Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει

όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα

έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω

πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες...

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2024

Το νωρίς και το αργά

Μου πετούσες το «ποτέ δεν είναι αργά»
σαν σωσίβιο,
κάθε που βούλιαζα στον βυθό μου.
Θύμωνα με τη σιγουριά σου,
μα δούλευε.
Σου αντιγύριζα το «ποτέ δεν είναι νωρίς»,
με την άγνοια τραγικού ήρωα.
Τώρα ο χρόνος έσπασε στα δύο.
Για σένα, το «αργά» κλείδωσε
στην πέτρα που σε σκεπάζει.
Κι εγώ,
ξανά στον ίδιο βυθό,
παλεύω μ’ ένα «νωρίς» που με πνίγει.
Η μνήμη σκάβει το χώμα,
μου πετάει στα μούτρα τη φωνή σου:
«Ποτέ δεν είναι αργά».

Λάθος, μάνα.
Εδώ που φτάσαμε,
το «ποτέ» στέκει ολόγυμνο.
Δεν παίρνει άλλο επίρρημα.

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2024

Τα Κυπαρίσσια των Κοιμητηρίων

Τη νύχτα, 
τα κυπαρίσσια των κοιμητηρίων 
μετρούν το ύψος της σιωπής.
Τη μέρα 
κατακρατούν στα φύλλα τους 
τον θρήνο των συγγενών.
Στα κυπαρισσόμηλα ιδίως 
φυλακίζουν 
το μοιρολόι των μανάδων. 
Το αφήνουν μόνο 
όταν σκάνε στη γη, 
για να ’χει πείρα ο χαμός. 
Να μη μας βρίσκει η απώλεια απαράσκευους.
Με την ευθυτενή κορμοστασιά τους 
δείχνουν επίμονα τον ουρανό 
 σε κείνους που κοιτούν την πλάκα, 
τον άνθρωπό τους κάτω απ' τη γη.
Κι οι ρίζες τους 
σέβονται τους νεκρούς. 
Δεν ανασηκώνουν ποτέ 
τις μαρμάρινες πλάκες 
της ησυχίας τους.

Σάββατο 30 Μαρτίου 2024

Κυριακή 17 Μαρτίου 2024

Δήλωση

Τα πόδια μου ξέχασαν τη βολή του τροχού.
Δυο έμβολα από δέρμα και νεύρα
καταπίνουν την άσφαλτο μέτρο μέτρο.
Τρέχουν πιο γρήγορα απ’ τις λέξεις.
Το ένα μπροστά.
Το άλλο ξοπίσω να καταδιώκει.

Σε φανάρια ή σε απρόοπτες συναντήσεις
κοκκαλώνουν.
Ξαναπιάνουν ρυθμό
με την ένταση του αίματος.

Λαμαρίνα γιοκ.
Μόνο εγώ και η άσφαλτος
σε μια διαρκή χειραψία.

Όταν το βράδυ η πόλη σβήνει,
απομένουν
δυο κουρασμένα ζώα,
μαλλιά ανακατεμένα,
μάτια που ακόμη φωσφορίζουν.

Κι αν κάτι πάνω μου ασφάλιζα ποτέ,
τα δυο μου πόδια θα ’ταν.

Γι’ αυτό κι όταν με ρωτάνε,
δηλώνω περιπατητής
κι ουδέποτε ποιητής.

Τρίτη 12 Μαρτίου 2024

Φωνήεντα για τα Πουλιά

Χθεσινά Οστά

Τα λερωμένα της μέρας, 
φίδια στο πάτωμα. 
Το βάρος γλιστρά στο σεντόνι, 
οι ρίζες ξεραίνονται, 
τα δακτυλικά αποτυπώματα καίγονται. 
Ξεριζώνω φωνήεντα απ’ τον λαιμό 
και ταΐζω τα πουλιά. 
Ψέματα κι αλήθειες, 
ιδρώτας που στέγνωσε. 
Ονόματα και τόποι, 
σκόνη πάνω σε κλειστή οθόνη. 
Ποιος αναπνέει όταν το πρόσωπο λείπει; 
Μια κλωστή χωρίς αρχή και τέλος, 
ένας ίσκιος δοκιμάζει 
να μπει σε μια πατρίδα 
που δεν τον χωρά. 
Το πρωί το δέρμα θυμάται απρόθυμα το σχήμα του. 
Φοράω ξανά εαυτό και καθαρά ρούχα. 
Καινούργιος, με χθεσινά οστά. 

Τ’ ακούω να τρίζουν.

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2024

Χνάρι κανένα

 Το πρόβλημα με τα αδιέξοδα δεν είναι η πέτρα τους.

Είναι η ψευδαίσθηση πως μπορείς, τάχα,
να τυλίξεις τον μίτο
και να βρεθείς πάλι στην αρχή.

Μα το νήμα είναι η ίδια σου η φλέβα.
Πίσω σου δεν υπάρχει γεωγραφία.
Ο δρόμος της επιστροφής δεν είναι χώμα.
Είναι ένα πεινασμένο στόμα.
Καταπίνει τις πατημασιές σου
μόλις σηκώσεις τη φτέρνα.

Χνάρι κανένα.

Εσύ και το αδιέξοδο.

Οι αρμοί του έχουν το σχήμα της σιωπής σου.
Σε κάθε πέτρα, πελεκημένο,
το πρόσωπό σου
σε κοιτάζει κατάματα
απ’ την άλλη πλευρά του χρόνου.

Κυριακή 3 Μαρτίου 2024

Σύσταση

Όταν πρωτοβγήκε απ’ το χώμα,
στην αυλή του πατρικού
έπλαθε οροσειρές
και βύθιζε τον κόσμο σε πηγάδια.
Το βράδυ η μπανιέρα ξέπλενε την πλάση·
ένα καφέ ποτάμι
έπνιγε την υπομονή της μάνας.
Ύστερα το χώμα έγινε ξένο.
Έκοψε τα πολλά μαζί του.
Το αγόραζε μόνο σε πλαστικές σακούλες,
αποστειρωμένο, με ονομασία προέλευσης.
Μελετούσε ποσοστά, άζωτο, τύρφη,
να προκόβουν γεράνια και ντομάτες.
«Θέλω να ξέρω τι τρώω», έλεγε.
Δικαιολογίες.
Απλώς θυμόταν.
Κι ετοιμαζόταν για την επιστροφή:
εκεί που η μούρη τρώει χώμα,
εκεί που το χώμα
διαβάζει τη δική σου σύσταση.

Πέμπτη 28 Σεπτεμβρίου 2023

Πεινασμένες απορίες

Ο μη εργαζόμενος
μηδέ εσθιέτω.
Σύμφωνοι.
Μα ο άνεργος;
Να κάνει τι;
Να δέσει τα έντερά του
κόμπο;
Να σβήσει έτσι άσιτος,
και παράσιτος;

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2023

Ήμισυς

Χωρίς εσένα
είμαι χώμα χωρίς νερό,
ουρανός χωρίς θάλασσα,
πλοίο χωρίς λιμάνι,
φωνή χωρίς αντίλαλο,
σώμα χωρίς σκιά,
φλόγα χωρίς οξυγόνο,
νύχτα χωρίς φεγγάρι,
μέρα χωρίς ήλιο,
δρόμος χωρίς προορισμό,
γράμμα χωρίς παραλήπτη,
ρολόι χωρίς δείκτες,
καρδιά χωρίς χτύπο,
στίχος χωρίς λέξη.

Χωρίς εσένα
είμαι το σχήμα της έλλειψης.

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2023

Το Βάπτισμα

Χθες πήρα στη δουλειά έναν μετανάστη.
Σκέλεθρο του εαυτού του.
Μάτια τυρανισμένα,
σώμα ισχνό.

Μου μίλησε για το ταξίδι,
την οικογένεια που άφησε πίσω,
το όνομά του.

Ήταν δύσκολο στη γλώσσα μου.
Του είπα
πως θα τον λέω Οδυσσέα.

Παρασκευή 22 Απριλίου 2022

Ελεγεία της Αυταπάτης

Ψέμα μου χειροποίητο, πόσο μου μοιάζεις.

Θνητό κι εφήμερο, με τα κοντά ποδάρια σου,
σωριάζεσαι μπροστά στην αχειροποίητη Αλήθεια.
Μα επινοητικό, αναγεννιέσαι
και έρχεσαι, εφτάψυχο,
με νάζια και καμώματα 
να με λυτρώσεις.

Στη θαλπωρή σου κούρνιασα άναστρες νύχτες,
ξεχειμώνιασα στη φιλάνθρωπη αγκαλιά σου,
στους εφτά ουρανούς ανέβηκα,
κι ας ήταν ψεύτικοι.

Ψέμα μου εχέμυθο, που σε κατέδωσαν
και σε έστησαν στο απόσπασμα,
εσύ, ανεξίκακο, μου πρόσφερες 
σωτήρια πλάνη.

Την αλήθεια τη φοβάμαι·
όπου κι αν τη συνάντησα
έγινε χίμαιρα
και με κατάπιε.

Παρασκευή 8 Απριλίου 2022

Οι Λεμονανθοί

Χθες θαύμαζα της λεμονιάς το ξέσπασμα,
λευκή γιορτή απλωμένη στα κλαδιά.
Παλιός καρπός και νέο μπουμπούκι
υπόσχονταν μια απλόχερη σοδειά.

Μα σήμερα, νεκροί στο μαύρο χώμα,
κείτονταν οι λευκοί λεμονανθοί.
Τ’ οξύ τους άρωμα, θυμίαμα επιτάφιου·
τη σπάταλη θανή τους πένθησα.

Κι ύστερα στάθηκα.
Καθρέφτης το χώμα, μάθημα η φθορά.
Τάχα δεν κάνουμε το ίδιο με τις λέξεις;
Δέκα σφαγμένα ποιήματα στο καλάθι,
ένας ανθός θα δέσει στο χαρτί.

Κυριακή 3 Απριλίου 2022

Ρίζα και Φτερό

Ξεκινάμε δέντρο.
Τραβάμε απ’ τη ρίζα χυμούς
και μεγαλώνουμε.
Ανθίζουμε. 
Δίνουμε καρπούς.

Κι όταν η ρίζα στεγνώσει,
ξεκολλάμε απ’ το χώμα.
Γινόμαστε πουλιά και συνεχίζουμε.

Μα στο τέλος
επιστρέφουμε στη γη.
Γινόμαστε χώμα σιωπηλό,
ξαπλωμένοι δίπλα
στην ξερή ρίζα
που κάποτε μας ανάστησε.

Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2022

Αμφιβολία


Πέρασε τη ζωή του στο σχοινί.
Στην αρχή τον φύλαγε ένα δίχτυ.
Ύστερα έμεινε μόνος
με το σύρμα στα πόδια
και το κοντάρι στα χέρια.

Πατάει πια τα ύψη και σηκώνει σκόνη.
Καρφώνει τα μάτια του στο κενό,
και εκείνο ημερεύει.
Του ανοίγει τόπο.
Προχωρά.
Κάθε βήμα
μια χαρακιά στο πρόσωπο του θανάτου.

Στη μέση της διαδρομής
παραπατά σκόπιμα.
Ίσα να κόψει την ανάσα,
να συγχρονίσει τον τρόμο
σε μια κραυγή.

Στο χειροκρότημα,
κατεβαίνει γελαστός.
Υποκλίνεται.
Μα κάθε φορά,
μόλις πατήσει γη,
του μένει η ίδια σκιά:

πως το εισιτήριο
δεν ήταν μόνο για το πέρασμα
αλλά για τη συντριβή
που αναβλήθηκε.

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2021

Προμηθέας

Τον βρήκα να περιμένει τη σειρά του στο φαρμακείο. Κρατούσε στην πληγή μια γάζα ποτισμένη στο ιώδιο. «Ακόμα δεν έκλεισε;» τον ρώτησα. Με κοίταξε· μέσα στις κόρες των ματιών του πυρκαγιές έσβηναν αργά.

«Το πρόβλημα δεν είναι η πληγή», μου ψιθύρισε, «το πρόβλημα είναι που το συκώτι πάντα ξαναβγαίνει. Που η ελπίδα είναι ένας ιστός που υφαίνεται τη νύχτα μόνο και μόνο για να τον σκίσει το πρωινό».

«Άξιζε όμως τον κόπο η φωτιά;» επέμενα. Έβγαλε από την τσέπη έναν σκουριασμένο αναπτήρα. «Δεν ξέρω», μου είπε, «αυτό με καίει. Πίστευα πως με τη φωτιά και την τέχνη θα μικρύνει ο φόβος. Μα εσείς τα πήρατε και κάψατε ζωές και πόλεις». Σώπασε για λίγο. «Ο κόσμος δεν κρατιέται από τη γνώση», είπε, «μ’ από την Αγάπη».

«Κι εσύ;» τον ρώτησα, «η τιμωρία, οι αλυσίδες στον βράχο;» Το πρόσωπό του άστραψε για μια στιγμή. «Ο βράχος είναι μέσα μας», είπε, «εμείς τον κουβαλάμε κάθε μέρα στη δουλειά. Ο αετός δεν έρχεται από τον ουρανό, έρχεται από τον καθρέφτη μας. Ας είναι, ό,τι έκανα, για καλό το έκανα».

«Μα οι άνθρωποι σε ξέχασαν», του είπα. Πήρε τα παυσίπονα και σηκώθηκε να φύγει. «Δεν πειράζει», μου είπε ξεμακραίνοντας, «ἅμ’ ἠλέηται καὶ τέθνηκεν ἡ χάρις».