Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει

όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα

έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω

πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες...

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χρόνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χρόνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

Πρόωρο Χιόνι

Το νεαρό βαμβάκι του Μάη
ρουφά το βρόχινο νερό,
αποζητά το χέρι του αγρότη.

Μέσα σε ένα καλοκαίρι
ξοδεύει όλο του το πράσινο
και καταλήγει 
ασπρομάλλης γέρος.

Τον Σεπτέμβρη 
στο χωράφι περιμένει 
το σίδερο 
της θεριστικής.

Μα τουλάχιστον
δεν θα γνωρίσει τον χειμώνα.

Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

Περιμένοντας

Όσο θυμόταν τον εαυτό της, περίμενε.
Περίμενε το τηλεγράφημα.
Το τηλεφώνημα.
Το email.
Τον έρωτα των βιβλίων.
Τα αποτελέσματα των εξετάσεων.
Την έγκριση του δανείου.
Να περάσουν τα κρύα.
Να έρθει η καλοκαιριά.
Τις άδειες του Αυγούστου.
Το πλοίο της φυγής.

Περίμενε.

Στην ουρά της τράπεζας.
Στο ταμείο του σούπερ μάρκετ.
Στα ιατρεία και στα κομμωτήρια.
Στα ραντεβού.

Παντού περίμενε.

Τώρα περιμένει τον θεριστή.
Κι αναρωτιέται, με κομμένη την ανάσα,
μήπως την προσπεράσει κι αυτός,
νομίζοντας πως είναι ήδη νεκρή.

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

Τέττιγξ

Ας είναι ο χρόνος ένας κύκλος,

μια αφαίρεση,
μια διαρκής πιθανότητα.

Εγώ, με κάποιο παρελθόν
-και μέλλον, ποιος το ξέρει;-
τον υποδέχομαι
με το σοφό τερέτισμα του τζίτζικα
που τραγουδά τον ίδιο του τον θάνατο.

Δεν μου ανήκει ούτε ο πόνος
ούτε η δόξα μου.

Το παρελθόν μου,
σώμα που σαπίζει σε ξένους τάφους.

Το μέλλον μου δεν με περιέχει.
Δεν το γνωρίζω.
Δεν με ξέρει.

Μου ’μεινε τούτη η μόνη περιούσια στιγμή·
αφανής,
στου δέντρου τον κορμό ανεβασμένος,
εγώ -ο τέττιγξ- ψάλλω το τραγούδι μου,

ξεχνώντας την πολύχρονη ταφή μου
προτού δω το φως του ήλιου,
μα και τον θάνατο
που θα ’ρθει με το πρωτοβρόχι.

Ψάλλω ωδή
στον Ενεστώτα Χρόνο.

Τρίτη 11 Μαρτίου 2025

C' est la vie

Οι παλιοί μου φίλοι· 
σοδειά που σαπίζει στα αζήτητα. 
Στα παζάρια της πόλης ψηλαφώ 
τα παλίμψηστα πρόσωπά τους.
Σκάβω το παλιό μας χώμα. 
Μετρώ τη δική μου υποχώρηση. 
Ψάχνω τη λέξη μου 
κάτω από τις στρώσεις των άλλων, 
ξεθάβω το οικείο πρόσωπο.

Μα πιο πολύ σκοντάφτω 
στις προεξοχές της απουσίας μου. 
Οι ρυτίδες τους 
ξένα χαρακώματα. 
Τα βλέμματα 
κατοικημένα από άγνωστους έρωτες.

Ποια χέρια, άραγε, 
έγραψαν τη συνέχεια αυτού του ξένου;

Στον τυπικό αποχαιρετισμό 
οι αγκώνες μας βρίσκουν αέρα. 
Τα μάτια κλειστά, 
μην προλάβουν 
να με δουν 
όπως τους είδα.

Ύστερα οι σακούλες βαραίνουν. 
Το βουητό της μέρας 
καταπίνει αναμνήσεις κι ονόματα. 

Παρασκευή 2 Απριλίου 2021

Το χρώμα του απογεύματος

 Έχεις το βλέμμα του μεσημεριού 
που γέρνει, 
όταν το φως βαθαίνει και χρυσαφίζει. 
Μια περασμένη άνοιξη 
στα μάγουλά σου, 
κι ένα σώμα σμιλεμένο απ’ τον χρόνο, 
σαν ξύλο φαγωμένο απ’ την αρμύρα. 
Στις ρυτίδες σου περπάτησε η υπομονή· 
στις κηλίδες πέτρωσε η έγνοια 
ξενυχτισμένη πάνω από μικρά προσκέφαλα. 
Νυχιές ανεξίτηλες στο δέρμα από έρωτες, 
χάρτες πειρατών χαραγμένοι στο κορμί,
 λιμάνια κερδισμένα με το δικό σου κουπί. 
Τώρα πια ξέρεις να ακούς τη σιωπή των άλλων. 
Δεν ζητάς την προσοχή. 
Γυναίκα του απογεύματος, 
έμαθες να αγαπάς τις ρωγμές σου, 
γιατί από εκεί τρυπώνει ο ήλιος 
και φωτίζει το μέσα σου δωμάτιο. 

Στην ησυχία των χεριών σου, αθόρυβα, 
ανασαίνει, ακέραιος, ο κόσμος μου.