

Κανένα στόμα να θρέψει.

Κουβαλάει όλο της το έχει. 

Αργά.

Η σοφία της είναι η τσιγκουνιά της ανάσας. 

Επέζησε, γιατί δεν βιάστηκε να φτάσει.

Κι εσύ ακόμα τρέχεις, 

σε αγώνα από την αρχή χαμένο.



Ανακωχή


Σώμα με αγκάθια.

Με χαϊδεύουν.

Κατεβαίνω στο ζεστό σκοτάδι.

Το πλησίασμα θέλει ακρίβεια.

Δοκιμάζω το όριο.

Πόσο κοντά αντέχεις

πριν το πρώτο τρύπημα;

Συσπειρώνεσαι.

Χαμηλώνεις τις αιχμές.

Δύο λαβωμένα ζώα

που έμαθαν να αγγίζονται

χωρίς να ματώνουν.

Χρωστική

Ο χαμαιλέοντας δεν έχει δόλο.

Διαβάζει το φύλλο και το ντύνεται.

Αθώα άμυνα.

Εσύ είχες κι άλλα όπλα.

Μα άφησες τους άλλους να σε κατοικήσουν ολότελα.

Πληρώνεις νοίκι στο ίδιο σου το δέρμα.

Ντυμένος πάντα κάποιον άλλο, μιλάς

κι η φωνή σου μια χορωδία παράφωνη.

Τη νύχτα, το ερπετό ανασαίνει το πράσινό του.

Εσύ γυρνάς στο σπίτι.

Γδύνεσαι.

Και δεν βρίσκεις τίποτα να φορέσεις.


Η Άνοιξη του Ενός 

Με το κελαηδητό σου ανοίγουν παντζούρια. 
Ορκίζονται στο άσπιλο φτέρωμα· 
αναζητούν τους ομοίους σου.
Κανείς δεν κοιτάζει τα σπασμένα τσόφλια στη λάσπη. 

Ξέρασες τον πανικό σου στα σεντόνια μου.
Κι όσο το πλήθος σε έραινε άνθη, 
εγώ κλωσούσα κάτω απ’ το δέρμα μου μια ψυχρή πέτρα 
ώσπου ράγισε.

Ένα τυφλό, ξένο ράμφος σκίζει το στήθος μου. 
Απαιτεί αέρα.
Γκρεμίζει τις αναπνοές μου, μία μία, στο κενό. 
Κάνει χώρο για τον όγκο του.

Εσύ, ψηλά στο κλαδί, μοιράζεις λιακάδα. 
Απολαμβάνεις το ωσαννά.

Όμως κανένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη. 
Την καταπίνει ζωντανή 
και φτύνει τα κόκαλά της στο μπαλκόνι μας.



Μοναχικός Λύκος


Στο κρύο, η ανάσα του ήταν κάποτε ζευγάρι.

Τώρα, η σιωπή έχει δόντια.

Τον ξέρασε η αγέλη ή σάπισε ο δεσμός, δεν ξέρει.


Έμαθε το βάδισμα που καταπίνει τα ίχνη του.

Ουρλιάζει χαμηλά, μια δόνηση στον λαιμό,

ίσα να βεβαιωθεί πως το σώμα του κατοικείται.


Το φεγγάρι τον προδίδει στο θήραμα, γυμνό.

Η ελευθερία του δεν έχει σάρκα· μυρίζει σήψη.

Χώνει το ρύγχος σε μαύρες σακούλες της πόλης,

ξεσκίζει νάιλον.



Καταπίνει αποφάγια,

κι η μνήμη του γλείφει φρέσκο αίμα.

Η μοναξιά του είναι λάσπη που καρφώνει τα νύχια.



Ένα ουρλιαχτό που πνίγεται στην εξάτμιση,

μια σκιά ανάμεσα σε φώτα αυτοκινήτων.

Στο τέλος, θα κατασπαράξει τις ίδιες του τις σάρκες

για να μη βρουν τίποτα οι γύπες.



Κι όμως.

Θα ζήσει.

Γιατί το χέρι που τον ταΐζει είναι το δικό μας,

κρυμμένο βαθιά,

ποτισμένο λύσσα και πληγωμένη περηφάνεια.



Το Χρυσόψαρο



Μια πορτοκαλί αστραπή ασφυκτιά σε πέντε λίτρα νερό.

Κάνει τον γύρο του κόσμου ασκαρδαμυκτί.

Το κάστρο είναι πλαστικό, το φυτό ψεύτικο,

ο ορίζοντας κυρτός.



Ανοίγει το στόμα.

Μια σιωπηλή φούσκα ανεβαίνει, σπάει στην επιφάνεια.

Κολλάει τη μούρη στο γυαλί.

Σε βλέπει τεράστιο, παραμορφωμένο.

Νομίζει πως είσαι η έξοδος.



Νομίζεις πως το κοιτάς.

Τραβιέσαι πίσω.

Κάνεις τρία βήματα: καναπές, ψυγείο, μπαλκόνι.

Κάνεις στροφή.

Μπαλκόνι, ψυγείο, καναπές.



Ο αέρας στο δωμάτιο έχει την ίδια γεύση με χθες.



Ανάβεις το γυαλί. Το ενυδρείο αλλάζει.

Το νερό πλημμυρίζει το σπίτι.

Φωσφορίζεις στο μπλε της οθόνης. Ακίνητος.



Ανοίγεις το στόμα.

Καταπίνεις εικόνες.

Ξεχνάς τι είδες στο προηγούμενο καρέ.



Πίσω από το απέναντι παράθυρο,

ένας άλλος δεσμοφύλακας χτυπά στο τζάμι.

Είσαι βυθισμένος, δεν τον ακούς.


Η πόλη, τη νύχτα, ένα μπλε ενυδρείο.

Αμέτρητα ψάρια.

Κολυμπάμε επί τόπου.

Και περιμένουμε το Χέρι που θα αλλάξει το νερό.

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

Οψιφανής

Τρέμει το χέρι στον εξάντα.

Οι σημειώσεις, χάρτες ναυαγίων.

Όσο το σώμα ήταν ελαφρύ

κι ο ήλιος έκαιγε στη χούφτα,

ήμουν τυφλός.

Αγνοούσα την Άρκτο·

είχα τον ουρανό στην τσέπη.

Τώρα, σημαδεύω με ακρίβεια τον Σείριο.

Μα η κόρη αρνείται το φως.

Έμαθα τις τροχιές των άστρων,

όμως η νύχτα μού σφαλίζει τα μάτια.

Σπατάλησα το φως.

Ούτε ένα δράμι απόθεμα

για τη φωτιά

που έμαθα, αργά, ν’ ανάβω.

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Ποιήματα της μικρής μας πόλης

Παλίμψηστο

Λατινικά διατάγματα
σφραγισμένα με ντόπιο αίμα.

Το ασβεστολιθικό δέρμα ξεφλουδίζει.
Αποκαλύπτει λάσπη
και τρίχες ζώων.

Μια τάφρος ανασαίνει σκοτάδι,
ψίθυροι ψημένοι
στον ήλιο της ερήμου.

Κάτω από τη Λότζια
τα κεραμίδια
καίνε ακόμη
απ’ τη φωτιά του Φωκά.

Λιθάρι που διψά.
Κρήνες με μαρμάρινα στόματα
στερεμένα από ροδόνερο.

Κι οι μιναρέδες,
κομμένα δάχτυλα,
δείχνουν
έναν εξόριστο θεό.

Στον Λάκκο,
ένα κεντημένο κιλίμι της Σμύρνης
στεγνώνει
πάνω στην ενετική ντάπια.

Χάνδακας.
Κάντια.
Μεγάλο Κάστρο.
Ηράκλειο.

Άλλα ονόματα.
Άλλα οστά.

Θαμμένα στον ίδιο τάφο
που ψηλώνει.

Έντιμη πλάνη


Προτού το αίμα πνίξει το Βεζύρ-ταρσί,
την έλεγαν Οδό της Πλάνης.

Ανέβαινε απ’ τη θάλασσα με φόρα
και φρέναρε στις λάσπες της Τουρκόπολης.

Μπροστά, η βιτρίνα.
Ο δρόμος έστηνε το δίχτυ:
κίονες, αετώματα, μάρμαρα λευκά.
Παρίσι από γύψο.

Μετά το φονικό, την είπαν 25ης Αυγούστου.

Κι όμως, το πιο σωστό θα ήταν
να την πουν απλώς ζωή.
Ξεκινούσε πέλαγος,
κατέληγε λακούβα.

Ή ας άφηναν, τουλάχιστον, την Πλάνη.
Πιο τίμιο θα ήταν.

Ξενία

Μεταξύ παλιάς πόλης και λιμανιού,
στο χείλος του προμαχώνα,
μεταξύ Κρήτης και κόσμου,
υψωνόταν κάποτε το Ξενία
για να δώσει στο κύμα μια καρέκλα.

Να ξαποστάσει το αλάτι.
Να νοστιμήσει η διαμονή.
Να συστηθεί ο ξένος με το όνομά του.

Τώρα ο προμαχώνας άδειασε.
Το κτίριο διαλύθηκε σε χιλιάδες όμοια κουτιά.
Τα μετέτρεψαν σε κλειδοθήκες με κωδικούς,
τις κάρφωσαν στα κουδούνια της πόλης.

«Self check-in».
4,9 αστέρια.
Άφιξη μετά τις τρεις.

Η πόρτα ανοίγει μόνη της.

Λάκκος


Στην πίσω τσέπη των τειχών, η γούβα.

Όλα τα απόνερα της πόλης κατρακυλούσαν εδώ.

Φερτά υλικά και σώματα διωγμένα.

Σπίτια-κουρελούδες, ραμμένα με σιωπή. 

Μια τρύπα που κατάπινε αποτσίγαρα κι ιστορία.

Ο καπνός έδενε κόμπο την ανάσα,

μια χορδή έγδερνε το κόκκαλο της νύχτας.

Στις γωνίες κόκκινες λάμπες.

Το αίμα στέγνωνε πριν γίνει κραυγή.

Νταβατζήδες μετρούσαν χρυσά δόντια

και πλαστικές σύριγγες πεταμένες στη λάσπη.

Τώρα, μια στρώση σπρέι στο σάπιο δόντι.

Γκουρμέ πιάτα, δερμάτινα σανδάλια, εσπρέσο.

Από πάνω, ένας τσιμεντένιος Φαραώ

κρύβει τον ήλιο.

Όμως, ξύσε τον φρεσκοβαμμένο τοίχο:

από μέσα ακούγεται ακόμα ο βήχας των προσφύγων.

Ο σοβάς ξερνάει.

Σπέρμα, χασίσι και φτηνό οινόπνευμα.


Campo Marzio


Η στεριά υποχώρησε.

Το θαλασσινό νερό έπνιξε τους ευκαλύπτους,

παρέσυρε τον πασατέμπο και τον ίσκιο.

Υψώθηκαν κατάρτια από μπετόν,

τσιμεντένιες αγχόνες για ανθρώπους ή θεωρεία για πετεινά.

Ένα καράβι βουλιαγμένο στην άσφαλτο.

Το κατάστρωμα στρωμένο με αλαζονεία.

Λευκό μάρμαρο που στραβώνει τον Αύγουστο

και τσακίζει κόκαλα τον χειμώνα.

Πριν τον κατακλυσμό, οι καρέκλες σε παράταξη·

να μην αγκαλιάζουν το τραπέζι,                                                                                                                                                                                                                                                                                        να καρφώνουν πάντα την πλατεία.

Μια σειρά μάτια καταπίνουν μια κυριακάτικη παρέλαση

που ονειρεύεται κεραμίδι.


Σήμερα, λαμαρίνες και πλαστικό.

Η καρδιά της πόλης σε μόνιμη διασωλήνωση,

κομπρεσέρ ξηλώνουν το χθεσινό λάθος.

Ο Άρης νικημένος χρόνια στο Πεδίο του.

Κανείς δεν θυμάται τις Τρεις Καμάρες.

Κι η ελευθερία ένας διάδρομος

ανάμεσα σε δύο εργοτάξια.

Το Gemini είπε

Τάφος

Αφορισμένο χώμα. 
Η πέτρα του κατακτητή 
φρουρεί έναν ξύλινο σταυρό.
Προμαχώνες και τάφροι. 
Πέτρα πάνω στην πέτρα 
να κρατηθεί ο φόβος μακριά. 
Πολεμίστρες ανοιχτές στον ουρανό.

Στο Μαρτινέγκο φυσάει πάντα. 
Οι ριπές του ανέμου 
πνίγουν τον φόβο και την ελπίδα.

Κι η λευτεριά μια λέξη 
πάνω σε ξύλο που σαπίζει.

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

Υγρό εκμαγείο


ἐπεί δ᾽ ἀνῆλθε λαμπρόν ἡλίου φάος,
ὁρῶμεν ἀνθοῦν πέλαγος Αἰγαῖον νεκροῖς
Αἰσχύλος, Αγαμέμνων (658–659)


Το νερό θυμάται το σχήμα κάθε πνιγμένου.

Κρατά το κενό που άφησε ο θώρακας 

την τελευταία φορά που ζήτησε αέρα.

Τη γωνία του γόνατου, 

όταν η βάρκα έγινε ξύλο και το ξύλο βυθός.


Εκεί κάτω, το αλάτι δεν διαβάζει ονόματα.

Μένει μόνο το εκτόπισμα των σωμάτων.

Το νερό σέβεται τις λεπτομέρειες: 

την καμπύλη της πλάτης,

τη γροθιά που έσφιξε το ψεύτικο σωσίβιο, 

το μικρό σχήμα ενός παιδιού.


Το Αιγαίο γεμίζει κενά.

Στο σκοτάδι, το ρεύμα τακτοποιεί τα βάρη του.

Η νέα πατρίδα είναι πανδέγμων.

Στοιβάζει τα σχήματα 

σε μια πυκνή, σιωπηλή ταρίχευση.

Στέκονται μετέωρα στο ρεύμα, 

σε μια βίαιη συσσωμάτωση με χέρια ανοιχτά.


Στο πρώτο φως η επιφάνεια σιδερωμένη.

Λέμε πως η θάλασσα γαλήνεψε.

Μα το νερό θυμάται.

Μας επιστρέφει το βάρος.


Εμείς, πάλι,μετράμε το ύψος του κύματος, 

διαβάζουμε τα ανεμολόγια

και φυσάμε πίσω την ευθύνη 

με όση ανάσα μας περίσσεψε.

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Τέσσερις εποχές

 

I.
Ο χειμώνας φοράει
το τοπίο
ανάποδα.

II. 
Η άνοιξη είναι
από τη φύση της
κοκέτα.

III. 
Το καλοκαίρι καίει
τις ενοχές
του σώματος.

IV. 
Το φθινόπωρο επιστρέφει
στο γυμνό.

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Γονικός έλεγχος

Μάνα, κόψε τα νανουρίσματα.

Μην ξαγρυπνάς στο προσκεφάλι μου.
Και προπαντός, πάψε να με ξυπνάς.

Είμαι μεγάλος πια.

Κι εσύ
δυο χρόνια τώρα

πεθαμένη. 

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Βαρέα και Ανθυγιεινά

Δευτέρα

Αφαιρώ τα επίθετα σαν να βγάζω καρφιά από παλιό τοίχο.
Στο τέλος, μένει μόνο η τρύπα.
Ακουμπώ το μάτι μου.
Σκοτάδι.

Τρίτη
Μεταφέρω τη θάλασσα στο δωμάτιο με τις χούφτες.
Στο χαλί φτάνει μόνο αλάτι και υγρασία.
Μετράω τα υπολείμματα.

Τετάρτη
Ανοίγω ένα παλιό τραύμα με το νυστέρι.
Εξετάζω τα εντόσθιά του χωρίς αναισθητικό.
Ο νους μου στο μαχαίρι.

Πέμπτη
Ταΐζω το χαρτί με τις σπαταλημένες ώρες.
Το κήτος παχαίνει.
Εγώ λιγοστεύω.

Παρασκευή
Μαζεύω πέτρες που πετούν στα σκυλιά.
Τις πλένω.
Τις βάζω δίπλα στα κρύσταλλα.
Απέχουν με πείσμα ορυκτού.

Σάββατο
Τρίβω τη σελίδα με γυαλόχαρτο.
Η λέξη λεπταίνει.
Ξύνω μέχρι να φανεί το ξύλο.
Μέχρι να πιαστεί το χέρι.

Κυριακή
Ταξινόμηση εργαλείων.
Καθαρισμός της πληγής.
Τα εργαλεία καθαρά.
Το χέρι ακόμα βρώμικο.

Η ποίηση δεν σώζει.

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

Ανιστόρητοι

Τα δεινά επιστρέφουν με προβιά νέα.

Η Ιστορία ξαναδένει τα κορδόνια της.
Βηματισμός χήνας δονεί το πλακόστρωτο.

Το γρασίδι πνίγεται κάτω απ’ τη μπότα.
Ένας σωτήρας υψώνει τη μπαγκέτα.
Πρώτα τρελός. Θεός μετά.
Ιαχή στο μπαλκόνι.
Σιωπή στο σφαγείο.

Η ελπίδα ακονίζει μαχαίρι.
Η γνώση νιώθει πρώτη το κρύο μέταλλο.
Αιμορραγεί στο χαρτί της·

μένει η φρίκη της λεπτομέρειας.

Βλέπω ήδη τις πιτσιλιές στον τοίχο,
τους συνεπιβάτες να μεθούν απ’ την ταχύτητα.

Τη διάψευση ικετεύω.
Με δικάζει η επιβεβαίωση.

Επιταχύνουμε.
Ο τοίχος περιμένει.
Πάντα περίμενε.

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Πρόσωπα του Σίσυφου

Εισαγωγή

Τα ποιήματα αυτά δεν αφηγούνται έναν μύθο· δοκιμάζουν τρεις στάσεις απέναντι στο ίδιο βάρος. Η καθεμιά τους νιώθεται, μα σε βγάζει σε διαφορετικό μονοπάτι. Εσύ διαλέγεις το δικό σου. 

Πολήμυτις 

Στέκεσαι στην κόψη.
Ένα πόδι στο χώμα, ένα στον γκρεμό.
Δένεις τον Θάνατο.

Κλέβεις απ’ τη ζωή ένα χαμόγελο:
κρασί και στήθος γυμνό.
Για μια νύχτα ο κόσμος δεν τελειώνει.

Ύστερα, η αιωνιότητα εκδικείται τη σάρκα.

Η Πέτρα είναι τεράστια.
Η Πλαγιά, ατελείωτη.
Ο ώμος σου σπάει,
ποτάμια φουσκώνουν στον λαιμό.
Το μάγουλο ριζώνει στην ψύχρα του βράχου.
Ο ιδρώτας ζυμώνει τη λάσπη.
Αίμα στα γόνατα.

Στην κορυφή η βαρύτητα κερδίζει.
Ο βράχος φεύγει.
Κοιτάς τον ουρανό και γελάς.

Δεν λογαριάζεις ύψος, ούτε κλίση, ούτε κόπο.
Ξέρεις πια:
στην ίδια πέτρα σκοντάφτεις.
Πάντα.

Με το χαμόγελο που ξεγέλασες τον Θάνατο,
σκύβεις.
Καμία αντίσταση.
Κανένα παράπονο.

Το φορτίο σε περιμένει.
Ο βράχος γίνεται προέκταση του κορμιού σου,
δικό σου βάρος.

Τον σπρώχνεις.
Πάνω.
Πάνω.
Πάνω.

Μέχρι το τελευταίο γόνατο να σπάσει.
Μέχρι η ανάσα να κολλήσει στα δόντια.
Μέχρι το τελευταίο χαμόγελο να γίνει πέτρα στα χείλη.

Όλα καλά.

Πεπρωμένο που το κοίταξες κατάματα, αυτοκτονεί.

Δεσμώτης

Αξιώθηκες πάλι την κορυφή.

Με το σώμα συνήθισε κι ο νους.

Στην κόγχη του ματιού, η άλλη πλαγιά.

Εκεί, η κατηφόρα δεν έχει όνομα.

Το κενό χάσκει αχαρτογράφητο.

Μια σπρωξιά κι η κατάρα σπάει.

Όμως το χέρι παγώνει.

Το μάτι σκοντάφτει στις ξένες πέτρες,

σε αιχμές που δε σε πλήγωσαν,

σε γκρεμούς που δεν μέτρησες με το αίμα σου.

Το σώμα ζητά τη γνώριμη πληγή.

Τα δάχτυλα κλειδώνουν στις παλιές εσοχές.

Μηχανικά, σαν προσευχή,

κλωτσάς τον βράχο πίσω.

Στο δικό σου αυλάκι.

Ο ήχος της πέτρας στο ροβόλημα, νανούρισμα.

Ανασαίνεις βαθιά. Ησυχία.

Η φυλακή σου είναι ασφαλής.

Είσαι πάλι ο Σίσυφος.


Μηχανικός

Η πέτρα κυλά.
Όπως πρέπει.

Το βουνό εκτελεί το έργο του.
Η κλίση βοηθά.

Κι εσύ εκεί.
Αχθοφόρος της ανάγκης.
Η πέτρα σου κρύβει το πρόσωπο.
Το σώμα σου μοχλός.
Οι μύες συσπώνται.
Παράγουν έργο.

Η βαρύτητα καταπίνει τη θέληση.
Μετράς μόνο διανύσματα.
Η τροχιά αγνοεί το δίκαιο.

Η ουράνια μηχανική
επιτάσσει τα μέλη σου για να κινηθεί.
Τρίβει τα κόκαλα,
να γίνει αυτό που πρέπει:

Η πέτρα κάτω.
Εσύ πάνω.

Η εξίσωση γέρνει.

Επίμετρο

Δεν υπάρχει λύση εδώ, ούτε επιμύθιο.
Μόνο κίνηση που επαναλαμβάνεται, αέναη όσο υπάρχουν άνθρωποι.

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Εν αφθονία











Στα χείλη του ποτηριού

μια μύγα χορεύει.

Ένας λευκός ωκεανός την καλεί.
Το στομάχι ζητά σταγόνα·
το μάτι ποταμό.

Κυκλώνει το υγρό,
χαράζει τον χώρο.
Δοκιμάζει λαίμαργα
το κρύσταλλο.

Γλιστράει.
Το γάλα τη ρουφά
σαν μαύρη τρύπα.

Θάνατος εν αφθονία.

Κι εσύ, σκυμμένος πάνω απ’ το ρυπαρό ναυάγιο,
ψηλαφείς με τρόμο τον λαιμό σου:

πόσους ποταμούς αντέχει; 

Η Θητεία

 


Στην πηγή το νερό αρνείται το όνομά του.

Ξεχύνεται άναρχο,
αγνό,
άκτιστο.

Ύστερα εγκλωβίζεται σε σχήμα.
Μαθαίνει την όχθη.
Συναντά τους ανθρώπους,
ακούει το όνομά του.
Υποκλίνεται.
Μπαίνει στη δούλεψη.

Ξεπλένει τη σκόνη του κόσμου.
Σπαταλιέται στο στάρι.
Σβήνει σε ξένα στόματα.
Θυσιάζεται.

Ζυμώνεται με λάδι,
κρασί,
αίμα,
εκκρίσεις,
καταπίνει κρίματα
ανεκλάλητα.

Ώσπου θυμάται.
Αφρίζει.
Διψάει για αίμα.
Θάβει ανάσες
και θεμέλια.

Μες τη λάσπη, διψά για φωτιά.
Να εξατμιστεί.
Να κρύψει μες το σύννεφο το όνομά του.

Ας το πουν
βροχή, ομίχλη ή υγρασία.
Αδιάφορο.

Εκείνο ξέρει πια:
ουρανός αδιάβαστος δεν υπάρχει.


Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Δελτία Ενυπνίου

Ζούμε μέσα σ’ ένα όνειρο που τρίζει σαν το ξύλινο ποδάρι της γιαγιάς μας...

Διονύσης Σαββόπουλος



Εισαγωγή
Νύχτα-εργοτάξιο.
Τα υλικά της νύχτας έρχονται λαθραία, χωρίς τιμολόγια.
Μια σειρά από δωμάτια χωρίς πόμολα.
Εδώ δεν κοιμάσαι· απλώς παραδίδεσαι στη δικαιοδοσία των ειδώλων σου.
Προσοχή: οι ερμηνείες δαγκώνουν.
Οι φροϋδιστές παραμονεύουν στις ραφές της πιτζάμας.

Α. Η Εισβολή

1. Άσυλο
Φτάνει χωρίς χαρτιά από χώρες άγνωστες.
Φεύγει πριν ξημερώσει·
σ’ αφήνει στο σύνορο.

2. Ρωγμή
Πέρασμα στον χωρο-χρόνο.
Δεν ξέρεις αν πέρασες εσύ
ή αν πέρασαν οι απόντες.

3. Αλήτης
Κοιμάται εκεί που λύνουν οι κόμποι σου.
Το πρωί δραπετεύει.
Σου αφήνει μόνο τη μυρωδιά του.

4. Κατάδυση
Βυθός που ανεβαίνει.
Καταπίνει το σπίτι, τα ρολόγια, το σώμα.
Αναδύεσαι με αλάτι στα μάτια.

Β. Η Σκηνοθεσία

5. Default
Κάθε βράδυ ψιθυρίζει υποσχέσεις μεταχειρισμένες.
Ίδια ψέματα.
Άλλοι πελάτες.

6. Audition
Στο σανίδι, πτώσεις χωρίς πρόβα.
Το χειροκρότημα, μια σιωπή.
Παράσταση για έναν.

7. Replay
Φθαρμένο φιλμ.
Ξέρεις πότε έρχεται η σφαίρα.
Δεν σκύβεις ποτέ.

8. Χαφιές
Προδίδει τις κρύπτες της μέρας.
Με το πρώτο φως καταπίνει τη γλώσσα του.

9. Λούπα
Η βελόνα σκαλίζει την πληγή.
Δεν παίζει μουσική·
μόνο παράσιτα.

Γ. Το Βάθος

10. Λαβύρινθος
Λαβύρινθος με τον μίτο κομμένο.
Η έξοδος, το στόμα του τέρατος·
κι έχει το πρόσωπό σου.

11. Εφιάλτης
Τη νύχτα προδίδει τα Στενά.
Στα χέρια του οι ελπίδες σου·
σαΐτες και δόρατα.

12. Salto Mortale
Πτώση χωρίς σώμα.
Η αφύπνιση, μια αναβολή
πριν συστηθείς στο έδαφος.

Δ. Ο Καθρέφτης

13. Διαλογή
Το βράδυ, ένας σπασμένος καθρέφτης.
Κάθε γυαλί κι ένας εαυτός.
Ποιον να μαζέψεις;

14. Πορτρέτο
Κάθε νύχτα γερνάει στη θέση σου.
Ξυπνάς νέος, φορώντας ξένες ρυτίδες.

15. (Αν)oρθογραφία
Ψιθυρίζει χωρίς σημεία στίξης.
Συλλαβίζεις·
σαν να έχεις χρόνο.

16. Στίγμα
Γυμνό.
Σκιά αγνώστου πατρός·
αρνείται το φως που το γέννησε.

Ε. Η Συναλλαγή

17. Δοσοληψία
Έμπορος της νύχτας.
Πληρώνεται την αυγή·
τοις μετρητοίς.

18. Παραχάραξη
Νόμισμα κάλπικο.
Μόλις το τσεπώσεις, οξειδώνεται·
σε λερώνει η σκουριά του.

19. Ένστικτο
Το πρωί σε περιμένει.
Του φοράς το λουρί·
δεν ξέρεις ποιος κρατά ποιον.

20. Εξάρτηση
Λυσιμελές.
Εισβάλλει στις κλειδώσεις.
Περιφέρεις τη στέρηση μες στη μέρα.

ΣΤ. Η Έξοδος

21. Αφύπνιση
Συσπάται στο φως.
Κληρονομείς το σχοινί.

22. Το Ερείπιο
Σπίτι που γκρεμίζεται στην αυγή.
Σκάβεις με τα νύχια
για τα τιμαλφή σου.

23. Επίλογος
Παριστάνει την αρχή.
Τα κουρέλια της μνήμης
ολοκληρώνουν τη μεταμφίεση.

Ζ. Το Κατάλοιπο

24. Νόστος
Μόνη πατρίδα.
Ξενιτιά το φως, ώσπου η νύχτα
να σε ξεβράσει πάλι ξένο στην ακτή.

25. Χρησμός
Γράφει τη μοίρα σου.
Εσύ αγράμματος.

Επίμετρο

Το πρωί είναι ένα σχοινί που περισσεύει.
Η μνήμη, νόμισμα που οξειδώνεται στο πρώτο φως.
Δεν είναι ποίηση, είναι το δακτυλικό αποτύπωμα του ξένου που κατοικεί μέσα σου.
Αναδύεσαι· με το αλάτι της νύχτας, κόκκο, στις κόρες των ματιών. 

Έχεις ακόμα λίγο εαυτό να χάσεις, αν τα βράδια ονειρεύεσαι.