στην αυλή του πατρικού
έπλαθε οροσειρές
και βύθιζε τον κόσμο σε πηγάδια.
Το βράδυ η μπανιέρα ξέπλενε την πλάση·
ένα καφέ ποτάμι
έπνιγε την υπομονή της μάνας.
Ύστερα το χώμα έγινε ξένο.
Έκοψε τα πολλά μαζί του.
Το αγόραζε μόνο σε πλαστικές σακούλες,
αποστειρωμένο, με ονομασία προέλευσης.
Μελετούσε ποσοστά, άζωτο, τύρφη,
να προκόβουν γεράνια και ντομάτες.
«Θέλω να ξέρω τι τρώω», έλεγε.
Δικαιολογίες.
Απλώς θυμόταν.
Κι ετοιμαζόταν για την επιστροφή:
εκεί που η μούρη τρώει χώμα,
εκεί που το χώμα
διαβάζει τη δική σου σύσταση.
και βύθιζε τον κόσμο σε πηγάδια.
Το βράδυ η μπανιέρα ξέπλενε την πλάση·
ένα καφέ ποτάμι
έπνιγε την υπομονή της μάνας.
Ύστερα το χώμα έγινε ξένο.
Έκοψε τα πολλά μαζί του.
Το αγόραζε μόνο σε πλαστικές σακούλες,
αποστειρωμένο, με ονομασία προέλευσης.
Μελετούσε ποσοστά, άζωτο, τύρφη,
να προκόβουν γεράνια και ντομάτες.
«Θέλω να ξέρω τι τρώω», έλεγε.
Δικαιολογίες.
Απλώς θυμόταν.
Κι ετοιμαζόταν για την επιστροφή:
εκεί που η μούρη τρώει χώμα,
εκεί που το χώμα
διαβάζει τη δική σου σύσταση.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου