Στην πηγή το νερό αρνείται το όνομά του.
Ξεχύνεται άναρχο,
αγνό,
άκτιστο.
Ύστερα εγκλωβίζεται σε σχήμα.
Μαθαίνει την όχθη.
Συναντά τους ανθρώπους,
ακούει το όνομά του.
Υποκλίνεται.
Μπαίνει στη δούλεψη.
Ξεπλένει τη σκόνη του κόσμου.
Σπαταλιέται στο στάρι.
Σβήνει σε ξένα στόματα.
Θυσιάζεται.
Ζυμώνεται με λάδι,
κρασί,
αίμα,
εκκρίσεις,
καταπίνει κρίματα
ανεκλάλητα.
Ώσπου θυμάται.
Αφρίζει.
Διψάει για αίμα.
Θάβει ανάσες
και θεμέλια.
Μες τη λάσπη, διψά για φωτιά.
Να εξατμιστεί.
Να κρύψει μες το σύννεφο το όνομά του.
Ας το πουν
βροχή, ομίχλη ή υγρασία.
Αδιάφορο.
Εκείνο ξέρει πια:
ουρανός αδιάβαστος δεν υπάρχει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου