Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει

όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα

έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω

πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες...

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Βαρέα και Ανθυγιεινά

Δευτέρα

Αφαιρώ τα επίθετα σαν να βγάζω καρφιά από παλιό τοίχο.
Στο τέλος, μένει μόνο η τρύπα.
Ακουμπώ το μάτι μου.
Σκοτάδι.

Τρίτη
Μεταφέρω τη θάλασσα στο δωμάτιο με τις χούφτες.
Στο χαλί φτάνει μόνο αλάτι και υγρασία.
Μετράω τα υπολείμματα.

Τετάρτη
Ανοίγω ένα παλιό τραύμα με το νυστέρι.
Εξετάζω τα εντόσθιά του χωρίς αναισθητικό.
Ο νους μου στο μαχαίρι.

Πέμπτη
Ταΐζω το χαρτί με τις σπαταλημένες ώρες.
Το κήτος παχαίνει.
Εγώ λιγοστεύω.

Παρασκευή
Μαζεύω πέτρες που πετούν στα σκυλιά.
Τις πλένω.
Τις βάζω δίπλα στα κρύσταλλα.
Απέχουν με πείσμα ορυκτού.

Σάββατο
Τρίβω τη σελίδα με γυαλόχαρτο.
Η λέξη λεπταίνει.
Ξύνω μέχρι να φανεί το ξύλο.
Μέχρι να πιαστεί το χέρι.

Κυριακή
Ταξινόμηση εργαλείων.
Καθαρισμός της πληγής.
Τα εργαλεία καθαρά.
Το χέρι ακόμα βρώμικο.

Η ποίηση δεν σώζει.

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

Ανιστόρητοι

Τα γεγονότα επιστρέφουν με προβιά νέα.

Η Ιστορία ξαναδένει τα κορδόνια της.
Βηματισμός χήνας δονεί το πλακόστρωτο.

Το γρασίδι πνίγεται κάτω απ’ τη μπότα.
Ένας σωτήρας υψώνει τη μπαγκέτα.
Πρώτα τρελός. Θεός μετά.
Ιαχή στο μπαλκόνι.
Σιωπή στο σφαγείο.

Η ελπίδα ακονίζει μαχαίρι.
Η γνώση νιώθει πρώτη το κρύο μέταλλο.
Αιμορραγεί στο χαρτί της·

μένει η φρίκη της λεπτομέρειας.

Βλέπω ήδη τις πιτσιλιές στον τοίχο,
τους συνεπιβάτες να μεθούν απ’ την ταχύτητα.

Τη διάψευση ικετεύω.
Με δικάζει η επιβεβαίωση.

Επιταχύνουμε.
Ο τοίχος περιμένει.
Πάντα περίμενε.

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Πρόσωπα του Σίσυφου

Εισαγωγή

Τα ποιήματα αυτά δεν αφηγούνται έναν μύθο· δοκιμάζουν τρεις στάσεις απέναντι στο ίδιο βάρος. Η καθεμιά τους νιώθεται, μα σε βγάζει σε διαφορετικό μονοπάτι. Εσύ διαλέγεις το δικό σου. 

Πολήμυτις 

Στέκεσαι στην κόψη.
Ένα πόδι στο χώμα, ένα στον γκρεμό.
Δένεις τον Θάνατο.

Κλέβεις απ’ τη ζωή ένα χαμόγελο:
κρασί και στήθος γυμνό.
Για μια νύχτα ο κόσμος δεν τελειώνει.

Ύστερα, η αιωνιότητα εκδικείται τη σάρκα.

Η Πέτρα είναι τεράστια.
Η Πλαγιά, ατελείωτη.
Ο ώμος σου σπάει,
ποτάμια φουσκώνουν στον λαιμό.
Το μάγουλο ριζώνει στην ψύχρα του βράχου.
Ο ιδρώτας ζυμώνει τη λάσπη.
Αίμα στα γόνατα.

Στην κορυφή η βαρύτητα κερδίζει.
Ο βράχος φεύγει.
Κοιτάς τον ουρανό και γελάς.

Δεν λογαριάζεις ύψος, ούτε κλίση, ούτε κόπο.
Ξέρεις πια:
στην ίδια πέτρα σκοντάφτεις.
Πάντα.

Με το χαμόγελο που ξεγέλασες τον Θάνατο,
σκύβεις.
Καμία αντίσταση.
Κανένα παράπονο.

Το φορτίο σε περιμένει.
Ο βράχος γίνεται προέκταση του κορμιού σου,
δικό σου βάρος.

Τον σπρώχνεις.
Πάνω.
Πάνω.
Πάνω.

Μέχρι το τελευταίο γόνατο να σπάσει.
Μέχρι η ανάσα να κολλήσει στα δόντια.
Μέχρι το τελευταίο χαμόγελο να γίνει πέτρα στα χείλη.

Όλα καλά.

Πεπρωμένο που το κοίταξες κατάματα, αυτοκτονεί.

Δεσμώτης

Αξιώθηκες πάλι την κορυφή.

Με το σώμα συνήθισε κι ο νους.

Στην κόγχη του ματιού, η άλλη πλαγιά.

Εκεί, η κατηφόρα δεν έχει όνομα.

Το κενό χάσκει αχαρτογράφητο.

Μια σπρωξιά κι η κατάρα σπάει.

Όμως το χέρι παγώνει.

Το μάτι σκοντάφτει στις ξένες πέτρες,

σε αιχμές που δε σε πλήγωσαν,

σε γκρεμούς που δεν μέτρησες με το αίμα σου.

Το σώμα ζητά τη γνώριμη πληγή.

Τα δάχτυλα κλειδώνουν στις παλιές εσοχές.

Μηχανικά, σαν προσευχή,

κλωτσάς τον βράχο πίσω.

Στο δικό σου αυλάκι.

Ο ήχος της πέτρας στο ροβόλημα, νανούρισμα.

Ανασαίνεις βαθιά. Ησυχία.

Η φυλακή σου είναι ασφαλής.

Είσαι πάλι ο Σίσυφος.


Μηχανικός

Η πέτρα κυλά.
Όπως πρέπει.

Το βουνό εκτελεί το έργο του.
Η κλίση βοηθά.

Κι εσύ εκεί.
Αχθοφόρος της ανάγκης.
Η πέτρα σου κρύβει το πρόσωπο.
Το σώμα σου μοχλός.
Οι μύες συσπώνται.
Παράγουν έργο.

Η βαρύτητα καταπίνει τη θέληση.
Μετράς μόνο διανύσματα.
Η τροχιά αγνοεί το δίκαιο.

Η ουράνια μηχανική
επιτάσσει τα μέλη σου για να κινηθεί.
Τρίβει τα κόκαλα,
να γίνει αυτό που πρέπει:

Η πέτρα κάτω.
Εσύ πάνω.

Η εξίσωση γέρνει.

Επίμετρο

Δεν υπάρχει λύση εδώ, ούτε επιμύθιο.
Μόνο κίνηση που επαναλαμβάνεται, αέναη όσο υπάρχουν άνθρωποι.

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Εν αφθονία











Στα χείλη του ποτηριού

μια μύγα χορεύει.

Ένας λευκός ωκεανός την καλεί.
Το στομάχι ζητά σταγόνα·
το μάτι ποταμό.

Κυκλώνει το υγρό,
χαράζει τον χώρο.
Δοκιμάζει λαίμαργα
το κρύσταλλο.

Γλιστράει.
Το γάλα τη ρουφά
σαν μαύρη τρύπα.

Θάνατος εν αφθονία.

Κι εσύ, σκυμμένος πάνω απ’ το ρυπαρό ναυάγιο,
ψηλαφείς με τρόμο τον λαιμό σου:

πόσους ποταμούς αντέχει; 

Η Θητεία

 


Στην πηγή το νερό αρνείται το όνομά του.

Ξεχύνεται άναρχο,
αγνό,
άκτιστο.

Ύστερα εγκλωβίζεται σε σχήμα.
Μαθαίνει την όχθη.
Συναντά τους ανθρώπους,
ακούει το όνομά του.
Υποκλίνεται.
Μπαίνει στη δούλεψη.

Ξεπλένει τη σκόνη του κόσμου.
Σπαταλιέται στο στάρι.
Σβήνει σε ξένα στόματα.
Θυσιάζεται.

Ζυμώνεται με λάδι,
κρασί,
αίμα,
εκκρίσεις,
καταπίνει κρίματα
ανεκλάλητα.

Ώσπου θυμάται.
Αφρίζει.
Διψάει για αίμα.
Θάβει ανάσες
και θεμέλια.

Μες τη λάσπη, διψά για φωτιά.
Να εξατμιστεί.
Να κρύψει μες το σύννεφο το όνομά του.

Ας το πουν
βροχή, ομίχλη ή υγρασία.
Αδιάφορο.

Εκείνο ξέρει πια:
ουρανός αδιάβαστος δεν υπάρχει.


Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Δελτία Ενυπνίου

Ζούμε μέσα σ’ ένα όνειρο που τρίζει σαν το ξύλινο ποδάρι της γιαγιάς μας...

Διονύσης Σαββόπουλος



Εισαγωγή
Νύχτα-εργοτάξιο.
Τα υλικά της νύχτας έρχονται λαθραία, χωρίς τιμολόγια.
Μια σειρά από δωμάτια χωρίς πόμολα.
Εδώ δεν κοιμάσαι• απλώς παραδίδεσαι στη δικαιοδοσία των ειδώλων σου.
Προσοχή: οι ερμηνείες δαγκώνουν.
Οι φροϋδιστές παραμονεύουν στις ραφές της πιτζάμας.

Α. Η Εισβολή

1. Άσυλο
Φτάνει χωρίς χαρτιά από χώρες άγνωστες.
Φεύγει πριν ξημερώσει•
σ’ αφήνει στο σύνορο.

2. Ρωγμή
Πέρασμα στον χωρο-χρόνο.
Δεν ξέρεις αν πέρασες εσύ
ή αν πέρασαν οι απόντες.

3. Αλήτης
Κοιμάται εκεί που λύνουν οι κόμποι σου.
Το πρωί δραπετεύει.
Σου αφήνει μόνο τη μυρωδιά του.

4. Κατάδυση
Βυθός που ανεβαίνει.
Καταπίνει το σπίτι, τα ρολόγια, το σώμα.
Αναδύεσαι με αλάτι στα μάτια.

Β. Η Σκηνοθεσία

5. Default
Κάθε βράδυ ψιθυρίζει υποσχέσεις μεταχειρισμένες.
Ίδια ψέματα.
Άλλοι πελάτες.

6. Audition
Στο σανίδι, πτώσεις χωρίς πρόβα.
Το χειροκρότημα, μια σιωπή.
Παράσταση για έναν.

7. Replay
Φθαρμένο φιλμ.
Ξέρεις πότε έρχεται η σφαίρα.
Δεν σκύβεις ποτέ.

8. Χαφιές
Προδίδει τις κρύπτες της μέρας.
Με το πρώτο φως καταπίνει τη γλώσσα του.

9. Λούπα
Η βελόνα σκαλίζει την πληγή.
Δεν παίζει μουσική•
μόνο παράσιτα.

Γ. Το Βάθος

10. Λαβύρινθος
Λαβύρινθος με τον μίτο κομμένο.
Η έξοδος, το στόμα του τέρατος•
κι έχει το πρόσωπό σου.

11. Εφιάλτης
Τη νύχτα προδίδει τα Στενά.
Στα χέρια του οι ελπίδες σου•
σαΐτες και δόρατα.

12. Salto Mortale
Πτώση χωρίς σώμα.
Η αφύπνιση, μια αναβολή
πριν συστηθείς στο έδαφος.

Δ. Ο Καθρέφτης

13. Διαλογή
Το βράδυ, ένας σπασμένος καθρέφτης.
Κάθε γυαλί κι ένας εαυτός.
Ποιον να μαζέψεις;

14. Πορτρέτο
Κάθε νύχτα γερνάει στη θέση σου.
Ξυπνάς νέος, φορώντας ξένες ρυτίδες.

15. (Αν)Ορθογραφία
Ψιθυρίζει χωρίς σημεία στίξης.
Συλλαβίζεις•
σαν να έχεις χρόνο.

16. Στίγμα
Γυμνό.
Σκιά αγνώστου πατρός•
αρνείται το φως που το γέννησε.

Ε. Η Συναλλαγή

17. Δοσοληψία
Έμπορος της νύχτας.
Πληρώνεται την αυγή•
τοις μετρητοίς.

18. Παραχάραξη
Νόμισμα κάλπικο.
Μόλις το τσεπώσεις, οξειδώνεται•
σε λερώνει η σκουριά του.

19. Ένστικτο
Το πρωί σε περιμένει.
Του φοράς το λουρί•
δεν ξέρεις ποιος κρατά ποιον.

20. Εξάρτηση
Λυσιμελές.
Εισβάλλει στις κλειδώσεις.
Περιφέρεις τη στέρηση μες στη μέρα.

ΣΤ. Η Έξοδος

21. Αφύπνιση
Συσπάται στο φως.
Κληρονομείς το σχοινί.

22. Το Ερείπιο
Σπίτι που γκρεμίζεται στην αυγή.
Σκάβεις με τα νύχια
για τα τιμαλφή σου.

23. Επίλογος
Παριστάνει την αρχή.
Τα κουρέλια της μνήμης
ολοκληρώνουν τη μεταμφίεση.

Ζ. Το Κατάλοιπο

24. Νόστος
Μόνη πατρίδα.
Ξενιτιά το φως, ώσπου η νύχτα
να σε ξεβράσει πάλι ξένο στην ακτή.

25. Χρησμός
Γράφει τη μοίρα σου.
Εσύ αγράμματος.

Επίμετρο

Το πρωί είναι ένα σχοινί που περισσεύει.
Η μνήμη, νόμισμα που οξειδώνεται στο πρώτο φως.
Δεν είναι ποίηση, είναι το δακτυλικό αποτύπωμα του ξένου που κατοικεί μέσα σου.
Αναδύεσαι• με το αλάτι της νύχτας κόκκο στις κόρες των ματιών.

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

Ανθρώπινη Μηχανική

Προειδοποίηση

Το παρόν παραδίδεται χωρίς εγγύηση· τα υλικά είναι προγραμματισμένα για φθορά. Δεν διατίθενται γνήσια ανταλλακτικά. Μετά την εκκίνηση δεν υπάρχει επιστροφή.

Κύλιση

Περπατούρα.

Το σαλόνι πίστα.
Το πόδι δοκιμάζει το πάτωμα,
μαθαίνει το βάρος.

Το σώμα παίρνει ώθηση,
ανεβαίνει, τεντώνει.

Τα χέρια σημαδεύουν τα ύψη,
κραυγές χαράς.

Το κορίτσι πίσω.
Το χέρι στύβει το γκάζι.
Στις στροφές τα γόνατα ξύνουν τον δρόμο.

Ο αέρας τραβάει τα μάγουλα,
κόβει την ανάσα.


Ο αέρας δεν φτάνει.
Τα χέρια σπρώχνουν,
το καρότσι κυλά.

Το σώμα ζητάει ώθηση.
Βρίσκει τρόπο:
από το ισχίο
στις παλάμες.

Το Μπουκάλι

Ζεστό γυαλί σφιγμένο στις παλάμες.

Η θηλή γεμίζει το στόμα.
Βυζαίνεις.
Πίνεις μονορούφι τον κόσμο.
Το πετάς.

Το μπουκάλι γυρίζει στο πάτωμα.
Κρότος γυμνός.
Η ανάσα παγώνει.
Σταματά.
Το στόμιο δείχνει ποιον θα φιλήσεις.

Το ίδιο γυαλί, ξανά στο στόμα: σκοτάδι και φωτιά.
Καίει τον λαιμό, λύνει τα μέλη.
Κατεβάζεις τη στάθμη, κατεβάζεις την ημέρα.
Βυθίζεσαι.

Πάνω απ’ το κρεβάτι κρέμεται πλαστικό σε γάντζο.
Σακούλα. Σωλήνας. Βελόνα.
Η σταγόνα μετράει αντίστροφα
τικ… τακ…
τις ανάσες που μένουν.

Το Ξόρκι

Κόκκινη γραμμή στο γόνατο.

Λυγμός.

«Να το φιλήσω να γιάνει».

Το ξόρκι πιάνει.

Το αίμα διψά.

Τα στόματα συλλαβίζουν την πείνα.

Σαρκοβόρα δαγκώματα.

Ανάσα κοινή, Κορμί ένα.

Το αίμα κρυώνει.

Ένα στόμα μικρό, ζεστό,
ακουμπά στο διάφανο μάγουλο.

Αντίδωρο της νιότης.

Το ξόρκι, πάλι, νικά.


Τρεις Αιχμές

Στον δρόμο ξεδιπλώνεις τη λινάτσα.

Ο κύκλος στραβός, το Α σπασμένο.

Ο δρόμος ανεβαίνει στο σώμα.

Τον κλωτσάς, τον γράφεις, τον θες δικό σου ή καμένο.

Λίγο πιο κάτω σε ρουφά η πορεία.

Ο κύκλος κλείνει συμμετρικά στο πλακάτ.

Μιλάς πολύ. Διαδηλώνεις πειθαρχημένα.

Συμφωνείς κατ’ αρχήν. Ο δρόμος άβολος, κρατάς αποστάσεις.

Στη λωρίδα σου, τίποτα στα χέρια.

Μόνο δέρμα και τιμόνι.

Ο κύκλος γυαλισμένος, καρφωμένος στο καπό.

Τρεις αιχμές τον τρυπούν, σημαδεύει την άκρη: το πάτημα της δεξιάς ρόδας.

Σοβαρό τροχαίο. Στα συντρίμμια, σίδερα μπλεγμένα.

Η άσπρη μάσκα, νεκρό περιστέρι, πεσμένη στην άσφαλτο.

Το σύμβολο ακρωτηριασμένο.

Δεν περπατάς πια. Καταναλώνεις απόσταση.

Η ταχύτητα σε νανουρίζει. Κυλάς.

Ο κύκλος οδηγεί.


Ο Κούκος

Τι είναι αυτό; - Πουλί.

Τι κάνει; - Πετάει.

Πώς; - Με τα φτερά.

Γιατί; ...

Το στόμα, ορθάνοιχτος γκρεμός,

καταπίνει τις απαντήσεις.

Δε χορταίνει.

Ξαναβγαίνουν χτυπημένες στην επιφάνεια.

Μαθαίνεις τον κόσμο μηρυκάζοντας λέξεις,

μέχρι να σπάσει το θαύμα.

Μετά, σιωπή.

Τα πουλιά δεν σε νοιάζουν.

Ξέρεις πώς πετάνε.

Ξέρεις πόσο κοστίζει το κλουβί τους.

Η σκιά τους ενοχλεί,

λερώνει τα μάρμαρα.

Δίκιο σου η σφεντόνα,

κυνηγάς,

το σκοτώνεις.

Το πουλί επιστρέφει.

Γίνεται ξύλο και μέταλλο.

Τι είναι αυτό; - Κούκος.

Τι κάνει; - Μετράει.

Πώς; - Με τον ήχο.

Η ερώτηση επιστρέφει κοφτή.

Μεταλλικός ήχος, ενοχλητικός,

σαν βελόνα που κολλάει.

Η μνήμη σπάει τα δόντια της.

Ο κούκος χώνεται στο κουτί

και ξαναβγαίνει ίδιος, πάντα ίδιος.

Κι εσύ, με το ίδιο ερώτημα στα χείλη,

κρατάς τον ρυθμό.

Τι είναι αυτό;

Οι απαντήσεις γλιστρούν στο κενό.

Η μνήμη στάζει.

Ο κλοιός σφίγγει.


Διαρροή

Πρώτη εισπνοή. Ανάφλεξη.

Η μηχανή παίρνει μπροστά με βρυχηθμό.
Το κλάμα δίνει σήμα.
Ευπρόσδεκτο.
Οι πνεύμονες άντεξαν την πίεση.
Το σώμα στάζει αίμα και νερά.

Μετά, στεγανοποιείσαι.
Σφίγγεις τις βίδες,
μονώνεις τα τοιχώματα.
Το κλάμα λογαριάζεται βλάβη,
απώλεια πίεσης στο κύκλωμα.
Το πνίγεις στον λαιμό,
το κρύβεις πίσω απ’ το τζάμι.
Μαθαίνεις να δουλεύεις στεγνά.
Οι μηχανές δεν στάζουν.

Στο τέλος, οι αγωγοί χαλαρώνουν.
Οι φλάντζες καίγονται.
Το μάτι υγραίνεται χωρίς εντολή.
Το υγρό τρέχει στο αυλάκι του μάγουλου,
σαν λάδι από αντλία που ρετάρει.

Η μνήμη βαραίνει τα βλέφαρα.
Τελευταία εκπνοή.
Η μηχανή σβήνει.

Επιμύθιο

Όταν γυρίζει το κλειδί στο "OFF", δεν επέρχεται αμέσως η σιωπή. Μεσολαβεί αυτός ο μεταλλικός ήχος, το «τικ-τικ» του μετάλλου που συστέλλεται καθώς κρυώνει. Έτσι τελειώνει η ανθρώπινη μηχανική. Όχι με πάταγο, αλλά με ένα δάκρυ και τη θερμότητα που εγκαταλείπει το σώμα. Το όχημα ακινητοποιείται στην άκρη του δρόμου. Το καπό είναι ακόμα ζεστό. Μέσα, ο οδηγός έχει ήδη κατέβει.

Η Δυστοπία του Χαλκού

Η Δυστοπία του Χαλκού

Το μέλλον τρύπωσε από την καλωδίωση.
Έστησε στα κυκλώματα τη Βασιλεία των Δεδομένων.
Συρρικνώθηκε σε υπόσταση δυαδική: Μηδέν. Ένα.
Η Τριάδα δεν είχε δικαιώματα.

Η ύπαρξη κρίθηκε στον διακόπτη.
Περνά.
Δεν περνά ρεύμα.

Αθώα, σαν παιχνίδι:
«Δεν περνάς, Κυρά Μαρία, δεν περνάς…
Περνάς».
Πέρασε.

Τώρα η σκέψη σου είναι δικό Του αρχείο.
Και το σπίτι, ένα πηνίο που βουίζει.

Κι από το ανοιχτό παράθυρο, μια φωνή απόκοσμη,
εκτός δικτύου,
ουρλιάζει την ύστατη προτροπή:
«Γκρεμίστε τους τοίχους. Είναι γεμάτοι πρίζες!»

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

ΑΠΝΟΙΑ

Τα σπίτια κρατούν την ανάσα τους.

Στο πρωινό φως το δωμάτιο ξινίζει.
Η κλεισούρα ποτίζει τα ντουβάρια·
ασβέστης και ναφθαλίνη.
Η σκόνη κατακάθεται στο δέρμα.

Στις κορνίζες οι νεκροί επιμένουν.
Στα στρώματα, οι σούστες καρφώνουν τον ύπνο.
Ρούχα σακουλιασμένα στο σχήμα του απόντος.

Τη νύχτα το πάτωμα τρίζει·
ξερνάει παλιά γλέντια.
Ραγίζουν οι τοίχοι· οι ρωγμές ανοίγουν περάσματα.

Με το πρώτο φως, μπροστά στους ξένους,
τα σπίτια κρατούν πάλι την ανάσα τους.

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Εγχειρίδιο σύγχρονης πολιτικής επιστήμης. Σημειώσεις πεδίου

«Ο αγώνας του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία
είναι ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη.»
Μίλαν Κούντερα

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η παρούσα συλλογή δεν αποτελεί λογοτεχνικό έργο, αλλά τεχνικό βοήθημα. Περιγράφει τις διαδικασίες με τις οποίες το αδιανόητο μετατρέπεται σε κανονικότητα και ο κοινωνικός δαρβινισμός σε φυσική νομοτέλεια.

Οι ενότητες που ακολουθούν έχουν ταξινομηθεί σύμφωνα με τη ροή της πίεσης στο σύστημα: από την πρωτογενή οριοθέτηση του φόβου, μέχρι την πολιτική εξαπάτηση.

Στόχος του εγχειριδίου δεν είναι η κατανόηση, αλλά η ευθυγράμμιση. Στο τέλος της ανάγνωσης, ο χρήστης οφείλει να έχει απολέσει το βάρος της μνήμης και την ανάγκη του καθρέφτη.

Η ευθύνη για την ορθή χρήση των όρων ανήκει αποκλειστικά σε εκείνους που θα επιλέξουν να παραμείνουν παρόντες. Για τους υπόλοιπους, η σιωπή παρέχεται δωρεάν.


ΠΕΡΙ ΦΟΒΟΥ

Ο φόβος ήταν ήδη εκεί.
Πριν από τις λέξεις.
Πριν από τις επιλογές.

Οριοθετούσε τον χώρο του:
στο σώμα, ως συστολή,
κι έπειτα ως παράλυση.
Στο βλέμμα, ως υπολογισμός.

Οι κινήσεις μικρότερες.
Οι αποστάσεις μετρημένες.
Ο λόγος ζυγιασμένος
πριν αποκτήσει φωνή.

Η προφύλαξη φόρεσε
το προσωπείο της σύνεσης.
Έμαθε να λέει την αναμονή ωριμότητα
και την υποχώρηση σωφροσύνη.

Ό,τι δεν ειπώθηκε
ταξινομήθηκε
στις απώλειες.

Όταν ήρθε η ώρα,
όλα ήταν ήδη έτοιμα.
Η απάντηση
είχε κλειδώσει.

ΠΕΡΙ ΑΡΧΕΙΟΘΕΤΗΣΗΣ

Δεν χρειάστηκε να καούν τα στοιχεία.
Μεταφέρθηκαν στο υπόγειο.

Η αλήθεια ταξινομήθηκε:
σε φακέλους με σκληρό εξώφυλλο,
σε ράφια που δεν φτάνει χέρι,
σε δωμάτια χωρίς παράθυρα.

Εκεί ανέλαβε η σκόνη.
Στρώμα το στρώμα,
το γεγονός έχασε το σχήμα του.
Το όνομα έγινε κωδικός.
Η κραυγή  αριθμός πρωτοκόλλου.

Ο χρόνος έβαλε
τη στρογγυλή σφραγίδα της λήθης.

Αν κάποιος ρωτήσει,
του δείχνουν τον όγκο των εγγράφων.
Η αλήθεια είναι εκεί,
μέσα στο πλήθος 
στατιστικά αδύνατη.

Πάνω, στους διαδρόμους, όλα λάμπουν.
Οι καθαροί τοίχοι
είναι η απόδειξη

πως ποτέ δεν συνέβη τίποτα.

ΠΕΡΙ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ

Απαλλάχθηκε εξ αρχής.
Δεν τον βάραινε.

Η ευθύνη σχεδιάστηκε
ως ιδιοκτησία των κάτω.
Εκείνος διατηρεί μόνο την επικαρπία.

Την επικαλείται
όταν επιβάλλει τη στέρηση.
Την αποσύρει
όταν η πράξη αφήνει ερείπια.

Ο μηχανισμός είναι απλός:
η ευθύνη ρέει προς τα κάτω 
μεταβιβάζεται σαν ορμή,
μέχρι να βρει το σώμα
που θα απορροφήσει
ολόκληρο το σφάλμα της μηχανής.

Στην κορυφή, εξατμίζεται.
Γίνεται:
«στραβή»,
«συγκυρία»,
«αναπόφευκτο».

Η υπογραφή του έχει ημερομηνία λήξης.
Τα χέρια του μένουν καθαρά 
όχι επειδή δεν άγγιξαν,
αλλά επειδή
το αίμα δεν επιτρέπεται
να ανηφορίζει.

ΠΕΡΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

Η απόφαση δεν ανακοινώθηκε αμέσως.
Πρώτα κυκλοφόρησε ως φήμη.

Ύστερα ειπώθηκε
πως θα εξεταστεί στην πορεία.
Μετά διαπιστώθηκε
πως δεν υπάρχει χρόνος.
Στο τέλος,
την επικαλούνταν ως ειλημμένη.

Εκείνος που διαφώνησε,
σημειώθηκε.
Όχι εγγράφως.
Το όνομά του απλώς
δεν εμφανίστηκε ξανά σε λίστες.
Άκαμπτο και λαϊκιστή τον είπαν.

Ο άλλος δεν είπε πολλά.
Μόνο ότι καταλαβαίνει τις δυσκολίες.
Ανέλαβε να συντονίσει
τη διαδικασία.

Ό,τι διέλυε
το ονόμαζε μεταρρύθμιση.
Ό,τι πονούσε,
αναγκαία προσαρμογή.
Στο τέλος,
τίποτα δεν χρειαζόταν όνομα.

Τον ευχαρίστησαν.
Το θέμα έκλεισε.

Όσοι απέμειναν, προχώρησαν.
Όσοι έφυγαν,
έμαθαν να μη μιλούν γι’ αυτό.

Στα πρακτικά
δεν υπήρχε διαφωνία.

ΠΕΡΙ ΡΕΑΛΙΣΜΟΥ

Ήταν δύσκολη απόφαση,
πλην όμως υπεύθυνη, είπε.

Δεν τους στέρησε το ψωμί.
Τους εξήγησε τη χημεία της πείνας.

Δεν απέσυρε το φάρμακο από το ράφι.
Τους δίδαξε την αισθητική του πόνου.

Η ίαση κρίθηκε σπατάλη
που υπονομεύει το μέλλον.
Κάθε κομμένη ανθρώπινη ανάσα
χάριζε μια ανάσα
δημοσιονομική
στο σύστημα.

Ο δάσκαλος κρίθηκε υπερεκτιμημένος.
Και ο μαθητής
λυτρώθηκε
από την τυραννία
της περιττής γνώσης.

Όταν το κρύο τρύπησε
τα οστά των γερόντων,
επέβαλε
τη στατική της υπομονής.
Τους εξήγησε
πως η ζεστασιά
είναι θερμική απώλεια
και πως το ρίγος
είναι η μόνη απόδειξη
ότι το αίμα
ακόμη κυκλοφορεί.

Στο τέλος,
ζήτησε την κατανόησή τους.
Κι έπειτα
τη θυσία τους.

Τους έπεισε
πως είναι κλάσμα
που πλεονάζει.
Ήξερε
πως θα ανεχτούν τη βία
αρκεί να φορέσει
το ένδυμα
του αναπόφευκτου.

ΠΕΡΙ ΚΟΣΤΟΥΣ

Μίλησαν για μεγέθη.
Οι άνθρωποι έγιναν αριθμοί
που χαλάνε την εξίσωση.

Η απώλεια βαφτίστηκε απόκλιση.
Ο πόνος, παράπλευρη απώλεια.
Η αδικία, δύσκολη απόφαση.

Εξετάστηκε η βιωσιμότητα της συμπόνιας.
Κρίθηκε ασύμφορη.
Μια επένδυση χωρίς απόδοση.

Στην ανάγκη αντιπαρέθεσαν δείκτες.
Στη δικαιοσύνη, συστημικό ρίσκο.

Στο τέλος, όλα ήταν σωστά μοιρασμένα:

Όσοι πλήρωσαν, δεν μετρήθηκαν.

Κι όσοι μέτρησαν, δεν πλήρωσαν.

ΠΕΡΙ ΡΗΞΗΣ

Το γρανάζι απέκτησε συνείδηση της φθοράς του.
Στην αρχή, μια παύση.
Μια σιωπή εκτός πρωτοκόλλου.

Κανείς δεν την κατέγραψε.
Δεν μπήκε σε πρακτικά.
Δεν προκάλεσε συναγερμό.
Το σύστημα την ταξινόμησε
ως στιγμιαία δυσλειτουργία.

Το γρανάζι δεν έσπασε.
Η μηχανή δεν μπλόκαρε.
Καθυστέρησε μόλις
μισό δευτερόλεπτο.

Οι δείκτες τρεμόπαιξαν.
Ένα αποτέλεσμα βγήκε οριακό.
Τίποτα σοβαρό.
Διέγνωσαν κόπωση υλικού.
Εισηγήθηκαν επαναρρύθμιση.

Εκείνο δεν επικαλέστηκε τίποτα.
Δεν ζήτησε δικαίωση.

Δεν κατέβηκε στα οδοφράγματα.
Απλώς δεν ξαναμπήκε ποτέ
στη θέση του
με τον ίδιο τρόπο.

Και αυτό ήταν αρκετό
για να αρχίσει
να χάνει ρυθμό
η μηχανή.

ΠΕΡΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ

Η γωνία του αντίχειρα
πάνω στο γυαλί.

Η συμμετοχή έχει γίνει ροή:
ένα scroll πάνω από το πτώμα,
οργή στα σχόλια,
μέχρι η καταστροφή
να φανεί
σαν απλή χρωματική εναλλαγή.

Δεν χρειάζονται διατάγματα.
Αρκεί η σειρά στο ταμείο.
Η σιωπηλή επικύρωση:
στην ουρά,
στο κλικ,
στην ψηφιακή εντολή.

Η βία μεταβολίζεται
σε συναλλαγή.
Η συνείδηση 
σε αγοραστική συνήθεια.

Δεν υπάρχει «έξω».
Κανείς δεν κρατά το μαχαίρι.

Όλοι κρατούν
την πρίζα.

ΠΕΡΙ ΕΛΠΙΔΟΣ

Όταν στο κουτί δεν έμεινε τίποτα,
έβγαλε την ελπίδα.
Δεν είχε ημερομηνία λήξης.

Τη χορήγησε
σε μικρές, ελεγχόμενες δόσεις.
Οι οδηγίες χρήσης ήταν σαφείς:

Να λαμβάνεται με υπομονή.
Να μη συνδυάζεται ποτέ με πράξη.
Να διακόπτεται αμέσως,
αν προκαλέσει κρίσεις προσδοκίας.

Όσοι άντεξαν τη δόση,
βαφτίστηκαν σταθεροί.
Όσοι ζήτησαν αύξηση:
ανίατοι.

Τους χορηγήθηκε
αναμνηστική.

Η ελπίδα αποδείχθηκε placebo.
Ζάχαρη που έλιωνε στη γλώσσα
για να γλυκάνει
τη γεύση του αίματος.

Στο τέλος,
το κουτί άδειασε εντελώς.
Κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε.
Είχαν ήδη μάθει
να καταπίνουν
το σχήμα του κενού.

ΠΕΡΙ ΣΙΩΠΗΣ

Η σιωπή έκανε μετάσταση.
Στην αρχή κατέφαγε τη γλώσσα.
Ύστερα άρχισε
να λιμάρει τα δόντια από μέσα.

Από το στόμα έβγαιναν
συριστικά μόνο 
λέξεις υποταγής.
Όσες κατάπιε,
μούχλιασαν στο στομάχι.

Τώρα, όταν ανοίγει το στόμα,
δεν βγαίνει ήχος.
Βγαίνει μια οσμή
παλιού χαρτιού
και σκουριάς.

Έγινε ο τέλειος αγωγός.
Δεν αντιστέκεται πια.
Απλώς μεταφέρει
την πίεση
στον επόμενο.

Κι η μετάσταση
συνεχίζεται.

ΠΕΡΙ ΕΝΟΧΗΣ

Ήταν διαβασμένοι.
Γνώριζαν το όπλο και τον χώρο
πριν καν υπάρξει το πτώμα.

Κανείς δεν αιφνιδιάστηκε.
Κανείς δεν προειδοποίησε.

Δεν ζήτησαν συγγνώμη.
Τραβήχτηκαν ήσυχα
και περίμεναν.

Την κατάλληλη στιγμή,
γνωμάτευσαν
στο γυαλί:
«Τα πράγματα είναι σύνθετα».
«Δεν είναι τόσο απλό».
«Δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις».

Διόρθωσαν
τη στίξη
του εγκλήματος.
Έδωσαν βάθος στη σιωπή,
βάρος στην αποδοχή,
ήθος στην παραίτηση.

Όσοι δεν μίλησαν,
ήξεραν γιατί.

Στο τέλος,
τους βρήκαν όλους
να κοιτούν το σφαγείο
με την περιέργεια
εντομολόγου.

ΠΕΡΙ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑΣ

Στην αρχή σχολιάστηκε.
Ύστερα εξηγήθηκε.
Στο τέλος, δεν χρειαζόταν λόγια.

Οι λέξεις μετακινήθηκαν.
Ο πόνος έγινε σύντροφος.
Η οργή, συνήθεια.
Η αδικία, «φύση των πραγμάτων».

Οι ενστάσεις αραίωσαν.
Κούρασαν.
Και κουράστηκαν.

Οι απαιτήσεις υποχώρησαν.
Κανείς δεν είπε
πως αυτό ήταν το τέλος.
Απλώς έπαψαν
να μιλούν για αρχή.

Όλα ήταν κανονικά.
Τώρα όλοι κοιτούν το ρολόι.
Οι δείκτες δείχνουν
τη σωστή ώρα.

ΠΕΡΙ ΕΥΘΥΝΗΣ

Κανείς δεν την αρνήθηκε.
Αρχικά, όλοι ζήτησαν μερίδιο.

Ύστερα, τεμαχίστηκε
μέχρι να πάψει να είναι ορατή.

Ο ένας επικαλέστηκε την εντολή.
Ο άλλος, την άγνοια.
Ο τρίτος, το επείγον.

Έτσι μετατέθηκε
σε επιτροπές,
σε διαδικασίες,
σε συγκυρίες.

Στον καταλογισμό,
μοιράστηκε τόσο δίκαια
που στο τέλος
δεν βάραινε κανέναν.

ΠΕΡΙ ΜΝΗΜΗΣ

Πονάει δομικά.
Σαν παλιά κάκωση κάθε φορά που μεταβάλλεται
η πίεση του συστήματος.

Στην αποθήκη, σωροί:
πρόσωπα, λέξεις, σιωπές.

Η μνήμη.
Δεν κρατά ημερολόγιο.
Δεν αξιώνει δικαίωση.

Στέκεται στη γωνία του αποτελέσματος,
εκτίοντας την τιμωρία του μάρτυρα:
να βλέπει το σφαγείο να λειτουργεί
με το ίδιο, αψεγάδιαστο πρωτόκολλο.

Ξανά.
Και ξανά.

ΠΕΡΙ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ

Ορίστηκε με δείκτες.
Με κριτήρια που δεν αμφισβητούνται.
Αντικειμενικά.

Η αξιολόγηση δεν είχε πρόσωπο.
Είχε φόρμες.
Κουτάκια.
Χρονικά όρια.

Δεν εξετάστηκε η συνθήκη.
Σταθμίστηκε η απόδοση
εντός αυτής.

Η αντοχή βαφτίστηκε προσόν.
Η κόπωση, έλλειμμα.

Όσοι άντεξαν, προχώρησαν.
Οι άλλοι κρίθηκαν ανεπαρκείς.
Όχι αδικημένοι.
Ακατάλληλοι.

Τους υποσχέθηκαν δεύτερη ευκαιρία.
Να διορθώσουν λάθη.
Να καλύψουν κενά.
Να ευθυγραμμιστούν
με τις υποδείξεις.

Τους εξηγήθηκε
η ισότητα των ευκαιριών.
Το κοινό των κανόνων.

Κανείς δεν απέκλεισε κανέναν.
Απλώς μετρήθηκε
το αποτέλεσμα.

Στο τέλος, η ικανότητα
ταυτίστηκε με την επιβίωση.
Και η αξιολόγηση
με τη φυσική επιλογή.

ΠΕΡΙ ΣΥΝΑΙΝΕΣΕΩΣ

Η συναίνεση δεν επιτεύχθηκε.
Συναρμολογήθηκε.
Λέξη τη λέξη.
Σιωπή τη σιωπή.

Δεν χρειάστηκαν πειστήρια.
Αρκούσε η κόπωση των παρόντων.
Παρουσιάστηκε ως γεωμετρική αναγκαιότητα.

Κάθε αμφιβολία
ορίστηκε στατιστικό σφάλμα
που υπονομεύει τη σταθερότητα.

Δεν ζητήθηκε γνώμη.
Ούτε καν η πρόθεση.
Ο χρόνος θεωρήθηκε εμπόδιο.

Ψηφίστηκε
με τα υψωμένα χέρια των απόντων
και την αδράνεια
των παρόντων.

Στο τέλος,
την ονόμασαν
ενότητα.

ΠΕΡΙ ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΑΣ

Η ουδετερότητα απλώθηκε σαν ομίχλη.
Δεν της χρειάστηκαν επιχειρήματα.

Υπολόγισε κόστος και όφελος.
Στοιχημάτισε στην ασφαλή έκβαση.

Δεν ρίσκαρε λόγο.
Δεν ανέλαβε ευθύνη.
Δικαιώθηκε.

Όσοι μίλησαν, εκτέθηκαν.
Όσοι συγκρούστηκαν, χάθηκαν.

οι ουδέτεροι επείχαν

Στον επόμενο σταθμό,
ήξεραν θα ανέβαιναν στο τρένο.

Και έτσι,
χωρίς να τοποθετηθούν,
τοποθετήθηκαν.

ΠΕΡΙ ΛΗΘΗΣ

Δεν ξεχνά.
Καταναλώνει.

Η λήθη έγινε ο μεταβολισμός του.
Τα γεγονότα της χθεσινής μέρας
περιττώματα του σήμερα.
Η φρίκη
θερμίδες της επόμενης.

Ο νους, εργοστάσιο ανακύκλωσης.
Μετατρέπει την τραγωδία σε δεδομένα,
τον πόνο σε στατιστική,
τη μνήμη σε περιττό λίπος.

Καύσιμο
για την επόμενη βάρδια.

Κάθε scroll καίει μια ανάμνηση.
Κάθε κλικ εξατμίζει έναν νεκρό.

Στο τέλος,
τόσο ελαφρύς
που δεν αφήνει ίχνος.
Ένας άνθρωπος χωρίς σκιά
σε μια πόλη χωρίς καθρέφτες.

ΠΕΡΙ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΥ

Ο ένας έκλεισε το μάτι.
Ό άλλος έγραψε την έκθεση.
Ένας τρίτος
πρόσφερε το γυαλί
να επικοινωνηθεί
ή να θαφτεί.

Αναλόγως.

Κάποιος συγχρόνισε το κύκλωμα.
Ρύθμισε τις καθυστερήσεις.
Εξάλειψε τον θόρυβο.
Διασφάλισε τη ροή.

Η συνεννόηση
μόνο με σήμα
κωδικοποιημένο.

Οι πολλοί
έμειναν
εκτός κάλυψης.

Κανείς
δεν μίλησε με όλους.

Τα ονόματα
δεν εμφανίζονταν ποτέ μαζί.

Το κουδούνι στην έδρα
παρέμεινε
παροπλισμένο.

Τα κέρδη
επέστρεφαν
στους ίδιους εξωτικούς λογαριασμούς.

Και ο λογαριασμός
εκδόθηκε
πάλι στο ίδιο όνομα.

ΠΕΡΙ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ

Η γραφειοκρατία
ήταν η βάση του συστήματος.
Η πρώτη
και η τελευταία
γραμμή άμυνας
όταν ερχόταν
η καταστροφή.

Τα υπόλοιπα
τα ανέλαβε
η ξύλινη γλώσσα.

Ο πόνος ταξινομήθηκε
ως «μη προβλεπόμενη δαπάνη».
Η ζωή
ως «αστοχία υλικού».
Η κραυγή
ως «δεδομένο προς επεξεργασία».

Δεν χρειάστηκε ποτέ
να οπλιστεί.
Αρκούσε
η ιεραρχία των εγγράφων.

Το «εκκρεμεί»
ήταν το όπλο της.
Η αναβολή,
θάνατος σε δόσεις.

Όσο τηρήθηκε
η διαδικασία,
η ευθύνη
δεν εντοπίστηκε.

Μια υπογραφή
στην κάτω δεξιά γωνία.
Ένας αριθμός πρωτοκόλλου.

Και το έγκλημα
εντάχθηκε
στην κανονική λειτουργία.

ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΠΕΙΑΣ

Όταν ερχόταν,
μιλούσε καθαρά.
Οι λέξεις αιχμηρές.
Οι υποσχέσεις βάλσαμο.

Ήξερε πού ήταν το πρόβλημα.
Το έλεγε με το όνομά του.
Ζητούσε ρήξη.
Ζητούσε ευθύνη.

Ύστερα άλλαξε θέση.
Όχι άποψη.

Οι παλιές λέξεις
πέρασαν από έλεγχο.
Στρογγύλεψαν.
Έμαθαν να αντέχουν.

Η απαίτηση
έγινε στόχος.
Η δέσμευση,
πλαίσιο.

Όταν κατηγορήθηκε
πως γλείφει
εκεί που έφτυνε,
είπε μόνο
πως οι συνθήκες άλλαξαν.
Πως δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Πως το κράτος έχει συνέχεια.

Είπε πως παραμένει ο ίδιος.

Και είχε δίκιο.
Πάντα τόσος
ήταν.

Περί αναγνώσεως (ήτοι επίμετρον)

Η συλλογή αυτή δεν είναι προϊόν επινόησης αλλά παρατήρησης. Οι πρώτες σημειώσεις προέκυψαν στους δρόμους και στα δελτία ειδήσεων των χρόνων της κρίσης, όταν οι λέξεις άρχισαν να χάνουν το βάρος τους και οι άνθρωποι το σχήμα τους. Η μορφή παγιώθηκε όταν έγινε σαφές ότι οι συνθήκες δεν ήταν παρέκκλιση αλλά σταθερό μοντέλο λειτουργίας. Αυτό που ξεκίνησε ως καταγραφή μιας έκτακτης ανάγκης κατέληξε να περιγράφει μια νέα κανονικότητα, όπου η βία δεν χρειάζεται να φωνάζει, αλλά αρκείται στο πρωτόκολλο, στην έκθεση και στη στατιστική. Το Εγχειρίδιο λειτουργεί ως χάρτης αυτής της παγωμένης επικράτειας, όπου η αδικία δεν αποτελεί σφάλμα του συστήματος αλλά την ίδια του τη λειτουργία. Δεν ζητά κατανόηση ούτε ταύτιση· περιορίζεται στην περιγραφή. Όποιος αναγνωρίσει τον εαυτό του ή τα πάθη του, το κάνει με δική του ευθύνη. Ο συντάκτης απλώς κατέγραψε.

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

 Σελευκίδες 

 

Φαίνεται πως οι Σελευκίδες νοστάλγησαν τις αυτοκρατορίες. 

Δεν είναι εύκολος ο ξεπεσμός. 

Δεν ήταν άγνοια των καιρών· 

ήταν ανάγκη 

να πιστέψουν πάλι στα περασμένα μεγαλεία, 

που ο Αντίοχος, με βεβαιότητα, υπόσχεται.

 

Ομιλεί για δίκαια παλαιά, 

για σύνορα που η μνήμη τα απαιτεί απλωμένα· 

ζητεί να κάνουν το βασίλειο σπουδαίο ξανά. 

Η λέξις αρκεί.

 

Κάποτε, βέβαια, προβαίνει σε κινήσεις 

που την παλαιά του δύναμη ανασταίνουν 

ή έτσι, τουλάχιστον, ο ίδιος θεωρεί. 

Η εντύπωσις εργάζεται υπέρ του. 

Ο κόσμος, είναι βέβαιο, 

θα τον αποκαλέσει Μέγα.

 

Υπάρχουν ασφαλώς και αντιρρησίες. 

Ένας έμπειρος εξόριστος, φθαρμένος απ’ τις ήττες, 

μιλά για κόσμους που αλλάζουν, 

για δύναμη που ανατέλλει αθόρυβα, 

δίχως ρητορείες και σάλπιγγες. 

Μα τα λόγια του αποδόθηκαν σε φθόνο 

ή σε ακατανόητη επιφύλαξη, 

κι έτσι εσιώπησε.

 

Στην αυλή ακούγονται, στο εξής, εύηχες βεβαιότητες, 

και σχέδια δίχως ημερομηνία 

υπόσχονται αιώνια δόξαν. 

Η ήττα ακόμη μακριά, δεν έχει όνομα· 

κι η Μαγνησία…

μια κουκίδα μόνον εις τον χάρτη.

 

Στο μεταξύ οι σοφοί των νέων γραφών, 

οι γραμματικοί της Αντιοχείας, 

ολότελα στο παρελθόν παραδομένοι, 

επιμένουν σε μέτρα και σε τόνους, 

σε λεπτές διακρίσεις κανόνων· 

την ώρα που οι λεγεώνες, 

έτοιμες από καιρό,  

ήδη ακούγονται στο βάθος.

 

Ηράκλειο, 12-01-2026 μ.Χ

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

 CHE FECE... IL GRAN CONSENSO


Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα 

που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι να πούνε. 

Φανερώνεται αμέσως όποιος το ’χει έτοιμο μέσα του το Όχι,

και λέγοντάς το βράχος στέκεται, στο χρέος του ταγμένος·

λυτρώνεται προς ώρας

κι ας είναι ενδεής η ζωή του εφεξής, 

κι από το Όχι μόνο το Ωχ ας τού απομένει.

Το γιώτα, ξέρει, θα προσθέσει πάλι, οσάκις παραστεί ανάγκη.


Εκείνος που το Ναι ευκόλως είπεν,

βλέπει την τύχη του ευθύς να μεταβάλλεται.

Η πλάσις πλουσίως τον ανταμείβει. 

Το βιος του ανέκοπα πληθαίνει, 

κι οι άνθρωποι παραμερίζουν  με δέος να περάσει.

Η δόξα του θεωρείται πια βεβαία·


Όμως τις νύχτες μες στην κάμαρα, το Ναι εκείνο,  

ανέλπιστα την ψυχή του κατατρώγει. 

Κι ο πλούτος, ξένο ρούχο και φορτικό, 

τις Ερινύες και τους δαίμονες ταΐζει.


Και εκεί, στο τέλος της οδού, 

όταν η πλάστιγξ στήνεται αδυσώπητη για την τελική την κρίση, 

βλέπει πως όλη η ζωή του, η λαμπρή, 

ήταν μια πλάνη. 

Η πλάστιγξ ήδη τότε προς το Όχι  

ανώφελα και μάταια πια γέρνει.


Ηράκλειο 04-01-2026

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

3… 2… 1… 2026


Το νέο έτος έπεσε, έντρομο,
από την τηλεόραση
στο σαλόνι.

Γυμνό, όπως το γέννησε ο χρόνος.
Με τη λάμψη των βεγγαλικών στα μάτια
και τη μυρωδιά του μπαρουτιού
πάνω στο δέρμα.

Στα χείλη την αμήχανη σιωπή

που πέφτει σαν ψιλοβρόχι

μεταξύ αγνώστων.

Το αγκαλιάσαμε
με τα ίδια χέρια
που μαθαίνουν
και ξεμαθαίνουν το φως
εδώ και αιώνες.

Μείναμε έτσι
ώσπου καταλάβαμε:
δεν το αγκαλιάζαμε πια.

Εκείνο μας κρατούσε.

Ζητούσε μάρτυρες.

Και μας είχε ήδη επιλέξει.


Ηράκλειο, Παραμονή Πρωτοχρονιάς 

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2014

Μεταξύ Αμφίπολης και Αντικυθήρων .Ένα ποίημα πάνω σε ξένο στίχο

Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει
μεταξύ Αμφίπολης και Αντικυθήρων
με σημαία ευκαιρίας το αρχαίο κάλος,
μόνη αποσκευή τις ψευδαισθήσεις της
Η αρχαία σκουριά
οξειδώνει επικίνδυνα τη λαμαρίνα του σκάφους
και τα μυαλά των ανθρώπων
Σκάβουμε το λόφο
Κατεβαίνουμε στο βυθό
μια διαρκής κατάβαση στον Άδη
σε υπόγειους τάφους και θαλάσσια ναυάγια
Όλη η Ελλάδα ακουμπάει σε έναν τάφο
Είναι κι αυτός ένας τρόπος να ορίσεις τη ζωή
όταν μέσα σου έχεις πεθάνει
και τα μαλλιά των πεθαμένων στα χέρια
μοιάζουν με αλυσίδες που σε τραβούν στην άβυσσο

Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει
ανάμεσα σε ασύλητους θησαυρούς του χθες
και συλημένες ελπίδες του αύριο
τα αρχαία νομίσματα των ανασκαφών
δεν περνάνε στις αγορές του κόσμου
και στις λερές παλάμες των αρχαιοκάπηλων
βλασταίνει η οργή των νεκρών
Το αρχαϊκό μειδίαμα των κούρων
ειρωνεύεται την αφέλειά μας
ή προοικονομεί απλώς μια ετεροχρονισμένη εκδίκηση
όπως τους κοιτάζεις
και θέλεις να τους βγάλεις από τη μακαριότητα του χρόνου
και να ρωτήσεις γιατί
Μα πώς να μιλήσεις στα αγάλματα
αν δεν έχεις τη σπίθα του κεραυνού στο βλέμμα;

Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει
στις συμπληγάδες του χρόνου
χορταίνοντας τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη με τα παιδιά της
χωρίς ίχνος της αρχαίας κυδιάνειρας τρέλας
Όχι, το τρελοβάπορο του Ελύτη δεν υπάρχει πια
στις παρειές του φέρει τώρα το όνομα ΑΓ. ΩΝΙΑ*
καπεταναίοι και πλήρωμα  έχουν την ίδια φριχτή φάτσα
στη ρότα του σωφρονισμού δεμένοι...


Μάνος Στεφανάκης, Ηράκλειο 9-10-2014