Ήμουν στην αρχή,
Τώρα, στα μισά, περπατώ ακόμη.
Όχι, δεν φθονώ το βήμα τους.
Στενεύει ο κόσμος.
Σαν πέρασμα από λαιμό.
Τα βράχια καταπίνουν τη φωνή
συγκαλύπτουν το έγκλημα.
Μια μαύρη λάμψη τυφλώνει το χώμα,
μια αρπαγή πριν από την κραυγή.
Από τότε, μια μάνα στην πέτρα.
Με χέρια άδεια.
Τη μνήμη ενός βάρους
που δεν υπάρχει πια.
Δεν κλαίει.
Εδώ το δάκρυ πέτρωσε
πάνω στον χρόνο.
Όλα πια μένουν
στην κόψη.
Τα περάσματα ανοιγοκλείνουν.
Εκείνη, ακίνητη.
Θεά μαρμαρωμένη.
Η γη κάτω απ’ τα πόδια της
πέτρα.
Άγονη.
Όποιος σταθεί κοντά της,
νιώθει το στόμα του στεγνό.
Ξεχνά τη μηχανική του γέλιου.
Κι όποιος την κοιτάξει κατάματα,
βλέπει στο πρόσωπό της τη γη
που θερίζουν
τον καρπό της.
Το πρόβλημα με τα αδιέξοδα δεν είναι η πέτρα τους.
Είναι η ψευδαίσθηση πως μπορείς, τάχα,
να τυλίξεις τον μίτο
και να βρεθείς πάλι στην αρχή.
Μα το νήμα είναι η ίδια σου η φλέβα.
Πίσω σου δεν υπάρχει γεωγραφία.
Ο δρόμος της επιστροφής δεν είναι χώμα.
Είναι ένα πεινασμένο στόμα.
Καταπίνει τις πατημασιές σου
μόλις σηκώσεις τη φτέρνα.
Χνάρι κανένα.
Εσύ και το αδιέξοδο.
Οι αρμοί του έχουν το σχήμα της σιωπής σου.
Σε κάθε πέτρα, πελεκημένο,
το πρόσωπό σου
σε κοιτάζει κατάματα
απ’ την άλλη πλευρά του χρόνου.