κατεβάζει τα σκουπίδια,
μαγειρεύει.
Μαλώνει τον πατέρα
που ξεχνά τα φάρμακά του.
Με περιμένει.
Κι αν κάνω μέρες να φανώ,
ρωτάει ανήσυχη: «Πού ήσουνα;»
πως πέθανε.
Της το κρατώ κι εγώ.
Γιατί πολύ φοβότανε τον θάνατο.
Γιατί πολύ αγαπούσε τη ζωή.
Η σκουριά έχει την ίδια γεύση, αιώνες τώρα.
Ας είναι ο χρόνος ένας κύκλος,
μια αφαίρεση,
μια διαρκής πιθανότητα.
Εγώ, με κάποιο παρελθόν
-και μέλλον, ποιος το ξέρει;-
τον υποδέχομαι
με το σοφό τερέτισμα του τζίτζικα
που τραγουδά τον ίδιο του τον θάνατο.
Δεν μου ανήκει ούτε ο πόνος
ούτε η δόξα μου.
Το παρελθόν μου,
σώμα που σαπίζει σε ξένους τάφους.
Το μέλλον μου δεν με περιέχει.
Δεν το γνωρίζω.
Δεν με ξέρει.
Μου ’μεινε τούτη η μόνη περιούσια στιγμή·
αφανής,
στου δέντρου τον κορμό ανεβασμένος,
εγώ -ο τέττιγξ- ψάλλω το τραγούδι μου,
ξεχνώντας την πολύχρονη ταφή μου
προτού δω το φως του ήλιου,
μα και τον θάνατο
που θα ’ρθει με το πρωτοβρόχι.
Ψάλλω ωδή
στον Ενεστώτα Χρόνο.
Κατοικώ πια στις λέξεις μου.
Μετακόμισα
σε εκείνο το διάστημα ανάμεσα
στο βλέμμα και στο είδωλο.
Είμαι θόρυβος που επιμένει
στη συχνότητα της μέρας.
Μια εκκρεμότητα στο συρτάρι.
Θρίαμβοι και ήττες
είναι δέρμα που ξεράθηκε,
ρούχα που χάρισα σε περαστικούς.
Είμαι η στιγμή
που το χέρι διστάζει
πριν την υπογραφή,
πριν το χάδι,
πριν τον φόνο.
Είμαι αυτό που περισσεύει
όταν όλα έχουν ειπωθεί.
Αγαπημένη μου,
δε μου συγχώρησες ποτέ την προδοσία σου.
Το νιώθω.
Αν όμως κάποτε μάσησες το όνομά μου σαν σπασμένο γυαλί,
αν γύρεψες καταφύγιο στον γκρεμό του σώματός μου,
αν βύθισες τα χέρια σου στην ανοιχτή πληγή μου,
συγχώρησε τον εαυτό σου.
Ο έρωτας δεν είναι λευκή σημαία.
Δεν είναι συμβόλαιο να στάξεις ψυχρό μελάνι.
Γράφεται με νύχια που ξεσκίζουν τη ράχη.
Με κυνόδοντες που χαράζουν πορφυρά μισοφέγγαρα στην καρωτίδα.
Είναι σφαγείο ο έρωτας, Αγαπημένη.
Σερνόμαστε απ’ το μέτωπο με γόνατα γδαρμένα στα χαρακώματα,
με ιδρώτα που μυρίζει σκουριά,
με μελανιές να ανθίζουν στους ώμους,
με αίμα στα χέρια
που δεν ξέρουμε πια σε ποιον ανήκει.
Στον έρωτα προδίδεις πάντα εκδοχές του εαυτού σου.
Μια σαπίζει στο κατώφλι.
Άλλη φεύγει με σπασμένα πλευρά.
Κι άλλη επιστρέφει σέρνοντας τα πόδια της,
με τα χείλη φαγωμένα απ’ τα ίδια της τα δόντια.
Κρατώ ακόμη τη γεύση αυτού του αίματος
στη γλώσσα μου.
Και περιμένω.