ὁρῶμεν ἀνθοῦν πέλαγος Αἰγαῖον νεκροῖς
Αἰσχύλος, Αγαμέμνων (658–659)
Το νερό θυμάται το σχήμα κάθε πνιγμένου.
Κρατά το κενό που άφησε ο θώρακας
την τελευταία φορά που ζήτησε αέρα.
Τη γωνία του γόνατου,
όταν η βάρκα έγινε ξύλο και το ξύλο βυθός.
Εκεί κάτω, το αλάτι δεν διαβάζει ονόματα.
Μένει μόνο το εκτόπισμα των σωμάτων.
Το νερό σέβεται τις λεπτομέρειες:
την καμπύλη της πλάτης,
τη γροθιά που έσφιξε το ψεύτικο σωσίβιο,
το μικρό σχήμα ενός παιδιού.
Το Αιγαίο γεμίζει κενά.
Στο σκοτάδι, το ρεύμα τακτοποιεί τα βάρη του.
Η νέα πατρίδα είναι πανδέγμων.
Στοιβάζει τα σχήματα
σε μια πυκνή, σιωπηλή ταρίχευση.
Στέκονται μετέωρα στο ρεύμα,
σε μια βίαιη συσσωμάτωση με χέρια ανοιχτά.
Στο πρώτο φως η επιφάνεια σιδερωμένη.
Λέμε πως η θάλασσα γαλήνεψε.
Μα το νερό θυμάται.
Μας επιστρέφει το βάρος.
Εμείς, πάλι,μετράμε το ύψος του κύματος,
διαβάζουμε τα ανεμολόγια
και φυσάμε πίσω την ευθύνη
με όση ανάσα μας περίσσεψε.