Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει

όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα

έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω

πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες...

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2025

Ανηξεριά


Ήμουν στην αρχή,
όταν μου φανερώθηκε το τέρμα. 
Κοίμισα το θεριό μέσα μου 
και συνέχισα σαν να μην ξέρω. 
Έκτοτε, λοξοκοίταζα τους παλιούς· 
μετρούσα το βήμα τους 
κι ησύχαζε η ψυχή μου.

Τώρα, στα μισά, περπατώ ακόμη. 
Μα οι νέοι συνοδοιπόροι με ταράζουν. 
Προσπερνούν γοργά, 
ξυπνούν μέσα μου τον Λύκο.

Όχι, δεν φθονώ το βήμα τους. 
Φοβάμαι μόνο μην τους δω, 
με την ορμή της άγνοιάς τους, 
να κόβουν πρόωρα 
το νήμα.

Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2025

Αγέλαστος Πέτρα

Στις μάνες της κοιλάδας

Στενεύει ο κόσμος.
Σαν πέρασμα από λαιμό.
Τα βράχια καταπίνουν τη φωνή
συγκαλύπτουν το έγκλημα.

Μια μαύρη λάμψη τυφλώνει το χώμα,
μια αρπαγή πριν από την κραυγή.

Από τότε, μια μάνα στην πέτρα.
Με χέρια άδεια.
Τη μνήμη ενός βάρους
που δεν υπάρχει πια.

Δεν κλαίει.
Εδώ το δάκρυ πέτρωσε
πάνω στον χρόνο.
Όλα πια μένουν
στην κόψη.

Τα περάσματα ανοιγοκλείνουν.
Εκείνη, ακίνητη.
Θεά μαρμαρωμένη.
Η γη κάτω απ’ τα πόδια της
πέτρα.
Άγονη.

Όποιος σταθεί κοντά της,
νιώθει το στόμα του στεγνό.
Ξεχνά τη μηχανική του γέλιου.

Κι όποιος την κοιτάξει κατάματα,
βλέπει στο πρόσωπό της τη γη
που θερίζουν
τον καρπό της.