Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 24 Μαρτίου 2026
Λαδάδικα
Το λάδι ποτίζει ακόμα το ξύλο.
Λιπαρή σιωπή
κάτω από τα νύχια των χαμάληδων.
Βαρέλια. Ιδρώτας. Πίσσα.
Ιδρώτας πάλι στα σεντόνια.
Βαριά ανάσα
με φτηνό πατσουλί.
Ένα κόκκινο φως
γδύνει νύχτα και σώματα.
Τούβλα τριμμένα με λίμα.
Αναπαλαιωμένα χαμόγελα.
Σώματα ιδρωμένα
που δονούνται ξανά,
κρατώντας ψηλά ποτήρια.
Το καλντερίμι
γλιστράει πάντα.
Στην ίδια πόρτα,
το ίδιο παζάρι.
Άλλο εμπόρευμα,
άλλο νόμισμα.
Μια ταμειακή μηχανή
που χτυπάει αδιάκοπα
το κενό σου
σε τιμή ευκαιρίας.
Λιπαρή σιωπή
κάτω από τα νύχια των χαμάληδων.
Βαρέλια. Ιδρώτας. Πίσσα.
Ιδρώτας πάλι στα σεντόνια.
Βαριά ανάσα
με φτηνό πατσουλί.
Ένα κόκκινο φως
γδύνει νύχτα και σώματα.
Τούβλα τριμμένα με λίμα.
Αναπαλαιωμένα χαμόγελα.
Σώματα ιδρωμένα
που δονούνται ξανά,
κρατώντας ψηλά ποτήρια.
Το καλντερίμι
γλιστράει πάντα.
Στην ίδια πόρτα,
το ίδιο παζάρι.
Άλλο εμπόρευμα,
άλλο νόμισμα.
Μια ταμειακή μηχανή
που χτυπάει αδιάκοπα
το κενό σου
σε τιμή ευκαιρίας.
Ετικέτες
αστικό τοπίο,
εμπορευματοποίηση,
Θεσσαλονίκη,
ιστορία,
Λαδάδικα,
μνήμη,
νύχτα,
Ποίηση,
σύγχρονη ποίηση,
σώμα
Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026
Ορυκτή Μοναξιά
Με το δάχτυλο να δείχνει
ένα μέλλον που δεν ήρθε,
στέκει οπλαρχηγός στην πλατεία,
δεσμώτης αλλοτινού καιρού, σε μαρμάρινη φυλακή.
Η φορεσιά του παλιομοδίτικη.
Οι ιδέες του, μούχλα και ναφθαλίνη.
Τη μέρα, οι περαστικοί τον προσπερνούν βιαστικοί.
Κάποιοι δεν τον γνωρίζουν.
Η μόνη δόξα του είναι οι φωτογραφίες
με ημίγυμνους τουρίστες.
Άλλοτε, μια παρέα πουλιών,
κι ας του λερώνουν τα παράσημα
και τις πτυχές της φουστανέλας.
Αυτά τουλάχιστον ξέρουν μονάχα από ουρανό.
Και τα στεφάνια των κουστουμαρισμένων
σε επετείους και γιορτές.
Σαν πέσει η νύχτα κι η πόλη πάρει ανάσα,
κάτι μέσα του ξυπνά·
οι αρμοί του τρίζουν.
Το σώμα λύνεται·
ένα μέλλον που δεν ήρθε,
στέκει οπλαρχηγός στην πλατεία,
δεσμώτης αλλοτινού καιρού, σε μαρμάρινη φυλακή.
Η φορεσιά του παλιομοδίτικη.
Οι ιδέες του, μούχλα και ναφθαλίνη.
Τη μέρα, οι περαστικοί τον προσπερνούν βιαστικοί.
Κάποιοι δεν τον γνωρίζουν.
Η μόνη δόξα του είναι οι φωτογραφίες
με ημίγυμνους τουρίστες.
Άλλοτε, μια παρέα πουλιών,
κι ας του λερώνουν τα παράσημα
και τις πτυχές της φουστανέλας.
Αυτά τουλάχιστον ξέρουν μονάχα από ουρανό.
Και τα στεφάνια των κουστουμαρισμένων
σε επετείους και γιορτές.
Σαν πέσει η νύχτα κι η πόλη πάρει ανάσα,
κάτι μέσα του ξυπνά·
οι αρμοί του τρίζουν.
Το σώμα λύνεται·
το άλογο καλπάζει,
κι οι κορυφές των δέντρων, στο σκοτάδι,
γίνονται Σαρακηνοί.
Τα φύλλα δέχονται ανελέητα τα βόλια,
το γιαταγάνι βγάζει σπίθες.
Η ψυχή του σπάει την πέτρα που τον πνίγει
και λούζεται στο αίμα των εχθρών.
Ψηλώνει μέσα στον αχό.
Μα αν τύχει κάποιο ζευγάρι
να τραβηχτεί στη βάση των ποδιών του,
ξεχνά τη μάχη, τα παράσημα, τις τιμές.
Ακούει τις ανάσες τους,
τα τολμηρά τους χάδια.
Νιώθει το ζεστό τους αίμα,
κλέβει λίγη από την κάψα των φιλιών
και θυμάται που πριν γίνει πέτρα,
είχε κι αυτός καρδιά.
Μόλις η αυγή χαράξει την πρώτη αχτίδα,
το σώμα κοκαλώνει απότομα.
Το ορυκτό του πνίγει την κραυγή.
Ξανά ακίνητος.
κι οι κορυφές των δέντρων, στο σκοτάδι,
γίνονται Σαρακηνοί.
Τα φύλλα δέχονται ανελέητα τα βόλια,
το γιαταγάνι βγάζει σπίθες.
Η ψυχή του σπάει την πέτρα που τον πνίγει
και λούζεται στο αίμα των εχθρών.
Ψηλώνει μέσα στον αχό.
Μα αν τύχει κάποιο ζευγάρι
να τραβηχτεί στη βάση των ποδιών του,
ξεχνά τη μάχη, τα παράσημα, τις τιμές.
Ακούει τις ανάσες τους,
τα τολμηρά τους χάδια.
Νιώθει το ζεστό τους αίμα,
κλέβει λίγη από την κάψα των φιλιών
και θυμάται που πριν γίνει πέτρα,
είχε κι αυτός καρδιά.
Μόλις η αυγή χαράξει την πρώτη αχτίδα,
το σώμα κοκαλώνει απότομα.
Το ορυκτό του πνίγει την κραυγή.
Ξανά ακίνητος.
Μεγαλοπρεπής και σοβαρός.
Δείχνει με το δάχτυλο το εμπρός,
μα η πλάτη του μένει
παγωμένη και μόνη.
Δείχνει με το δάχτυλο το εμπρός,
μα η πλάτη του μένει
παγωμένη και μόνη.
Ετικέτες
άγαλμα,
δημόσιος χώρος,
ειρωνεία,
επιθυμία,
έρωτας,
ήρωας,
ιστορία,
μνήμη,
μοναξιά,
σύγχρονη ποίηση,
συμβολισμός,
φθορά
Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026
Ποιήματα της μικρής μας πόλης
Παλίμψηστο
Λατινικά διατάγματα
σφραγισμένα με ντόπιο αίμα.
Το ασβεστολιθικό δέρμα ξεφλουδίζει.
Αποκαλύπτει λάσπη
και τρίχες ζώων.
Μια τάφρος ανασαίνει σκοτάδι,
ψίθυροι ψημένοι
στον ήλιο της ερήμου.
Κάτω από τη Λότζια
τα κεραμίδια
καίνε ακόμη
απ’ τη φωτιά του Φωκά.
Λιθάρι που διψά.
Κρήνες με μαρμάρινα στόματα
στερεμένες από ροδόνερο.
Κι οι μιναρέδες,
κομμένα δάχτυλα,
δείχνουν
έναν εξόριστο θεό.
Στον Λάκκο,
ένα κεντημένο κιλίμι της Σμύρνης
στεγνώνει
πάνω στην ενετική ντάπια.
Χάνδακας.
Κάντια.
Μεγάλο Κάστρο.
Ηράκλειο.
Άλλα ονόματα.
Άλλα οστά.
Τον ίδιο τάφο ψηλώνουν.
Έντιμη πλάνη
Προτού το αίμα πνίξει το Βεζύρ-ταρσί,
την έλεγαν Οδό της Πλάνης.
Ανέβαινε απ’ τη θάλασσα με φόρα
και φρέναρε στις λάσπες της Τουρκόπολης.
Μπροστά, η βιτρίνα.
Ο δρόμος έστηνε το δίχτυ:
κίονες, αετώματα, μάρμαρα λευκά.
Παρίσι από γύψο.
Μετά το φονικό, την είπαν 25ης Αυγούστου.
Κι όμως, το πιο σωστό θα ήταν
να την πουν απλώς ζωή.
Ξεκινούσε πέλαγος,
κατέληγε λακούβα.
Ή ας άφηναν, τουλάχιστον, την Πλάνη.
Πιο τίμιο θα ήταν.
Ξενία
Μεταξύ παλιάς πόλης και λιμανιού,στο χείλος του προμαχώνα,
μεταξύ Κρήτης και κόσμου,
υψωνόταν κάποτε το Ξενία
για να δώσει στο κύμα μια καρέκλα.
Να ξαποστάσει το αλάτι.
Να νοστιμήσει η διαμονή.
Να συστηθεί ο ξένος με το όνομά του.
Τώρα ο προμαχώνας άδειασε.
Το κτίριο διαλύθηκε σε χιλιάδες όμοια κουτιά.
Τα μετέτρεψαν σε κλειδοθήκες με κωδικούς,
τις κάρφωσαν στα κουδούνια της πόλης.
«Self check-in».
4,9 αστέρια.
Άφιξη μετά τις τρεις.
Η πόρτα ανοίγει μόνη της.
Λάκκος
Στην πίσω τσέπη των τειχών, η γούβα.
Όλα τα απόνερα της πόλης κατρακυλούσαν εδώ.
Φερτά υλικά και σώματα διωγμένα.
Σπίτια-κουρελούδες, ραμμένα με σιωπή.
Μια τρύπα που κατάπινε αποτσίγαρα κι ιστορία.
Ο καπνός έδενε κόμπο την ανάσα,
μια χορδή έγδερνε το κόκκαλο της νύχτας.
Στις γωνίες κόκκινες λάμπες.
Το αίμα στέγνωνε πριν γίνει κραυγή.
Νταβατζήδες μετρούσαν χρυσά δόντια
και πλαστικές σύριγγες στη λάσπη.
Τώρα, στρώση σπρέι στο σάπιο δόντι.
Γκουρμέ πιάτα, δερμάτινα σανδάλια, εσπρέσο.
Από πάνω, ένας τσιμεντένιος Φαραώ
κρύβει τον ήλιο.
Αν όμως ξύσεις τον φρεσκοβαμμένο τοίχο,
ακούγεται ακόμη ο βήχας των προσφύγων.
Ο σοβάς ξερνά
σπέρμα, χασίσι, φτηνό οινόπνευμα.
Campo Marzio
Η στεριά υποχώρησε.
Το θαλασσινό νερό έπνιξε τους ευκαλύπτους,
παρέσυρε τον πασατέμπο και τον ίσκιο.
Υψώθηκαν κατάρτια από μπετόν,
τσιμεντένιες αγχόνες για ανθρώπους ή θεωρεία για πετεινά.
Ένα καράβι βουλιαγμένο στην άσφαλτο.
Το κατάστρωμα στρωμένο με αλαζονεία.
Λευκό μάρμαρο που στραβώνει τον Αύγουστο
και τσακίζει κόκαλα τον χειμώνα.
Πριν τον κατακλυσμό, οι καρέκλες σε παράταξη·
να μην αγκαλιάζουν το τραπέζι,
να καρφώνουν πάντα την πλατεία.
Μια σειρά μάτια καταπίνουν μια κυριακάτικη παρέλαση
που ονειρεύεται κεραμίδι.
να μην αγκαλιάζουν το τραπέζι,
να καρφώνουν πάντα την πλατεία.
Μια σειρά μάτια καταπίνουν μια κυριακάτικη παρέλαση
που ονειρεύεται κεραμίδι.
Σήμερα, λαμαρίνες και πλαστικό.
Η καρδιά της πόλης σε μόνιμη διασωλήνωση,
κομπρεσέρ ξηλώνουν το χθεσινό λάθος.
Ο Άρης νικημένος χρόνια στο Πεδίο του.
Κανείς δεν θυμάται τις Τρεις Καμάρες.
Η καρδιά της πόλης σε μόνιμη διασωλήνωση,
κομπρεσέρ ξηλώνουν το χθεσινό λάθος.
Ο Άρης νικημένος χρόνια στο Πεδίο του.
Κανείς δεν θυμάται τις Τρεις Καμάρες.
Κι η ελευθερία ένας διάδρομος
ανάμεσα σε δύο εργοτάξια.
σφίγγει τα κόκαλά του.
Στο υπόγειο, η Πύλη Voltone κατάπιε τον δρόμο της.
Τυφλή καμάρα, μπουκωμένη με χώμα.
Κανένας ιππότης. Μόνο τύμβος και μούχλα.
Δίπλα, οι φλέβες του υδραγωγείου χάσκουν·
στεγνοί λαιμοί, φραγμένοι από τον ασβέστη.
Πιο μέσα, η ενετική Signoria ταριχευμένη.
Λατινικά μελάνια μετρούν ακόμα
σιτάρι, μπαρούτι και αίμα
πάνω σε ράχες γδαρμένων ζώων.
Παραπάνω, τα χαρτόκουτα του Σεφέρη.
Ο ποιητής σε νάρκη.
Τα αγάλματά του στριμωγμένα
με τα διατάγματα των Δόγηδων.
Μάρμαρο και χαρτί στην ίδια εντατική.
Έξω, στα Λιοντάρια,
ακριβώς πάνω απ’ τον θαμμένο θόλο
ξένοι γλείφουν παγωτό βανίλια.
Μέσα, η σιωπή έχει βάρος μολυβιού.
Γυρίζεις μια σελίδα
κι ακούς τη σκουριασμένη αλυσίδα της Voltone
να σφίγγει.
ανάμεσα σε δύο εργοτάξια.
Τάφος
Αφορισμένο χώμα.Η πέτρα του κατακτητή
φρουρεί έναν ξύλινο σταυρό.
Προμαχώνες και τάφροι.
Προμαχώνες και τάφροι.
Πέτρα πάνω στην πέτρα
να κρατηθεί ο φόβος μακριά.
Πολεμίστρες ανοιχτές στον ουρανό.
Στο Μαρτινέγκο φυσάει πάντα.
Στο Μαρτινέγκο φυσάει πάντα.
Οι ριπές του ανέμου
πνίγουν φόβους κι ελπίδες.
Και η λευτεριά μια λέξη
Και η λευτεριά μια λέξη
πάνω σε ξύλο που σαπίζει.
Λαβύρινθος AMOLED
Στη νότια ραφή της πόλης,
οι κόκκινες κολώνες του Έβανς,
ένα ξεδοντιασμένο στόμα.
Ο λαβύρινθος έχασε την οροφή του·
έμειναν μόνο χαράγματα στο χώμα.
Ο ένοικος έλειψε.
Μα το θηρίο δεν πέθανε·
άλλαξε δέρμα και κρύπτη.
Ο φόρος αίματος εισπράττεται
από νέους που καταφθάνουν ακίνητοι.
Μπαίνουν στις νέες καταπακτές
με τη ζέστη του κρεβατιού στο δέρμα.
Ταΐζουν τα νιάτα τους στον αλγόριθμο,
παίζοντας το αρχαίο δράμα σε οθόνες AMOLED.
Ο Θησέας λιποτακτεί στον πρώτο διάδρομο.
Ο Δαίδαλος χρεοκοπεί πουλώντας σχέδια πτήσης.
Κι η Αριάδνη κόβει με τα δόντια τον μίτο,
τον δένει θηλιά στον ουρανίσκο της.
Πίσω στην Κνωσό, οι πέτρες κρυώνουν.
Το αληθινό σφαγείο ανασαίνει δίπλα τους.
Βικελαία (Αχτάρικα)
Μια πέτρινη μέγγενη στον σβέρκο του Ηρακλείου,σφίγγει τα κόκαλά του.
Στο υπόγειο, η Πύλη Voltone κατάπιε τον δρόμο της.
Τυφλή καμάρα, μπουκωμένη με χώμα.
Κανένας ιππότης. Μόνο τύμβος και μούχλα.
Δίπλα, οι φλέβες του υδραγωγείου χάσκουν·
στεγνοί λαιμοί, φραγμένοι από τον ασβέστη.
Πιο μέσα, η ενετική Signoria ταριχευμένη.
Λατινικά μελάνια μετρούν ακόμα
σιτάρι, μπαρούτι και αίμα
πάνω σε ράχες γδαρμένων ζώων.
Παραπάνω, τα χαρτόκουτα του Σεφέρη.
Ο ποιητής σε νάρκη.
Τα αγάλματά του στριμωγμένα
με τα διατάγματα των Δόγηδων.
Μάρμαρο και χαρτί στην ίδια εντατική.
Έξω, στα Λιοντάρια,
ακριβώς πάνω απ’ τον θαμμένο θόλο
ξένοι γλείφουν παγωτό βανίλια.
Μέσα, η σιωπή έχει βάρος μολυβιού.
Γυρίζεις μια σελίδα
κι ακούς τη σκουριασμένη αλυσίδα της Voltone
να σφίγγει.
Στην Καινούργια Πόρτα
Στην Καινούργια Πόρτα,δίπλα στα τείχη,
χρειάστηκε ένα αυλάκι.
Πέντε έξι εκατοστά.
Τόσο ζητούσε το έργο.
Στην ευθεία που ξεκίνησαν να σκάβουν
βρέθηκε, από ατυχία,
μια μαρμάρινη πλάκα
της Γαληνοτάτης.
Πέντε αιώνες ανέπαφη.
Άντεξε πολιορκίες,
σεισμούς,
αλλαγές κατακτητών,
υπηρεσίες,
υπογραφές,
λήθη.
Όμως το κομπρεσέρ
δεν λοξοδρόμησε.
Την έσκαψε.
Ετικέτες
ΒεζύρΤαρσί,
Ηράκλειο,
ιστορία,
καντια,
Κνωσός,
Μαρτινέγκο,
Ξενία,
Οδός Της Πλάνης,
ποίημα,
Τάφος Καζαντζάκη,
χανδακας
Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015
Στην απέξω
Δημογέροντες και κοτζαμπάσηδες,
πρόκριτοι και παπάδες.
Βασιλείς και πρίγκηπες,
αστοί των σαλονιών και τραπεζίτες.
Αυτόχθονες και ετερόχθονες,
παλατιανοί και βενιζελικοί,
εθνικόφρονες και χωροφύλακες,
ταγματασφαλίτες και δοσίλογοι,
εκσυγχρονιστές και τεχνοκράτες.
Αλγόριθμοι και αγορές,
δεδομένα και δείκτες.
Κι εμείς,
μια ζωή στην απέξω.
πρόκριτοι και παπάδες.
Βασιλείς και πρίγκηπες,
αστοί των σαλονιών και τραπεζίτες.
Αυτόχθονες και ετερόχθονες,
παλατιανοί και βενιζελικοί,
εθνικόφρονες και χωροφύλακες,
ταγματασφαλίτες και δοσίλογοι,
εκσυγχρονιστές και τεχνοκράτες.
Αλγόριθμοι και αγορές,
δεδομένα και δείκτες.
Κι εμείς,
μια ζωή στην απέξω.
Ετικέτες
αγορές,
αδικία,
αλγόριθμοι,
εκμετάλλευση,
ελίτ,
εξουσία,
ιστορία,
λαός,
περιθώριο,
Ποίηση,
πολιτική
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)