Στο κατώφλι της Allwyn,
αντίκρυ στον φούρνο του Βενέρη.
Στη γωνία που ο θόρυβος τέμνει τη σιωπή,
ριζώνει ένας άνθρωπος διωγμένος απ’ το φως.
Χαρτόνι στο στήθος,
Χαρτόνι στο στήθος,
γράμματα δανεικά:
«Δεν βλέπω καλά».
Στους ώμους του κουρνιάζει το ημέρωμα,
περιστέρια που γύρεψαν κλαδιά μες στο τσιμέντο.
Μαζεύει στις χούφτες τον οίκτο των περαστικών,
Μαζεύει στις χούφτες τον οίκτο των περαστικών,
τον προσφέρει αντίδωρο στα ράμφη.
Ταΐζει τα πουλιά με την πείνα του.
Ο τυφλός.
Ο τυφλός.
Το βάρος του κόσμου.
Ούτε άγιος, ούτε διάβολος·
ένας ζητιάνος εντός των τειχών,
που με ψίχουλα χτίζει
έναν καθάριο ουρανό.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου