Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει

όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα

έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω

πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες...

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απώλεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απώλεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Βαρύ Μυστικό

Κάθε πρωί καθαρίζει το σπίτι,
κατεβάζει τα σκουπίδια,
μαγειρεύει.
Μαλώνει τον πατέρα
που ξεχνά τα φάρμακά του.

Το απόγευμα στέκεται στο μπαλκόνι.
Με περιμένει.
Κι αν κάνω μέρες να φανώ,
ρωτάει ανήσυχη: «Πού ήσουνα;»

Της το κρατάμε όλοι κρυφό,
πως πέθανε.
Της το κρατώ κι εγώ.

Γιατί πολύ φοβότανε τον θάνατο.
Γιατί πολύ αγαπούσε τη ζωή.

Τρίτη 11 Μαρτίου 2025

C' est la vie

Οι παλιοί μου φίλοι· 
σοδειά που σαπίζει στα αζήτητα. 
Στα παζάρια της πόλης ψηλαφώ 
τα παλίμψηστα πρόσωπά τους.
Σκάβω το παλιό μας χώμα. 
Μετρώ τη δική μου υποχώρηση. 
Ψάχνω τη λέξη μου 
κάτω από τις στρώσεις των άλλων, 
ξεθάβω το οικείο πρόσωπο.

Μα πιο πολύ σκοντάφτω 
στις προεξοχές της απουσίας μου. 
Οι ρυτίδες τους 
ξένα χαρακώματα. 
Τα βλέμματα 
κατοικημένα από άγνωστους έρωτες.

Ποια χέρια, άραγε, 
έγραψαν τη συνέχεια αυτού του ξένου;

Στον τυπικό αποχαιρετισμό 
οι αγκώνες μας βρίσκουν αέρα. 
Τα μάτια κλειστά, 
μην προλάβουν 
να με δουν 
όπως τους είδα.

Ύστερα οι σακούλες βαραίνουν. 
Το βουητό της μέρας 
καταπίνει αναμνήσεις κι ονόματα. 

Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2025

Αγέλαστος Πέτρα

Στις μάνες της κοιλάδας

Στενεύει ο κόσμος.
Σαν πέρασμα από λαιμό.
Τα βράχια καταπίνουν τη φωνή
συγκαλύπτουν το έγκλημα.

Μια μαύρη λάμψη τυφλώνει το χώμα,
μια αρπαγή πριν από την κραυγή.

Από τότε, μια μάνα στην πέτρα.
Με χέρια άδεια.
Τη μνήμη ενός βάρους
που δεν υπάρχει πια.

Δεν κλαίει.
Εδώ το δάκρυ πέτρωσε
πάνω στον χρόνο.
Όλα πια μένουν
στην κόψη.

Τα περάσματα ανοιγοκλείνουν.
Εκείνη, ακίνητη.
Θεά μαρμαρωμένη.
Η γη κάτω απ’ τα πόδια της
πέτρα.
Άγονη.

Όποιος σταθεί κοντά της,
νιώθει το στόμα του στεγνό.
Ξεχνά τη μηχανική του γέλιου.

Κι όποιος την κοιτάξει κατάματα,
βλέπει στο πρόσωπό της τη γη
που θερίζουν
τον καρπό της.

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2024

Το νωρίς και το αργά

Μου πετούσες το «ποτέ δεν είναι αργά»
σαν σωσίβιο,
κάθε που βούλιαζα στον βυθό μου.
Θύμωνα με τη σιγουριά σου,
μα δούλευε.
Σου αντιγύριζα το «ποτέ δεν είναι νωρίς»,
με την άγνοια τραγικού ήρωα.
Τώρα ο χρόνος έσπασε στα δύο.
Για σένα, το «αργά» κλείδωσε
στην πέτρα που σε σκεπάζει.
Κι εγώ,
ξανά στον ίδιο βυθό,
παλεύω μ’ ένα «νωρίς» που με πνίγει.
Η μνήμη σκάβει το χώμα,
μου πετάει στα μούτρα τη φωνή σου:
«Ποτέ δεν είναι αργά».

Λάθος, μάνα.
Εδώ που φτάσαμε,
το «ποτέ» στέκει ολόγυμνο.
Δεν παίρνει άλλο επίρρημα.

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2024

Τα Κυπαρίσσια των Κοιμητηρίων

Τη νύχτα, 
τα κυπαρίσσια των κοιμητηρίων 
μετρούν το ύψος της σιωπής.
Τη μέρα 
κατακρατούν στα φύλλα τους 
τον θρήνο των συγγενών.
Στα κυπαρισσόμηλα ιδίως 
φυλακίζουν 
το μοιρολόι των μανάδων. 
Το αφήνουν μόνο 
όταν σκάνε στη γη, 
για να ’χει πείρα ο χαμός. 
Να μη μας βρίσκει η απώλεια απαράσκευους.
Με την ευθυτενή κορμοστασιά τους 
δείχνουν επίμονα τον ουρανό 
 σε κείνους που κοιτούν την πλάκα, 
τον άνθρωπό τους κάτω απ' τη γη.
Κι οι ρίζες τους 
σέβονται τους νεκρούς. 
Δεν ανασηκώνουν ποτέ 
τις μαρμάρινες πλάκες 
της ησυχίας τους.

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2023

Ήμισυς

Χωρίς εσένα
είμαι χώμα χωρίς νερό,
ουρανός χωρίς θάλασσα,
πλοίο χωρίς λιμάνι,
φωνή χωρίς αντίλαλο,
σώμα χωρίς σκιά,
φλόγα χωρίς οξυγόνο,
νύχτα χωρίς φεγγάρι,
μέρα χωρίς ήλιο,
δρόμος χωρίς προορισμό,
γράμμα χωρίς παραλήπτη,
ρολόι χωρίς δείκτες,
καρδιά χωρίς χτύπο,
στίχος χωρίς λέξη.

Χωρίς εσένα
είμαι το σχήμα της έλλειψης.

Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2017

Μηρυκάζοντας

Η μνήμη είναι ζώο παμφάγο.

Καταπίνει ανθρώπους, χώρες, χωριά.
Πέτρες και σίδερα καταπίνει.
Καταπίνει την ύλη, ξερνάει σκιές.

Δεν σταματά να πεινάει.
Μασάει τα ονόματα, ώσπου να γίνουν λυγμοί,
ξεφλουδίζει τους ήχους μέχρι τη σιωπή.

Τη νύχτα μηρυκάζει.
Φέρνει ξανά τον πολτό στο στόμα,
του δίνει σχήμα από την αρχή:
ένα πρόσωπο παράξενα οικείο,
ένα σπίτι άγνωστο,
μια αγαπημένη φωνή που βγαίνει απ’ το στόμα σου.

Απορείς: déjà vu ή jamais vu;

Έχει στομάχι με θαλάμους.
Αλλού σαπίζουν τα πρόσφατα.
Αλλού ζυμώνονται τα παλιά.
Κάπου πετρώνει το αβάσταχτο.
Στον τελευταίο φυλάσσονται όσα δεν έζησες.

Την ταΐζεις.
Τη μεγαλώνεις μέχρι να σε καταπιεί.

Κι όταν το κτήνος ρεύεται ιστορίες,
εσύ, μέσα στην κοιλιά του,
στήνεις ξανά τη ζωή σου, λειψή,
με όσα κομμάτια εκείνο διάλεξε να μη φτύσει.

Η σιωπή που μένει στο τέλος
είναι η απόδειξη πως το γεύμα τελείωσε.

Παρασκευή 3 Απριλίου 2015

Αυλαία

                                                                                                                                                Στον Στέλιο Δ.

Περίστροφο, σχοινί, μαχαίρι ή πτώση·
χάπια, ράγες, ρεύμα, γκάζι ή τιμόνι·
έχει μεγάλη πείρα ο χαμός.
Πρόχειρα, βιαστικά κάποτε και θεατρικά·
με μια ερμηνεία ζηλευτή στον ρόλο του αυτόχειρα,
ρίχνεις αυλαία ξαφνικά στο θέατρο του παραλόγου.

Πόση απόγνωση, στ’ αλήθεια,
για να αρνηθείς το ξανθό φως της ζωής,
να προσχωρήσεις στο μαύρο του θανάτου;
Χρέη που σε έπνιξαν, 
έρωτες που ρήμαξαν,
πένθη που σου τσάκισαν τη μέση,
όλα τώρα ασήμαντες λεπτομέρειες.

Και η πόλη, το αμέσως επόμενο πρωί,
θα ξυπνήσει κανονικά.
Με ή χωρίς εσένα.

Μα πιο σκληρή ποινή η διαθήκη σου.
Ισόβια καταδίκη, τύψη φριχτή,
για όσους σε αγάπησαν·
πως τάχα αβοήθητο σε άφησαν
να χάνεσαι, 
κι αθόρυβα να σβήνεις.