Τον βρήκα να περιμένει τη σειρά του στο φαρμακείο. Κρατούσε στην πληγή μια γάζα ποτισμένη στο ιώδιο. «Ακόμα δεν έκλεισε;» τον ρώτησα. Με κοίταξε· μέσα στις κόρες των ματιών του πυρκαγιές έσβηναν αργά.
«Το πρόβλημα δεν είναι η πληγή», μου ψιθύρισε, «το πρόβλημα είναι που το συκώτι πάντα ξαναβγαίνει. Που η ελπίδα είναι ένας ιστός που υφαίνεται τη νύχτα μόνο και μόνο για να τον σκίσει το πρωινό».
«Άξιζε όμως τον κόπο η φωτιά;» επέμενα. Έβγαλε από την τσέπη έναν σκουριασμένο αναπτήρα. «Δεν ξέρω», μου είπε, «αυτό με καίει. Πίστευα πως με τη φωτιά και την τέχνη θα μικρύνει ο φόβος. Μα εσείς τα πήρατε και κάψατε ζωές και πόλεις». Σώπασε για λίγο. «Ο κόσμος δεν κρατιέται από τη γνώση», είπε, «μ’ από την Αγάπη».
«Κι εσύ;» τον ρώτησα, «η τιμωρία, οι αλυσίδες στον βράχο;» Το πρόσωπό του άστραψε για μια στιγμή. «Ο βράχος είναι μέσα μας», είπε, «εμείς τον κουβαλάμε κάθε μέρα στη δουλειά. Ο αετός δεν έρχεται από τον ουρανό, έρχεται από τον καθρέφτη μας. Ας είναι, ό,τι έκανα, για καλό το έκανα».
«Μα οι άνθρωποι σε ξέχασαν», του είπα. Πήρε τα παυσίπονα και σηκώθηκε να φύγει. «Δεν πειράζει», μου είπε ξεμακραίνοντας, «ἅμ’ ἠλέηται καὶ τέθνηκεν ἡ χάρις».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου