Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει

όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα

έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω

πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες...

Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Ο Ποιητής


Στέκει καταμεσής της αγοράς. 
Εσταυρωμένος.
Φορά το σακάκι ενός απόντος.
Με άχυρα στην καρδιά.
Βλέμμα στον ουρανό.
Με λέξεις ραμμένες στα μανίκια τρομάζει τους λύκους.
Διώχνει τους φόβους,
μαύρα πουλιά που τσιμπολογούν την ελπίδα.
Μα η αμοιβή του είναι αυτή:
να χτίζουν φωλιές στα πλευρά του,
να τρέφονται από το αίμα του.
Οι άνθρωποι τον προσπερνούν σαν άψυχο.
Η πληγή που τρέχει, αόρατη.
Δεν φοβάται τον θάνατο,
είναι φτιαγμένος από τα υλικά του.
Τον λυγίζει μόνο η βροχή.
Όταν το κεφάλι βαραίνει
από λάσπη και μνήμη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου