Το βήμα του ήταν δανεικό.
Τα μάτια του διψούσαν για ουρανό.
Κι ένα πρωί το σώμα του ελάφρυνε.
Κι ένα πρωί το σώμα του ελάφρυνε.
Ανάερα ανέβηκε.
Έγινε σύννεφο.
Για λίγο απλώθηκε παντού.
Χωρίς όρια.
Χωρίς βάρος.
Όμως ο ουρανός δεν σε κρατά για πάντα.
Όμως ο ουρανός δεν σε κρατά για πάντα.
Κι άρχισε η πτώση.
Στάλα στάλα κατέβαινε στη γη,
γλείφοντας στέγες και αυλές,
σκουριασμένες υδρορροές και καμινάδες,
μαζεύοντας στις χούφτες του
τη σκόνη των σπιτιών
και λείψανα νεκρών εποχών.
Στο τέλος κύλησε στον λαιμό μιας παλιάς στέρνας.
Στο τέλος κύλησε στον λαιμό μιας παλιάς στέρνας.
Εκεί, στο ακίνητο νερό,
αιχμάλωτος σε τέσσερις πέτρινους τοίχους,
έγινε βούρκος.
Ας είναι.
Ας είναι.
Καμιά φορά
κει που πεθαίνει ο ουρανός
βρίσκει το πρώτο της ψωμί
μια ρίζα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου