Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει

όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα

έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω

πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες...

Δευτέρα 26 Απριλίου 2021

Σίμων Κυρηναίος

«Ἐξερχόμενοι δὲ εὗρον ἄνθρωπον Κυρηναῖον ὀνόματι Σίμωνα· τοῦτον ἠγγάρευσαν ἵνα ἄρῃ τὸν σταυρὸν αὐτοῦ.» (Κατά Ματθαίον 27:32)

Ήξερε από βάρη ο Σίμωνας.
Δεν είχε κι επιλογή.

Άφησε το αλέτρι στην άκρη του δρόμου.
Τα χέρια, γεμάτα ρόζους και δίκαιο χώμα,
σήκωσαν τη μηχανή θανάτου
στον ιδρωμένο ώμο.
Περπατούσε με τα μάτια στη γη,
αμίλητος, μετρώντας την ανάσα,
μεταφέροντας το ξύλο του μαρτυρίου
σαν να ήταν η τελευταία σοδειά της ημέρας.

Κι όταν ανέβηκαν στην κορυφή του λόφου,
και τον αλάφρωσαν απ’ το ξένο βάρος,
έμεινε για λίγο γερμένος στο ξύλο,
ξέπνοος,
σαν ζώο δουλεμένο που ακόμα οι μυς του τρέμουν,
αιωρούμενος σε μια σκληρή σιωπή:
λύτρωση που η δική του αγγαρεία τέλειωσε,
ή συντριβή,
που το μαρτύριο απλώς άλλαζε πάλι ώμο;

Δευτέρα 5 Απριλίου 2021

Μάσκα ύπνου

Ο άστεγος στο πάρκο 
φοράει μάσκα ύπνου. 
Απαγόρευσε στον εαυτό του τον ουρανό. 
Του έφτανε, είπε, το χάος 
που είχε μέσα του. 
Κι αν ποτέ γύριζε σε σπίτι, 
θα ήταν ίσως μόνο για την ηρεμία 
του άσπρου υδροχρώματος.

Κυριακή 4 Απριλίου 2021

Οδυσσέας

 Τον αντάμωσα στην προκυμαία ενός παλιού καρνάγιου, εκεί που τα σκαριά σαπίζουν δίπλα σε σκουριασμένα βαρούλκα. Φορούσε ναυτικό τζάκετ, ξηλωμένο, τα χέρια του τραχιά απ’ την άρμη, τα μάτια του ήρεμα. Άντρας του πελάγους. Έπινε ουζάκι και κάπνιζε τσιμπούκι.

«Περιμένεις το πλοίο για το νησί;» τον ρώτησα. «Δε βαριέσαι», μου είπε, «κι ο νόστος απάτη είναι· πάντα λείπεις όταν φτάνεις. Πατρίδα μου είναι πια η Λήθη. Αυτή με αδειάζει από εμένα και γίνομαι επιτέλους ο Κανένας. Κάποτε, ξέρεις, Ούτις συστήθηκα και σώθηκα».

«Και το σπίτι; Το παιδί; Ο θρόνος;» επέμεινα. Χαμογέλασε πικρά. «Σπίτι είναι εκεί που δεν σε ξέρει κανείς». Πέταξε το εισιτήριο στο νερό.
«Κι έπειτα», είπε, καθώς χανόταν στο σκοτάδι της προκυμαίας, «ποτέ δεν γυρίζεις πίσω στον άνθρωπο που άφησες».

Παρασκευή 2 Απριλίου 2021

Το χρώμα του απογεύματος

 Έχεις το βλέμμα του μεσημεριού 
που γέρνει, 
όταν το φως βαθαίνει και χρυσαφίζει. 
Μια περασμένη άνοιξη 
στα μάγουλά σου, 
κι ένα σώμα σμιλεμένο απ’ τον χρόνο, 
σαν ξύλο φαγωμένο απ’ την αρμύρα. 
Στις ρυτίδες σου περπάτησε η υπομονή· 
στις κηλίδες πέτρωσε η έγνοια 
ξενυχτισμένη πάνω από μικρά προσκέφαλα. 
Νυχιές ανεξίτηλες στο δέρμα από έρωτες, 
χάρτες πειρατών χαραγμένοι στο κορμί,
 λιμάνια κερδισμένα με το δικό σου κουπί. 
Τώρα πια ξέρεις να ακούς τη σιωπή των άλλων. 
Δεν ζητάς την προσοχή. 
Γυναίκα του απογεύματος, 
έμαθες να αγαπάς τις ρωγμές σου, 
γιατί από εκεί τρυπώνει ο ήλιος 
και φωτίζει το μέσα σου δωμάτιο. 

Στην ησυχία των χεριών σου, αθόρυβα, 
ανασαίνει, ακέραιος, ο κόσμος μου.