Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει

όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα

έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω

πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες...

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Βαρύ Μυστικό

Κάθε πρωί καθαρίζει το σπίτι,
κατεβάζει τα σκουπίδια,
μαγειρεύει.
Μαλώνει τον πατέρα
που ξεχνά τα φάρμακά του.

Το απόγευμα στέκεται στο μπαλκόνι.
Με περιμένει.
Κι αν κάνω μέρες να φανώ,
ρωτάει ανήσυχη: «Πού ήσουνα;»

Της το κρατάμε όλοι κρυφό,
πως πέθανε.
Της το κρατώ κι εγώ.

Γιατί πολύ φοβότανε τον θάνατο.
Γιατί πολύ αγαπούσε τη ζωή.

Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Ο Ποιητής


Στέκει καταμεσής της αγοράς. 
Εσταυρωμένος.
Φορά το σακάκι ενός απόντος.
Με άχυρα στην καρδιά.
Βλέμμα στον ουρανό.
Με λέξεις ραμμένες στα μανίκια τρομάζει τους λύκους.
Διώχνει τους φόβους,
μαύρα πουλιά που τσιμπολογούν την ελπίδα.
Μα η αμοιβή του είναι αυτή:
να χτίζουν φωλιές στα πλευρά του,
να τρέφονται από το αίμα του.
Οι άνθρωποι τον προσπερνούν σαν άψυχο.
Η πληγή που τρέχει, αόρατη.
Δεν φοβάται τον θάνατο,
είναι φτιαγμένος από τα υλικά του.
Τον λυγίζει μόνο η βροχή.
Όταν το κεφάλι βαραίνει
από λάσπη και μνήμη.

Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

Ο Πατέρας

Ο πατέρας μου ήταν σίδερο.

Με κρατούσε όρθιο.
Το χέρι του βαρύ στον ώμο μου.

Σήμερα μαλακός σαν βαμβάκι.
Μυρίζει ξύλο και βρεγμένο χώμα.
Όταν ακουμπάω πάνω του,
βαραίνει και ριζώνει.
Κρύβω το πρόσωπο,
κλείνω τα μάτια
και τυλίγω στο δάχτυλο
τα μαλλιά μου.

Σάββατο 4 Απριλίου 2026

Αχαριστία

Ι. Δανεικό Φως

Ο ήλιος χάρισε το φως του στο φεγγάρι.
Eκείνο προσμένει το σκοτάδι,
να φανεί 
πως τάχα λάμπει μόνο του.


ΙΙ. Πλάνο Ψήλωμα

Το δέντρο δάνεισε τον κορμό του, 
κι ο κισσός σηκώθηκε απ' τη λάσπη. 
Μα στα ψηλά σαν έφτασε, 
το δέντρο έπνιξε, 
να μη φανεί 
το πλάνο ψήλωμα.

Τετάρτη 1 Απριλίου 2026

Ημέρα της Μικρής Αλήθειας

Πολλά παράξενα έθιμα τιμούν οι άνθρωποι·
κανένα σαν εκείνο της Πρωταπριλιάς.

Το ψέμα δεν περιμένει τη μέρα του.
Δεν έχει ωράριο,
καθημερινές και σχόλες.
Δουλεύει ακούραστα,
αιώνες·
αδιάκοπα.

Κανονικά, την Πρωταπριλιά
όλοι θα έπρεπε να λέμε μιαν αλήθεια.
Έστω μικρή, βρε αδερφέ,
να μην ανοίγει εμφύλιους.

Εκτός αν το δούμε ως πρόβα συμφωνημένη
για τη συνέχεια·
ως άσκηση ύφους, για το πόσο πιστευτό
μπορεί και το πιο ανήκουστο να γίνει.

Υψοφοβία

Δεν μου αρέσουν οι εξώστες.

Έχουν μια αλαζονεία εκ γενετής·
εκεί στέκονται αφ’ υψηλού οι ρήτορες
μπροστά στο πλήθος που παραληρεί.
Μοιράζουν παρήγορα ψέματα
κι αναστάσιμους ευαγγελισμούς
σε κόσμο που σέρνεται στον βούρκο.

Δεν είναι απλώς μπαλκόνια·
είναι τα βάθρα της εξουσίας.

Εγώ προτιμώ το χώμα.
Εκεί που οι λέξεις δεν έχουν ύψος,
να πέσουν και να τσακιστούν.

Τρίτη 31 Μαρτίου 2026

Ωδή στη ρίζα

                                                                                                                                 Ἕκαστος ἐφ’ ᾧ ἐτάχθη.
Τη ρίζα κλαίω·
που στο σκληρό το χώμα,
δουλεύει ακατάπαυστα
να δώσει χρώμα στον καρπό,
στα αλαζονικά τα φύλλα.

Μες στην αφάνεια
και στο σκοτάδι,
ακούει παινέματα
για ομορφιά
που εκείνη έθρεψε.

Μα πάλι συλλογίζομαι:
αν συστηθεί στο φως,
δε θα ’ναι για να γευτεί τη δόξα.
Μια λιτανεία, ξόδι,
προς τη φρικτή θανή της
στου φούρνου την πυρά θα είναι.

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

Πρόωρο Χιόνι

Το νεαρό βαμβάκι του Μάη
ρουφά το βρόχινο νερό,
αποζητά το χέρι του αγρότη.

Μέσα σε ένα καλοκαίρι
ξοδεύει όλο του το πράσινο
και καταλήγει 
ασπρομάλλης γέρος.

Τον Σεπτέμβρη 
στο χωράφι περιμένει 
το σίδερο 
της θεριστικής.

Μα τουλάχιστον
δεν θα γνωρίσει τον χειμώνα.

Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

Η Πέτρα του Θεού

Ο Θεός άφησε αλάξευτη
απόδειξη της ύπαρξής Του.

Αχειροποίητη.

Στην πέτρα που δείχνει τον ουρανό.
Στον άνεμο που σφυρίζει στις σχισμές.
Στα αγριολούλουδα που φυτρώνουν δίχως χώμα.
Στην απόλυτη ακινησία του γρανίτη.

Ο βράχος,
μόνος του,
προσευχή.

Εκεί ψηλά,
το μοναστήρι δεν είναι σκάλα για τον ουρανό.
Είναι το καπάκι
που κλείνει την ανάσα του βράχου.

Κατεβαίνοντας απ’ την πέτρα
που τρυπά το σύννεφο,
στην πόλη
σου πουλάνε τον ουρανό με το κομμάτι,
τα Μετέωρα
σε μινιατούρες από πλαστικό.

Μένεις
με την απόδειξη στο χέρι.

Το Τρίκλινο

Εγνατία, ώρα μία.
Κάτω από τη σκιά του «Καψής»
το πεζοδρόμιο γίνεται τρίκλινο.
Σκιές κουλουριασμένες,
σαν ερωτηματικά
που η πόλη αρνείται να διαβάσει.
Ο ουρανός, μαύρη τρύπα, 
ρουφάει τ’ αστέρια.
Τα φώτα του δρόμου γλείφουν τις φιγούρες.
Εκείνες δεν βγάζουν πια σκιά.
Έχουν γίνει ένα με την άσφαλτο.

Το πρωί
το πεζοδρόμιο πεντακάθαρο.
Θαρρείς και τους κατάπιε.

Λαδάδικα

Το λάδι ποτίζει ακόμα το ξύλο.
Λιπαρή σιωπή
κάτω από τα νύχια των χαμάληδων.
Βαρέλια. Ιδρώτας. Πίσσα.

Ιδρώτας πάλι στα σεντόνια.
Βαριά ανάσα
με φτηνό πατσουλί.
Ένα κόκκινο φως
γδύνει νύχτα και σώματα.

Τούβλα τριμμένα με λίμα.
Αναπαλαιωμένα χαμόγελα.

Σώματα ιδρωμένα
που δονούνται ξανά,
κρατώντας ψηλά ποτήρια.

Το καλντερίμι
γλιστράει πάντα.

Στην ίδια πόρτα,
το ίδιο παζάρι.
Άλλο εμπόρευμα,
άλλο νόμισμα.

Μια ταμειακή μηχανή
που χτυπάει αδιάκοπα
το κενό σου
σε τιμή ευκαιρίας.

Περιμένοντας

Όσο θυμόταν τον εαυτό της, περίμενε.
Περίμενε το τηλεγράφημα.
Το τηλεφώνημα.
Το email.
Τον έρωτα των βιβλίων.
Τα αποτελέσματα των εξετάσεων.
Την έγκριση του δανείου.
Να περάσουν τα κρύα.
Να έρθει η καλοκαιριά.
Τις άδειες του Αυγούστου.
Το πλοίο της φυγής.

Περίμενε.

Στην ουρά της τράπεζας.
Στο ταμείο του σούπερ μάρκετ.
Στα ιατρεία και στα κομμωτήρια.
Στα ραντεβού.

Παντού περίμενε.

Τώρα περιμένει τον θεριστή.
Κι αναρωτιέται, με κομμένη την ανάσα,
μήπως την προσπεράσει κι αυτός,
νομίζοντας πως είναι ήδη νεκρή.

Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

Μέγα Έλεος

Αν η θάλασσα μάθαινε το αλφάβητο 
όσων κατάπιε,
δεν θα ψιθύριζε πια το παράπονό της 
στο ακρογιάλι.
Θα έστηνε εξέδρα στο κύμα
να μιλήσει για τη σκευωρία.
Ή θα ορθωνόταν στο εδώλιο
να δείξει τις ριπές του αέρα
με το δάκτυλο·
εκείνους που δίνουν την εντολή
και επιστρέφουν στεγνοί.

Αιώνες τώρα
της φορτώνουν εγκλήματα που δεν έπραξε.
Τη βρίζουν πως έντυσε γυναίκες στα μαύρα
κι άφησε ορφανά,
λες και το όπλο έχει την ευθύνη
για το έγκλημα.

Κι αν τελικά την έκριναν ένοχη,
εκείνη πάλι το ίδιο θα έκανε.
Κωφή στις καταδίκες,
θα άπλωνε το υγρό της σώμα
να το ξεσκίζουν οι καρίνες των πλοίων μας.

Τόσο απέραντο
το έλεος του νερού.

Σάββατο 14 Μαρτίου 2026

Λογαριασμός κοινής ωφέλειας

Στον πρώτο λογαριασμό αέρα
θα απορήσουμε.

Μπορεί και να διαδηλώσουμε.
Αν κι η διαμαρτυρία
δεν φοριέται πια.

Όλα θα λήξουν
στο ταμείο.

Κι ο αέρας
θα πληρώνεται
μαζί με το νερό.

Κυριακή 8 Μαρτίου 2026

Μεταμορφώσεις

Δεν πατούσε γερά στο χώμα.
Το βήμα του ήταν δανεικό. 
Τα μάτια του διψούσαν για ουρανό.

Κι ένα πρωί το σώμα του ελάφρυνε. 
Ανάερα ανέβηκε. 
Έγινε σύννεφο. 
Για λίγο απλώθηκε παντού. 
Χωρίς όρια. 
Χωρίς βάρος.

Όμως ο ουρανός δεν σε κρατά για πάντα. 
Κι άρχισε η πτώση. 
Στάλα στάλα κατέβαινε στη γη, 
γλείφοντας στέγες και αυλές, 
σκουριασμένες υδρορροές και καμινάδες, 
μαζεύοντας στις χούφτες του 
τη σκόνη των σπιτιών 
και λείψανα νεκρών εποχών.

Στο τέλος κύλησε στον λαιμό μιας παλιάς στέρνας. 
Εκεί, στο ακίνητο νερό, 
αιχμάλωτος σε τέσσερις πέτρινους τοίχους, 
έγινε βούρκος.

Ας είναι. 
Καμιά φορά 
κει που πεθαίνει ο ουρανός 
βρίσκει το πρώτο της ψωμί 
μια ρίζα.

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

Διάλογος

Η σκουριά έχει την ίδια γεύση, αιώνες τώρα. 

Τα σώματα αλλάζουν ύφασμα· 
από τον λινό χιτώνα στην παραλλαγή. 
Ο σβέρκος ίδιος, λευκός, τεντωμένος.

Στα βράχια της Μήλου, στα στενά του Ορμούζ, στις πεδιάδες της Ουκρανίας 
το σίδερο θυμάται τη ζέστη του αίματος. 
Μιλά χωρίς μεταφραστή.

Η Πυγμή δεν ψάχνει φύλλα συκής, 
δεν ψελλίζει δικαιολογίες. 
Ξεκουμπώνεται μπροστά στις κάμερες 
και ακονίζει το ίδιο μαχαίρι 
πάνω στην ίδια πέτρα.

Αιώνες τώρα. 
Πάνω στον σβέρκο μας.

Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

Άκτιστο Αλφάβητο

Έτσι σε αγάπησα.

Και παλεύω τώρα να επινοήσω ένα αλφάβητο άκτιστο,
να αρθρώσω τα πρώτα λόγια της αγάπης.
Άχραντα.
Αμεταχείριστα.

Έτσι σε αγάπησα,
σε ερωτευόμουν σε κάθε ξύπνημα από την αρχή.
Τα βήματά μου έχαναν το βάρος τους,
γίνονταν χορός
κάθε φορά που έφευγα από μένα για να ’ρθω σε σένα.
Ο σεισμικός ήχος του κομπρεσέρ στο πεζοδρόμιο
μου ακουγόταν σαν την Έβδομη του Μπετόβεν.
Δέντρα έσκιζαν το πλακόστρωτο στη σκέψη σου.

Οι ορίζοντες με πλήγωναν στους ώμους,
τόσο στενό κουστούμι της αγάπης μου ο κόσμος,
κι η κάμαρα έσπρωχνε τους τοίχους της μακριά,
να μη σε φτάνω.

Δεν ζητώ αντίδωρο για την αγάπη.
Στο πρόσωπό σου παίρνει σχήμα το χάος.
Βλέπω στα μάτια σου εκδοχές του εαυτού μου,
άγνωστες,
ακέραιες.

Έτσι σε αγάπησα:
έξω από το καλό και το κακό,
πέρα από το πριν και το μετά,
πέρα από το εγώ και το εσύ.

Κι αγωνίζομαι ακόμα μέσα στη λάσπη και τη δόξα της αγάπης
να βρω το μυστικό εκείνο αλφάβητο,
να σου γράψω ποίημα που όμοιό του δεν γράφτηκε ποτέ.
Μια ιστορία που δεν θα χρειάζεται ονόματα
για να τη μνημονεύουν οι άνθρωποι.

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

Τέττιγξ

Ας είναι ο χρόνος ένας κύκλος,

μια αφαίρεση,
μια διαρκής πιθανότητα.

Εγώ, με κάποιο παρελθόν
-και μέλλον, ποιος το ξέρει;-
τον υποδέχομαι
με το σοφό τερέτισμα του τζίτζικα
που τραγουδά τον ίδιο του τον θάνατο.

Δεν μου ανήκει ούτε ο πόνος
ούτε η δόξα μου.

Το παρελθόν μου,
σώμα που σαπίζει σε ξένους τάφους.

Το μέλλον μου δεν με περιέχει.
Δεν το γνωρίζω.
Δεν με ξέρει.

Μου ’μεινε τούτη η μόνη περιούσια στιγμή·
αφανής,
στου δέντρου τον κορμό ανεβασμένος,
εγώ -ο τέττιγξ- ψάλλω το τραγούδι μου,

ξεχνώντας την πολύχρονη ταφή μου
προτού δω το φως του ήλιου,
μα και τον θάνατο
που θα ’ρθει με το πρωτοβρόχι.

Ψάλλω ωδή
στον Ενεστώτα Χρόνο.

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026

Εκτόπισμα


Κατοικώ πια στις λέξεις μου.
Μετακόμισα
σε εκείνο το διάστημα ανάμεσα
στο βλέμμα και στο είδωλο.

Είμαι θόρυβος που επιμένει
στη συχνότητα της μέρας.
Μια εκκρεμότητα στο συρτάρι.

Θρίαμβοι και ήττες
είναι δέρμα που ξεράθηκε,
ρούχα που χάρισα σε περαστικούς.

Είμαι η στιγμή
που το χέρι διστάζει
πριν την υπογραφή,
πριν το χάδι,
πριν τον φόνο.

Είμαι αυτό που περισσεύει
όταν όλα έχουν ειπωθεί.

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

Πορφυρά Μισοφέγγαρα

Αγαπημένη μου,

δε μου συγχώρησες ποτέ την προδοσία σου.

Το νιώθω.

Αν όμως κάποτε μάσησες το όνομά μου σαν σπασμένο γυαλί,

αν γύρεψες καταφύγιο στον γκρεμό του σώματός μου,

αν βύθισες τα χέρια σου στην ανοιχτή πληγή μου,

συγχώρησε τον εαυτό σου.


Ο έρωτας δεν είναι λευκή σημαία.

Δεν είναι συμβόλαιο να στάξεις ψυχρό μελάνι.

Γράφεται με νύχια που ξεσκίζουν τη ράχη.

Με κυνόδοντες που χαράζουν πορφυρά μισοφέγγαρα στην καρωτίδα.

Είναι σφαγείο ο έρωτας, Αγαπημένη.

Σερνόμαστε απ’ το μέτωπο με γόνατα γδαρμένα στα χαρακώματα,

με ιδρώτα που μυρίζει σκουριά,

με μελανιές να ανθίζουν στους ώμους,

με αίμα στα χέρια

που δεν ξέρουμε πια σε ποιον ανήκει.


Στον έρωτα προδίδεις πάντα εκδοχές του εαυτού σου.

Μια σαπίζει στο κατώφλι.

Άλλη φεύγει με σπασμένα πλευρά.

Κι άλλη επιστρέφει σέρνοντας τα πόδια της,

με τα χείλη φαγωμένα απ’ τα ίδια της τα δόντια.

Κρατώ ακόμη τη γεύση αυτού του αίματος

στη γλώσσα μου.


Και περιμένω.