Τα πόδια μου ξέχασαν τη βολή του τροχού.
Δυο έμβολα από δέρμα και νεύρα
καταπίνουν την άσφαλτο μέτρο μέτρο.
Τρέχουν πιο γρήγορα απ’ τις λέξεις.
Το ένα μπροστά.
Το άλλο ξοπίσω να καταδιώκει.
Σε φανάρια ή σε απρόοπτες συναντήσεις
κοκκαλώνουν.
Ξαναπιάνουν ρυθμό
με την ένταση του αίματος.
Λαμαρίνα γιοκ.
Μόνο εγώ και η άσφαλτος
σε μια διαρκή χειραψία.
Όταν το βράδυ η πόλη σβήνει,
απομένουν
δυο κουρασμένα ζώα,
μαλλιά ανακατεμένα,
μάτια που ακόμη φωσφορίζουν.
Κι αν κάτι πάνω μου ασφάλιζα ποτέ,
τα δυο μου πόδια θα ’ταν.
Γι’ αυτό κι όταν με ρωτάνε,
δηλώνω περιπατητής
κι ουδέποτε ποιητής.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου