Τρέμει το χέρι στον εξάντα.
Οι σημειώσεις, χάρτες ναυαγίων.
Όσο το σώμα ήταν ελαφρύ
κι ο ήλιος έκαιγε στη χούφτα,
ήμουν τυφλός.
Αγνοούσα την Άρκτο·
είχα τον ουρανό στην τσέπη.
Τώρα, σημαδεύω με ακρίβεια τον Σείριο.
Μα η κόρη αρνείται το φως.
Έμαθα τις τροχιές των άστρων,
όμως η νύχτα μού σφαλίζει τα μάτια.
Σπατάλησα το φως.
Ούτε ένα δράμι απόθεμα
για τη φωτιά
που έμαθα, αργά, ν’ ανάβω.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου