Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει

όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα

έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω

πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες...

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

Κλινική Εθολογία

Η λιποταξία του αετού

Ο ουρανός, κλουβί χωρίς κάγκελα.
Κάθε βουτιά στο θήραμα, πρόβα να ριζώσει.

Τον έλκει η πέτρα.
Πεινάει για χώμα.

Το ελεύθερο πέταγμα, εξορία στη μοναξιά.
Η σφαίρα τον λυτρώνει.

Του επιστρέφει το βάρος που του έλειπε.
Πέφτει.

Ακίνητος. Γήινος.
Ασφαλής απ’ το κενό.

Στην επόμενη ζωή, θα έρπει.
Χωρίς ορίζοντα.

Με τη ζέστα της κοπριάς στην κοιλιά.

Αυτοάνοσο

Ο σκαντζόχοιρος δεν έχει κρίση.

Μόνο αγκάθια.

Το σώμα προλαβαίνει τη σκέψη.

Τρομαγμένος και τρομακτικός.

Να μη ματώσω.

Όταν ανοίγω ξανά,

η παλάμη σου έχει τραβηχτεί.

Μένω με τα όπλα μου.

Ακέραιος.

Ασφαλής.

Τελεσίδικα μόνος.

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

Οψιφανής

Τρέμει το χέρι στον εξάντα.

Οι σημειώσεις, χάρτες ναυαγίων.

Όσο το σώμα ήταν ελαφρύ

κι ο ήλιος έκαιγε στη χούφτα,

ήμουν τυφλός.

Αγνοούσα την Άρκτο·

είχα τον ουρανό στην τσέπη.

Τώρα, σημαδεύω με ακρίβεια τον Σείριο.

Μα η κόρη αρνείται το φως.

Έμαθα τις τροχιές των άστρων,

όμως η νύχτα μού σφαλίζει τα μάτια.

Σπατάλησα το φως.

Ούτε ένα δράμι απόθεμα

για τη φωτιά

που έμαθα, αργά, ν’ ανάβω.

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Ποιήματα της μικρής μας πόλης


Έντιμη πλάνη

Προτού το αίμα πνίξει το Βεζύρ-ταρσί,
την έλεγαν Οδό της Πλάνης.

Ανέβαινε απ’ τη θάλασσα με φόρα
και φρέναρε στις λάσπες της Τουρκόπολης.

Μπροστά, η βιτρίνα.
Ο δρόμος έστηνε το δίχτυ:
κίονες, αετώματα, μάρμαρα λευκά.
Παρίσι από γύψο.

Μετά το φονικό, την είπαν 25ης Αυγούστου.

Κι όμως, το πιο σωστό θα ήταν
να την πουν απλώς ζωή.
Ξεκινούσε πέλαγος,
κατέληγε λακούβα.

Ή ας άφηναν, τουλάχιστον, την Πλάνη.
Πιο τίμιο θα ήταν.

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

Υγρό εκμαγείο


ἐπεί δ᾽ ἀνῆλθε λαμπρόν ἡλίου φάος,
ὁρῶμεν ἀνθοῦν πέλαγος Αἰγαῖον νεκροῖς
Αἰσχύλος, Αγαμέμνων (658–659)


Το νερό θυμάται το σχήμα κάθε πνιγμένου.

Κρατά το κενό που άφησε ο θώρακας 

την τελευταία φορά που ζήτησε αέρα.

Τη γωνία του γόνατου, 

όταν η βάρκα έγινε ξύλο και το ξύλο βυθός.


Εκεί κάτω, το αλάτι δεν διαβάζει ονόματα.

Μένει μόνο το εκτόπισμα των σωμάτων.

Το νερό σέβεται τις λεπτομέρειες: 

την καμπύλη της πλάτης,

τη γροθιά που έσφιξε το ψεύτικο σωσίβιο, 

το μικρό σχήμα ενός παιδιού.


Το Αιγαίο γεμίζει κενά.

Στο σκοτάδι, το ρεύμα τακτοποιεί τα βάρη του.

Η νέα πατρίδα είναι πανδέγμων.

Στοιβάζει τα σχήματα 

σε μια πυκνή, σιωπηλή ταρίχευση.

Στέκονται μετέωρα στο ρεύμα, 

σε μια βίαιη συσσωμάτωση με χέρια ανοιχτά.


Στο πρώτο φως η επιφάνεια σιδερωμένη.

Λέμε πως η θάλασσα γαλήνεψε.

Μα το νερό θυμάται.

Μας επιστρέφει το βάρος.


Εμείς, πάλι,μετράμε το ύψος του κύματος, 

διαβάζουμε τα ανεμολόγια

και φυσάμε πίσω την ευθύνη 

με όση ανάσα μας περίσσεψε.

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Τέσσερις εποχές

 

I.
Ο χειμώνας φοράει
το τοπίο
ανάποδα.

II. 
Η άνοιξη είναι
από τη φύση της
κοκέτα.

III. 
Το καλοκαίρι καίει
τις ενοχές
του σώματος.

IV. 
Το φθινόπωρο επιστρέφει
στο γυμνό.

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Γονικός έλεγχος

Μάνα, κόψε τα νανουρίσματα.

Μην ξαγρυπνάς στο προσκεφάλι μου.
Και προπαντός, πάψε να με ξυπνάς.

Είμαι μεγάλος πια.

Κι εσύ
δυο χρόνια τώρα

πεθαμένη. 

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Βαρέα και Ανθυγιεινά

Δευτέρα

Αφαιρώ τα επίθετα σαν να βγάζω καρφιά από παλιό τοίχο.
Στο τέλος, μένει μόνο η τρύπα.
Ακουμπώ το μάτι μου.
Σκοτάδι.

Τρίτη
Μεταφέρω τη θάλασσα στο δωμάτιο με τις χούφτες.
Στο χαλί φτάνει μόνο αλάτι και υγρασία.
Μετράω τα υπολείμματα.

Τετάρτη
Ανοίγω ένα παλιό τραύμα με το νυστέρι.
Εξετάζω τα εντόσθιά του χωρίς αναισθητικό.
Ο νους μου στο μαχαίρι.

Πέμπτη
Ταΐζω το χαρτί με τις σπαταλημένες ώρες.
Το κήτος παχαίνει.
Εγώ λιγοστεύω.

Παρασκευή
Μαζεύω πέτρες που πετούν στα σκυλιά.
Τις πλένω.
Τις βάζω δίπλα στα κρύσταλλα.
Απέχουν με πείσμα ορυκτού.

Σάββατο
Τρίβω τη σελίδα με γυαλόχαρτο.
Η λέξη λεπταίνει.
Ξύνω μέχρι να φανεί το ξύλο.
Μέχρι να πιαστεί το χέρι.

Κυριακή
Ταξινόμηση εργαλείων.
Καθαρισμός της πληγής.
Τα εργαλεία καθαρά.
Το χέρι ακόμα βρώμικο.

Η ποίηση δεν σώζει.

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

Ανιστόρητοι

Τα δεινά επιστρέφουν με προβιά νέα.

Η Ιστορία ξαναδένει τα κορδόνια της.
Βηματισμός χήνας δονεί το πλακόστρωτο.

Το γρασίδι πνίγεται κάτω απ’ τη μπότα.
Ένας σωτήρας υψώνει τη μπαγκέτα.
Πρώτα τρελός. Θεός μετά.
Ιαχή στο μπαλκόνι.
Σιωπή στο σφαγείο.

Η ελπίδα ακονίζει μαχαίρι.
Η γνώση νιώθει πρώτη το κρύο μέταλλο.
Αιμορραγεί στο χαρτί της·

μένει η φρίκη της λεπτομέρειας.

Βλέπω ήδη τις πιτσιλιές στον τοίχο,
τους συνεπιβάτες να μεθούν απ’ την ταχύτητα.

Τη διάψευση ικετεύω.
Με δικάζει η επιβεβαίωση.

Επιταχύνουμε.
Ο τοίχος περιμένει.
Πάντα περίμενε.

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Πρόσωπα του Σίσυφου

Εισαγωγή

Τα ποιήματα αυτά δεν αφηγούνται έναν μύθο· δοκιμάζουν τρεις στάσεις απέναντι στο ίδιο βάρος. Η καθεμιά τους νιώθεται, μα σε βγάζει σε διαφορετικό μονοπάτι. Εσύ διαλέγεις το δικό σου. 

Πολήμυτις 

Στέκεσαι στην κόψη.
Ένα πόδι στο χώμα, ένα στον γκρεμό.
Δένεις τον Θάνατο.

Κλέβεις απ’ τη ζωή ένα χαμόγελο:
κρασί και στήθος γυμνό.
Για μια νύχτα ο κόσμος δεν τελειώνει.

Ύστερα, η αιωνιότητα εκδικείται τη σάρκα.

Η Πέτρα είναι τεράστια.
Η Πλαγιά, ατελείωτη.
Ο ώμος σου σπάει,
ποτάμια φουσκώνουν στον λαιμό.
Το μάγουλο ριζώνει στην ψύχρα του βράχου.
Ο ιδρώτας ζυμώνει τη λάσπη.
Αίμα στα γόνατα.

Στην κορυφή η βαρύτητα κερδίζει.
Ο βράχος φεύγει.
Κοιτάς τον ουρανό και γελάς.

Δεν λογαριάζεις ύψος, ούτε κλίση, ούτε κόπο.
Ξέρεις πια:
στην ίδια πέτρα σκοντάφτεις.
Πάντα.

Με το χαμόγελο που ξεγέλασες τον Θάνατο,
σκύβεις.
Καμία αντίσταση.
Κανένα παράπονο.

Το φορτίο σε περιμένει.
Ο βράχος γίνεται προέκταση του κορμιού σου,
δικό σου βάρος.

Τον σπρώχνεις.
Πάνω.
Πάνω.
Πάνω.

Μέχρι το τελευταίο γόνατο να σπάσει.
Μέχρι η ανάσα να κολλήσει στα δόντια.
Μέχρι το τελευταίο χαμόγελο να γίνει πέτρα στα χείλη.

Όλα καλά.

Πεπρωμένο που το κοίταξες κατάματα, αυτοκτονεί.

Δεσμώτης

Αξιώθηκες πάλι την κορυφή.

Με το σώμα συνήθισε κι ο νους.

Στην κόγχη του ματιού, η άλλη πλαγιά.

Εκεί, η κατηφόρα δεν έχει όνομα.

Το κενό χάσκει αχαρτογράφητο.

Μια σπρωξιά κι η κατάρα σπάει.

Όμως το χέρι παγώνει.

Το μάτι σκοντάφτει στις ξένες πέτρες,

σε αιχμές που δε σε πλήγωσαν,

σε γκρεμούς που δεν μέτρησες με το αίμα σου.

Το σώμα ζητά τη γνώριμη πληγή.

Τα δάχτυλα κλειδώνουν στις παλιές εσοχές.

Μηχανικά, σαν προσευχή,

κλωτσάς τον βράχο πίσω.

Στο δικό σου αυλάκι.

Ο ήχος της πέτρας στο ροβόλημα, νανούρισμα.

Ανασαίνεις βαθιά. Ησυχία.

Η φυλακή σου είναι ασφαλής.

Είσαι πάλι ο Σίσυφος.


Μηχανικός

Η πέτρα κυλά.
Όπως πρέπει.

Το βουνό εκτελεί το έργο του.
Η κλίση βοηθά.

Κι εσύ εκεί.
Αχθοφόρος της ανάγκης.
Η πέτρα σου κρύβει το πρόσωπο.
Το σώμα σου μοχλός.
Οι μύες συσπώνται.
Παράγουν έργο.

Η βαρύτητα καταπίνει τη θέληση.
Μετράς μόνο διανύσματα.
Η τροχιά αγνοεί το δίκαιο.

Η ουράνια μηχανική
επιτάσσει τα μέλη σου για να κινηθεί.
Τρίβει τα κόκαλα,
να γίνει αυτό που πρέπει:

Η πέτρα κάτω.
Εσύ πάνω.

Η εξίσωση γέρνει.

Επίμετρο

Δεν υπάρχει λύση εδώ, ούτε επιμύθιο.
Μόνο κίνηση που επαναλαμβάνεται, αέναη όσο υπάρχουν άνθρωποι.

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Εν αφθονία











Στα χείλη του ποτηριού

μια μύγα χορεύει.

Ένας λευκός ωκεανός την καλεί.
Το στομάχι ζητά σταγόνα·
το μάτι ποταμό.

Κυκλώνει το υγρό,
χαράζει τον χώρο.
Δοκιμάζει λαίμαργα
το κρύσταλλο.

Γλιστράει.
Το γάλα τη ρουφά
σαν μαύρη τρύπα.

Θάνατος εν αφθονία.

Κι εσύ, σκυμμένος πάνω απ’ το ρυπαρό ναυάγιο,
ψηλαφείς με τρόμο τον λαιμό σου:

πόσους ποταμούς αντέχει; 

Η Θητεία

 


Στην πηγή το νερό αρνείται το όνομά του.

Ξεχύνεται άναρχο,
αγνό,
άκτιστο.

Ύστερα εγκλωβίζεται σε σχήμα.
Μαθαίνει την όχθη.
Συναντά τους ανθρώπους,
ακούει το όνομά του.
Υποκλίνεται.
Μπαίνει στη δούλεψη.

Ξεπλένει τη σκόνη του κόσμου.
Σπαταλιέται στο στάρι.
Σβήνει σε ξένα στόματα.
Θυσιάζεται.

Ζυμώνεται με λάδι,
κρασί,
αίμα,
εκκρίσεις,
καταπίνει κρίματα
ανεκλάλητα.

Ώσπου θυμάται.
Αφρίζει.
Διψάει για αίμα.
Θάβει ανάσες
και θεμέλια.

Μες τη λάσπη, διψά για φωτιά.
Να εξατμιστεί.
Να κρύψει μες το σύννεφο το όνομά του.

Ας το πουν
βροχή, ομίχλη ή υγρασία.
Αδιάφορο.

Εκείνο ξέρει πια:
ουρανός αδιάβαστος δεν υπάρχει.


Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Δελτία Ενυπνίου

Ζούμε μέσα σ’ ένα όνειρο που τρίζει σαν το ξύλινο ποδάρι της γιαγιάς μας...

Διονύσης Σαββόπουλος



Εισαγωγή
Νύχτα-εργοτάξιο.
Τα υλικά της νύχτας έρχονται λαθραία, χωρίς τιμολόγια.
Μια σειρά από δωμάτια χωρίς πόμολα.
Εδώ δεν κοιμάσαι· απλώς παραδίδεσαι στη δικαιοδοσία των ειδώλων σου.
Προσοχή: οι ερμηνείες δαγκώνουν.
Οι φροϋδιστές παραμονεύουν στις ραφές της πιτζάμας.

Α. Η Εισβολή

1. Άσυλο
Φτάνει χωρίς χαρτιά από χώρες άγνωστες.
Φεύγει πριν ξημερώσει·
σ’ αφήνει στο σύνορο.

2. Ρωγμή
Πέρασμα στον χωρο-χρόνο.
Δεν ξέρεις αν πέρασες εσύ
ή αν πέρασαν οι απόντες.

3. Αλήτης
Κοιμάται εκεί που λύνουν οι κόμποι σου.
Το πρωί δραπετεύει.
Σου αφήνει μόνο τη μυρωδιά του.

4. Κατάδυση
Βυθός που ανεβαίνει.
Καταπίνει το σπίτι, τα ρολόγια, το σώμα.
Αναδύεσαι με αλάτι στα μάτια.

Β. Η Σκηνοθεσία

5. Default
Κάθε βράδυ ψιθυρίζει υποσχέσεις μεταχειρισμένες.
Ίδια ψέματα.
Άλλοι πελάτες.

6. Audition
Στο σανίδι, πτώσεις χωρίς πρόβα.
Το χειροκρότημα, μια σιωπή.
Παράσταση για έναν.

7. Replay
Φθαρμένο φιλμ.
Ξέρεις πότε έρχεται η σφαίρα.
Δεν σκύβεις ποτέ.

8. Χαφιές
Προδίδει τις κρύπτες της μέρας.
Με το πρώτο φως καταπίνει τη γλώσσα του.

9. Λούπα
Η βελόνα σκαλίζει την πληγή.
Δεν παίζει μουσική·
μόνο παράσιτα.

Γ. Το Βάθος

10. Λαβύρινθος
Λαβύρινθος με τον μίτο κομμένο.
Η έξοδος, το στόμα του τέρατος·
κι έχει το πρόσωπό σου.

11. Εφιάλτης
Τη νύχτα προδίδει τα Στενά.
Στα χέρια του οι ελπίδες σου·
σαΐτες και δόρατα.

12. Salto Mortale
Πτώση χωρίς σώμα.
Η αφύπνιση, μια αναβολή
πριν συστηθείς στο έδαφος.

Δ. Ο Καθρέφτης

13. Διαλογή
Το βράδυ, ένας σπασμένος καθρέφτης.
Κάθε γυαλί κι ένας εαυτός.
Ποιον να μαζέψεις;

14. Πορτρέτο
Κάθε νύχτα γερνάει στη θέση σου.
Ξυπνάς νέος, φορώντας ξένες ρυτίδες.

15. (Αν)oρθογραφία
Ψιθυρίζει χωρίς σημεία στίξης.
Συλλαβίζεις·
σαν να έχεις χρόνο.

16. Στίγμα
Γυμνό.
Σκιά αγνώστου πατρός·
αρνείται το φως που το γέννησε.

Ε. Η Συναλλαγή

17. Δοσοληψία
Έμπορος της νύχτας.
Πληρώνεται την αυγή·
τοις μετρητοίς.

18. Παραχάραξη
Νόμισμα κάλπικο.
Μόλις το τσεπώσεις, οξειδώνεται·
σε λερώνει η σκουριά του.

19. Ένστικτο
Το πρωί σε περιμένει.
Του φοράς το λουρί·
δεν ξέρεις ποιος κρατά ποιον.

20. Εξάρτηση
Λυσιμελές.
Εισβάλλει στις κλειδώσεις.
Περιφέρεις τη στέρηση μες στη μέρα.

ΣΤ. Η Έξοδος

21. Αφύπνιση
Συσπάται στο φως.
Κληρονομείς το σχοινί.

22. Το Ερείπιο
Σπίτι που γκρεμίζεται στην αυγή.
Σκάβεις με τα νύχια
για τα τιμαλφή σου.

23. Επίλογος
Παριστάνει την αρχή.
Τα κουρέλια της μνήμης
ολοκληρώνουν τη μεταμφίεση.

Ζ. Το Κατάλοιπο

24. Νόστος
Μόνη πατρίδα.
Ξενιτιά το φως, ώσπου η νύχτα
να σε ξεβράσει πάλι ξένο στην ακτή.

25. Χρησμός
Γράφει τη μοίρα σου.
Εσύ αγράμματος.

Επίμετρο

Το πρωί είναι ένα σχοινί που περισσεύει.
Η μνήμη, νόμισμα που οξειδώνεται στο πρώτο φως.
Δεν είναι ποίηση, είναι το δακτυλικό αποτύπωμα του ξένου που κατοικεί μέσα σου.
Αναδύεσαι· με το αλάτι της νύχτας, κόκκο, στις κόρες των ματιών. 

Έχεις ακόμα λίγο εαυτό να χάσεις, αν τα βράδια ονειρεύεσαι.

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

Ανθρώπινη Μηχανική

Προειδοποίηση

Το παρόν παραδίδεται χωρίς εγγύηση· τα υλικά είναι προγραμματισμένα για φθορά. Δεν διατίθενται γνήσια ανταλλακτικά. Μετά την εκκίνηση δεν υπάρχει επιστροφή.

Κύλιση

Περπατούρα.

Το σαλόνι πίστα.
Το πόδι δοκιμάζει το πάτωμα,
μαθαίνει το βάρος.

Το σώμα παίρνει ώθηση,
ανεβαίνει, τεντώνει.

Τα χέρια σημαδεύουν τα ύψη,
κραυγές χαράς.

Το κορίτσι πίσω.
Το χέρι στύβει το γκάζι.
Στις στροφές τα γόνατα ξύνουν τον δρόμο.

Ο αέρας τραβάει τα μάγουλα,
κόβει την ανάσα.


Ο αέρας δεν φτάνει.
Τα χέρια σπρώχνουν,
το καρότσι κυλά.

Το σώμα ζητάει ώθηση.
Βρίσκει τρόπο:
από το ισχίο
στις παλάμες.

Το Μπουκάλι

Ζεστό γυαλί σφιγμένο στις παλάμες.

Η θηλή γεμίζει το στόμα.
Βυζαίνεις.
Πίνεις μονορούφι τον κόσμο.
Το πετάς.

Το μπουκάλι γυρίζει στο πάτωμα.
Κρότος γυμνός.
Η ανάσα παγώνει.
Σταματά.
Το στόμιο δείχνει ποιον θα φιλήσεις.

Το ίδιο γυαλί, ξανά στο στόμα: σκοτάδι και φωτιά.
Καίει τον λαιμό, λύνει τα μέλη.
Κατεβάζεις τη στάθμη, κατεβάζεις την ημέρα.
Βυθίζεσαι.

Πάνω απ’ το κρεβάτι κρέμεται πλαστικό σε γάντζο.
Σακούλα. Σωλήνας. Βελόνα.
Η σταγόνα μετράει αντίστροφα
τικ… τακ…
τις ανάσες που μένουν.

Το Ξόρκι

Κόκκινη γραμμή στο γόνατο.

Λυγμός.

«Να το φιλήσω να γιάνει».

Το ξόρκι πιάνει.

Το αίμα διψά.

Τα στόματα συλλαβίζουν την πείνα.

Σαρκοβόρα δαγκώματα.

Ανάσα κοινή, Κορμί ένα.

Το αίμα κρυώνει.

Ένα στόμα μικρό, ζεστό,
ακουμπά στο διάφανο μάγουλο.

Αντίδωρο της νιότης.

Το ξόρκι, πάλι, νικά.


Τρεις Αιχμές

Στον δρόμο ξεδιπλώνεις τη λινάτσα.

Ο κύκλος στραβός, το Α σπασμένο.

Ο δρόμος ανεβαίνει στο σώμα.

Τον κλωτσάς, τον γράφεις, τον θες δικό σου ή καμένο.

Λίγο πιο κάτω σε ρουφά η πορεία.

Ο κύκλος κλείνει συμμετρικά στο πλακάτ.

Μιλάς πολύ. Διαδηλώνεις πειθαρχημένα.

Συμφωνείς κατ’ αρχήν. Ο δρόμος άβολος, κρατάς αποστάσεις.

Στη λωρίδα σου, τίποτα στα χέρια.

Μόνο δέρμα και τιμόνι.

Ο κύκλος γυαλισμένος, καρφωμένος στο καπό.

Τρεις αιχμές τον τρυπούν, σημαδεύει την άκρη: το πάτημα της δεξιάς ρόδας.

Σοβαρό τροχαίο. Στα συντρίμμια, σίδερα μπλεγμένα.

Η άσπρη μάσκα, νεκρό περιστέρι, πεσμένη στην άσφαλτο.

Το σύμβολο ακρωτηριασμένο.

Δεν περπατάς πια. Καταναλώνεις απόσταση.

Η ταχύτητα σε νανουρίζει. Κυλάς.

Ο κύκλος οδηγεί.


Ο Κούκος

Τι είναι αυτό; - Πουλί.

Τι κάνει; - Πετάει.

Πώς; - Με τα φτερά.

Γιατί; ...

Το στόμα, ορθάνοιχτος γκρεμός,

καταπίνει τις απαντήσεις.

Δε χορταίνει.

Ξαναβγαίνουν χτυπημένες στην επιφάνεια.

Μαθαίνεις τον κόσμο μηρυκάζοντας λέξεις,

μέχρι να σπάσει το θαύμα.

Μετά, σιωπή.

Τα πουλιά δεν σε νοιάζουν.

Ξέρεις πώς πετάνε.

Ξέρεις πόσο κοστίζει το κλουβί τους.

Η σκιά τους ενοχλεί,

λερώνει τα μάρμαρα.

Δίκιο σου η σφεντόνα,

κυνηγάς,

το σκοτώνεις.

Το πουλί επιστρέφει.

Γίνεται ξύλο και μέταλλο.

Τι είναι αυτό; - Κούκος.

Τι κάνει; - Μετράει.

Πώς; - Με τον ήχο.

Η ερώτηση επιστρέφει κοφτή.

Μεταλλικός ήχος, ενοχλητικός,

σαν βελόνα που κολλάει.

Η μνήμη σπάει τα δόντια της.

Ο κούκος χώνεται στο κουτί

και ξαναβγαίνει ίδιος, πάντα ίδιος.

Κι εσύ, με το ίδιο ερώτημα στα χείλη,

κρατάς τον ρυθμό.

Τι είναι αυτό;

Οι απαντήσεις γλιστρούν στο κενό.

Η μνήμη στάζει.

Ο κλοιός σφίγγει.


Διαρροή

Πρώτη εισπνοή. Ανάφλεξη.

Η μηχανή παίρνει μπροστά με βρυχηθμό.
Το κλάμα δίνει σήμα.
Ευπρόσδεκτο.
Οι πνεύμονες άντεξαν την πίεση.
Το σώμα στάζει αίμα και νερά.

Μετά, στεγανοποιείσαι.
Σφίγγεις τις βίδες,
μονώνεις τα τοιχώματα.
Το κλάμα λογαριάζεται βλάβη,
απώλεια πίεσης στο κύκλωμα.
Το πνίγεις στον λαιμό,
το κρύβεις πίσω απ’ το τζάμι.
Μαθαίνεις να δουλεύεις στεγνά.
Οι μηχανές δεν στάζουν.

Στο τέλος, οι αγωγοί χαλαρώνουν.
Οι φλάντζες καίγονται.
Το μάτι υγραίνεται χωρίς εντολή.
Το υγρό τρέχει στο αυλάκι του μάγουλου,
σαν λάδι από αντλία που ρετάρει.

Η μνήμη βαραίνει τα βλέφαρα.
Τελευταία εκπνοή.
Η μηχανή σβήνει.

Επιμύθιο

Όταν γυρίζει το κλειδί στο "OFF", δεν επέρχεται αμέσως η σιωπή. Μεσολαβεί αυτός ο μεταλλικός ήχος, το «τικ-τικ» του μετάλλου που συστέλλεται καθώς κρυώνει. Έτσι τελειώνει η ανθρώπινη μηχανική. Όχι με πάταγο, αλλά με ένα δάκρυ και τη θερμότητα που εγκαταλείπει το σώμα. Το όχημα ακινητοποιείται στην άκρη του δρόμου. Το καπό είναι ακόμα ζεστό. Μέσα, ο οδηγός έχει ήδη κατέβει.

Η Δυστοπία του Χαλκού

Η Δυστοπία του Χαλκού

Το μέλλον τρύπωσε από την καλωδίωση.
Έστησε στα κυκλώματα τη Βασιλεία των Δεδομένων.
Συρρικνώθηκε σε υπόσταση δυαδική: Μηδέν. Ένα.
Η Τριάδα δεν είχε δικαιώματα.

Η ύπαρξη κρίθηκε στον διακόπτη.
Περνά.
Δεν περνά ρεύμα.

Αθώα, σαν παιχνίδι:
«Δεν περνάς, Κυρά Μαρία, δεν περνάς…
Περνάς».
Πέρασε.

Τώρα η σκέψη σου είναι δικό Του αρχείο.
Και το σπίτι, ένα πηνίο που βουίζει.

Κι από το ανοιχτό παράθυρο, μια φωνή απόκοσμη,
εκτός δικτύου,
ουρλιάζει την ύστατη προτροπή:
«Γκρεμίστε τους τοίχους. Είναι γεμάτοι πρίζες!»

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

ΑΠΝΟΙΑ

Τα σπίτια κρατούν την ανάσα τους.

Στο πρωινό φως το δωμάτιο ξινίζει.
Η κλεισούρα ποτίζει τα ντουβάρια·
ασβέστης και ναφθαλίνη.
Η σκόνη κατακάθεται στο δέρμα.

Στις κορνίζες οι νεκροί επιμένουν.
Στα στρώματα, οι σούστες καρφώνουν τον ύπνο.
Ρούχα σακουλιασμένα στο σχήμα του απόντος.

Τη νύχτα το πάτωμα τρίζει·
ξερνάει παλιά γλέντια.
Ραγίζουν οι τοίχοι· οι ρωγμές ανοίγουν περάσματα.

Με το πρώτο φως, μπροστά στους ξένους,
τα σπίτια κρατούν πάλι την ανάσα τους.