ένα μέλλον που δεν ήρθε,
στέκει οπλαρχηγός στην πλατεία,
δεσμώτης αλλοτινού καιρού, σε μαρμάρινη φυλακή.
Η φορεσιά του παλιομοδίτικη.
Οι ιδέες του, μούχλα και ναφθαλίνη.
Τη μέρα, οι περαστικοί τον προσπερνούν βιαστικοί.
Κάποιοι δεν τον γνωρίζουν.
Η μόνη δόξα του είναι οι φωτογραφίες
με ημίγυμνους τουρίστες.
Άλλοτε, μια παρέα πουλιών,
κι ας του λερώνουν τα παράσημα
και τις πτυχές της φουστανέλας.
Αυτά τουλάχιστον ξέρουν μονάχα από ουρανό.
Και τα στεφάνια των κουστουμαρισμένων
σε επετείους και γιορτές.
Σαν πέσει η νύχτα κι η πόλη πάρει ανάσα,
κάτι μέσα του ξυπνά·
οι αρμοί του τρίζουν.
Το σώμα λύνεται·
το άλογο καλπάζει,
κι οι κορυφές των δέντρων, στο σκοτάδι,
γίνονται Σαρακηνοί.
Τα φύλλα δέχονται ανελέητα τα βόλια,
το γιαταγάνι βγάζει σπίθες.
Η ψυχή του σπάει την πέτρα που τον πνίγει
και λούζεται στο αίμα των εχθρών.
Ψηλώνει μέσα στον αχό.
Μα αν τύχει κάποιο ζευγάρι
να τραβηχτεί στη βάση των ποδιών του,
ξεχνά τη μάχη, τα παράσημα, τις τιμές.
Ακούει τις ανάσες τους,
τα τολμηρά τους χάδια.
Νιώθει το ζεστό τους αίμα,
κλέβει λίγη από την κάψα των φιλιών.
Θυμάται που πριν γίνει πέτρα,
είχε κι αυτός καρδιά.
Μόλις η αυγή χαράξει την πρώτη αχτίδα,
το σώμα κοκαλώνει απότομα.
Το ορυκτό του πνίγει την κραυγή.
Ξανά ακίνητος.
κι οι κορυφές των δέντρων, στο σκοτάδι,
γίνονται Σαρακηνοί.
Τα φύλλα δέχονται ανελέητα τα βόλια,
το γιαταγάνι βγάζει σπίθες.
Η ψυχή του σπάει την πέτρα που τον πνίγει
και λούζεται στο αίμα των εχθρών.
Ψηλώνει μέσα στον αχό.
Μα αν τύχει κάποιο ζευγάρι
να τραβηχτεί στη βάση των ποδιών του,
ξεχνά τη μάχη, τα παράσημα, τις τιμές.
Ακούει τις ανάσες τους,
τα τολμηρά τους χάδια.
Νιώθει το ζεστό τους αίμα,
κλέβει λίγη από την κάψα των φιλιών.
Θυμάται που πριν γίνει πέτρα,
είχε κι αυτός καρδιά.
Μόλις η αυγή χαράξει την πρώτη αχτίδα,
το σώμα κοκαλώνει απότομα.
Το ορυκτό του πνίγει την κραυγή.
Ξανά ακίνητος.
Μεγαλοπρεπής και σοβαρός.
Δείχνει με το δάχτυλο το εμπρός,
μα η πλάτη του μένει
παγωμένη και μόνη.
Δείχνει με το δάχτυλο το εμπρός,
μα η πλάτη του μένει
παγωμένη και μόνη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου