κατεβάζει τα σκουπίδια,
μαγειρεύει.
Μαλώνει τον πατέρα
που ξεχνά τα φάρμακά του.
Με περιμένει.
Κι αν κάνω μέρες να φανώ,
ρωτάει ανήσυχη: «Πού ήσουνα;»
πως πέθανε.
Της το κρατώ κι εγώ.
Γιατί πολύ φοβότανε τον θάνατο.
Γιατί πολύ αγαπούσε τη ζωή.
Στενεύει ο κόσμος.
Σαν πέρασμα από λαιμό.
Τα βράχια καταπίνουν τη φωνή
συγκαλύπτουν το έγκλημα.
Μια μαύρη λάμψη τυφλώνει το χώμα,
μια αρπαγή πριν από την κραυγή.
Από τότε, μια μάνα στην πέτρα.
Με χέρια άδεια.
Τη μνήμη ενός βάρους
που δεν υπάρχει πια.
Δεν κλαίει.
Εδώ το δάκρυ πέτρωσε
πάνω στον χρόνο.
Όλα πια μένουν
στην κόψη.
Τα περάσματα ανοιγοκλείνουν.
Εκείνη, ακίνητη.
Θεά μαρμαρωμένη.
Η γη κάτω απ’ τα πόδια της
πέτρα.
Άγονη.
Όποιος σταθεί κοντά της,
νιώθει το στόμα του στεγνό.
Ξεχνά τη μηχανική του γέλιου.
Κι όποιος την κοιτάξει κατάματα,
βλέπει στο πρόσωπό της τη γη
που θερίζουν
τον καρπό της.
Η μνήμη είναι ζώο παμφάγο.
Καταπίνει ανθρώπους, χώρες, χωριά.
Πέτρες και σίδερα καταπίνει.
Καταπίνει την ύλη, ξερνάει σκιές.
Δεν σταματά να πεινάει.
Μασάει τα ονόματα, ώσπου να γίνουν λυγμοί,
ξεφλουδίζει τους ήχους μέχρι τη σιωπή.
Τη νύχτα μηρυκάζει.
Φέρνει ξανά τον πολτό στο στόμα,
του δίνει σχήμα από την αρχή:
ένα πρόσωπο παράξενα οικείο,
ένα σπίτι άγνωστο,
μια αγαπημένη φωνή που βγαίνει απ’ το στόμα σου.
Απορείς: déjà vu ή jamais vu;
Έχει στομάχι με θαλάμους.
Αλλού σαπίζουν τα πρόσφατα.
Αλλού ζυμώνονται τα παλιά.
Κάπου πετρώνει το αβάσταχτο.
Στον τελευταίο φυλάσσονται όσα δεν έζησες.
Την ταΐζεις.
Τη μεγαλώνεις μέχρι να σε καταπιεί.
Κι όταν το κτήνος ρεύεται ιστορίες,
εσύ, μέσα στην κοιλιά του,
στήνεις ξανά τη ζωή σου, λειψή,
με όσα κομμάτια εκείνο διάλεξε να μη φτύσει.
Η σιωπή που μένει στο τέλος
είναι η απόδειξη πως το γεύμα τελείωσε.
Στον Στέλιο Δ.
Περίστροφο, σχοινί, μαχαίρι ή πτώση·