Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει

όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα

έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω

πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες...

Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2022

Αμφιβολία


Πέρασε τη ζωή του στο σχοινί.
Στην αρχή τον φύλαγε ένα δίχτυ.
Ύστερα έμεινε μόνος
με το σύρμα στα πόδια
και το κοντάρι στα χέρια.

Πατάει πια τα ύψη και σηκώνει σκόνη.
Καρφώνει τα μάτια του στο κενό,
και εκείνο ημερεύει.
Του ανοίγει τόπο.
Προχωρά.
Κάθε βήμα
μια χαρακιά στο πρόσωπο του θανάτου.

Στη μέση της διαδρομής
παραπατά σκόπιμα.
Ίσα να κόψει την ανάσα,
να συγχρονίσει τον τρόμο
σε μια κραυγή.

Στο χειροκρότημα,
κατεβαίνει γελαστός.
Υποκλίνεται.
Μα κάθε φορά,
μόλις πατήσει γη,
του μένει η ίδια σκιά:

πως το εισιτήριο
δεν ήταν μόνο για το πέρασμα
αλλά για τη συντριβή
που αναβλήθηκε.

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2021

Προμηθέας

Τον βρήκα να περιμένει τη σειρά του στο φαρμακείο. Κρατούσε στην πληγή μια γάζα ποτισμένη στο ιώδιο. «Ακόμα δεν έκλεισε;» τον ρώτησα. Με κοίταξε· μέσα στις κόρες των ματιών του πυρκαγιές έσβηναν αργά.

«Το πρόβλημα δεν είναι η πληγή», μου ψιθύρισε, «το πρόβλημα είναι που το συκώτι πάντα ξαναβγαίνει. Που η ελπίδα είναι ένας ιστός που υφαίνεται τη νύχτα μόνο και μόνο για να τον σκίσει το πρωινό».

«Άξιζε όμως τον κόπο η φωτιά;» επέμενα. Έβγαλε από την τσέπη έναν σκουριασμένο αναπτήρα. «Δεν ξέρω», μου είπε, «αυτό με καίει. Πίστευα πως με τη φωτιά και την τέχνη θα μικρύνει ο φόβος. Μα εσείς τα πήρατε και κάψατε ζωές και πόλεις». Σώπασε για λίγο. «Ο κόσμος δεν κρατιέται από τη γνώση», είπε, «μ’ από την Αγάπη».

«Κι εσύ;» τον ρώτησα, «η τιμωρία, οι αλυσίδες στον βράχο;» Το πρόσωπό του άστραψε για μια στιγμή. «Ο βράχος είναι μέσα μας», είπε, «εμείς τον κουβαλάμε κάθε μέρα στη δουλειά. Ο αετός δεν έρχεται από τον ουρανό, έρχεται από τον καθρέφτη μας. Ας είναι, ό,τι έκανα, για καλό το έκανα».

«Μα οι άνθρωποι σε ξέχασαν», του είπα. Πήρε τα παυσίπονα και σηκώθηκε να φύγει. «Δεν πειράζει», μου είπε ξεμακραίνοντας, «ἅμ’ ἠλέηται καὶ τέθνηκεν ἡ χάρις».

Δευτέρα 26 Απριλίου 2021

Σίμων Κυρηναίος

«Ἐξερχόμενοι δὲ εὗρον ἄνθρωπον Κυρηναῖον ὀνόματι Σίμωνα· τοῦτον ἠγγάρευσαν ἵνα ἄρῃ τὸν σταυρὸν αὐτοῦ.» (Κατά Ματθαίον 27:32)

Ήξερε από βάρη ο Σίμωνας.
Δεν είχε κι επιλογή.

Άφησε το αλέτρι στην άκρη του δρόμου.
Τα χέρια, γεμάτα ρόζους και δίκαιο χώμα,
σήκωσαν τη μηχανή θανάτου
στον ιδρωμένο ώμο.
Περπατούσε με τα μάτια στη γη,
αμίλητος, μετρώντας την ανάσα,
μεταφέροντας το ξύλο του μαρτυρίου
σαν να ήταν η τελευταία σοδειά της ημέρας.

Κι όταν ανέβηκαν στην κορυφή του λόφου,
και τον αλάφρωσαν απ’ το ξένο βάρος,
έμεινε για λίγο γερμένος στο ξύλο,
ξέπνοος,
σαν ζώο δουλεμένο που ακόμα οι μυς του τρέμουν,
αιωρούμενος σε μια σκληρή σιωπή:
λύτρωση που η δική του αγγαρεία τέλειωσε,
ή συντριβή,
που το μαρτύριο απλώς άλλαζε πάλι ώμο;

Δευτέρα 5 Απριλίου 2021

Μάσκα ύπνου

Ο άστεγος στο πάρκο 
φοράει μάσκα ύπνου. 
Απαγόρευσε στον εαυτό του τον ουρανό. 
Του έφτανε, είπε, το χάος 
που είχε μέσα του. 
Κι αν ποτέ γύριζε σε σπίτι, 
θα ήταν ίσως μόνο για την ηρεμία 
του άσπρου υδροχρώματος.

Κυριακή 4 Απριλίου 2021

Οδυσσέας

 Τον αντάμωσα στην προκυμαία ενός παλιού καρνάγιου, εκεί που τα σκαριά σαπίζουν δίπλα σε σκουριασμένα βαρούλκα. Φορούσε ναυτικό τζάκετ, ξηλωμένο, τα χέρια του τραχιά απ’ την άρμη, τα μάτια του ήρεμα. Άντρας του πελάγους. Έπινε ουζάκι και κάπνιζε τσιμπούκι.

«Περιμένεις το πλοίο για το νησί;» τον ρώτησα. «Δε βαριέσαι», μου είπε, «κι ο νόστος απάτη είναι· πάντα λείπεις όταν φτάνεις. Πατρίδα μου είναι πια η Λήθη. Αυτή με αδειάζει από εμένα και γίνομαι επιτέλους ο Κανένας. Κάποτε, ξέρεις, Ούτις συστήθηκα και σώθηκα».

«Και το σπίτι; Το παιδί; Ο θρόνος;» επέμεινα. Χαμογέλασε πικρά. «Σπίτι είναι εκεί που δεν σε ξέρει κανείς». Πέταξε το εισιτήριο στο νερό.
«Κι έπειτα», είπε, καθώς χανόταν στο σκοτάδι της προκυμαίας, «ποτέ δεν γυρίζεις πίσω στον άνθρωπο που άφησες».

Παρασκευή 2 Απριλίου 2021

Το χρώμα του απογεύματος

 Έχεις το βλέμμα του μεσημεριού 
που γέρνει, 
όταν το φως βαθαίνει και χρυσαφίζει. 
Μια περασμένη άνοιξη 
στα μάγουλά σου, 
κι ένα σώμα σμιλεμένο απ’ τον χρόνο, 
σαν ξύλο φαγωμένο απ’ την αρμύρα. 
Στις ρυτίδες σου περπάτησε η υπομονή· 
στις κηλίδες πέτρωσε η έγνοια 
ξενυχτισμένη πάνω από μικρά προσκέφαλα. 
Νυχιές ανεξίτηλες στο δέρμα από έρωτες, 
χάρτες πειρατών χαραγμένοι στο κορμί,
 λιμάνια κερδισμένα με το δικό σου κουπί. 
Τώρα πια ξέρεις να ακούς τη σιωπή των άλλων. 
Δεν ζητάς την προσοχή. 
Γυναίκα του απογεύματος, 
έμαθες να αγαπάς τις ρωγμές σου, 
γιατί από εκεί τρυπώνει ο ήλιος 
και φωτίζει το μέσα σου δωμάτιο. 

Στην ησυχία των χεριών σου, αθόρυβα, 
ανασαίνει, ακέραιος, ο κόσμος μου.

Παρασκευή 17 Απριλίου 2020

Γενέθλια

Η καρδιά μου εργάζεται μισό αιώνα.

Εισπνοή, εκπνοή.

Πενήντα δεν λέει τίποτα.

Υπήρξα τόσο; Ναι.

Όπως η πέτρα, η μούχλα, το δέντρο.

Ζωή ήταν μόνο οι εξαιρέσεις.

Δεν έχω πενήντα πράγματα να σου πω.

Εκείνη την πρώτη φορά που ένιωσα ξένος.

Τις γρατζουνιές στο δέρμα, πριν τις ρυτίδες.

Τους σπασμούς του έρωτα.

Το πρώτο κλάμα των παιδιών.

Τον ήχο του φτυαριού το χώμα.

Και το απόγευμα που έπαψα να με περιμένω.

Πενήντα χρόνια.

Τα σαράντα εννιά, μια απεργία χωρίς πανό.

Το υπόλοιπο, μια παιδική φωνή

που ουρλιάζει θαμμένη σε ξένο σώμα.


Τετάρτη 3 Ιουλίου 2019

Βραχνός Προφήτης

Μην πλανιέστε με τις αποστάσεις.
Δεν είστε πουθενά ασφαλείς.
Ξεχάστε κλειδαριές και τοίχους·
ο πανικός σας είναι το αίμα που κυλάει στη φλέβα μου
πριν καν ιδρώσουν τα χέρια σας.

Είμαι η σκουριά στα κόκαλά σας.
Η φωνή σας είναι ο αέρας που μου κλέβετε,
πριν καν την αρθρώσετε.

Είμαι η συνείδηση·
το αγκάθι στη σάρκα,
καρφί για να κρεμάσετε τα προσωπεία
και τις κρυφές σας αμφιβολίες.

Ξέρω το ένδυμα της απάτης
πριν η ενοχή βρει λέξεις.

Δεν υπάρχει άσυλο στο λευκό μου χαρτί·
ξέρω το ρήμα που θα σας σώσει
και θα σας προδώσει.

Κατοικώ στα συρτάρια
όπου κλειδώνετε τα τιμαλφή σας.

Είμαι νυστέρι·
σκαλίζω την αλήθεια στα σωθικά.
Αρχιτέκτονας της αϋπνίας,
δήμιος, εγώ, στο στέρνο σας.

Είμαι η ηχώ των βιωμένων
και ο βραχνός προφήτης των αβίωτων.

— Μα ποιος είστε;
— Ένας ποιητής.

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2019

Πτυχία

Το χαρτί στον τοίχο λέει πως ξέρω τον κόσμο.
Ψέμα.
Ο κόσμος δεν χώρεσε ποτέ σε αμφιθέατρα.
Το αληθινό σχολείο δεν έχει θρανία.
Έχει κράσπεδα και γωνίες.
Εδώ διαβάζεις την Ιστορία στο ύψος του πέλματος.
Ακούς το βουητό του αίματος στους κροτάφους,
τη γλώσσα της πείνας
και το ξερό γέλιο του τρελού.
Εξετάσεις στον ήλιο και στη λάσπη.
Γράφεις με αίμα.
Ο ανώνυμος της γωνίας παραδίδει σεμινάρια επιβίωσης.
Χωρίς λόγια. 
Με το σώμα.
Η πόρνη διδάσκει πώς να μη σπας.
Ο διαδηλωτής πώς να μη λυγίζεις.
Έτσι μετριέται ο χρόνος εδώ.
Μάθημα πρώτο:
Πώς να προσπερνάς χωρίς να προσπερνάς.
Να βλέπεις την άβυσσο χωρίς να γλιστράς.
Μάθημα δεύτερο:
Να συγχρονίζεσαι στο βήμα του άλλου.
Όχι από συμπόνια. 
Για να μη χαθεί ο δρόμος.
Ο αγέρας, δάσκαλος παλιάς κοπής,
με τα χαστούκια του σου θυμίζει
πως ο κόσμος δε σου χρωστά.
Αποφοίτηση το βράδυ.
Χωρίς χαρτιά, χωρίς χειροκροτήματα.
Μόνο με τα μάτια γεμάτα
από τις χαρακιές του κόσμου.

Κυριακή 3 Μαρτίου 2019

Γράφω γιατί


                                                                    Ουδείς ευτυχής έχει διακόψει ευτυχία, για να γράψει ποιήματα 
                                                                                                                                                Κική Δημουλά
Γράφω ποιήματα γιατί δε μου μένει τίποτε άλλο.
Γράφω γιατί δεν έχω πια τίποτε να χάσω,
σαν τον γέρο που αρχίζει στα ογδόντα του το κάπνισμα.
Γράφω γιατί η σιωπή έχει το βάρος στερεοποιημένου υδραργύρου.
Γράφω γιατί τα διαβάσματά μου πλήθυναν,
κακοφόρμισαν μέσα μου
και στάζουν πύον στη γραφίδα.
Γράφω γιατί οι λέξεις είναι τα μόνα σκουριασμένα καρφιά
που κρατούν το μυαλό μου δεμένο στο σώμα.
Κάθε λέξη είναι μια σφαίρα που ρίχνω στον φόβο μου·
κι αν σταματήσω, θα με βρει αφοπλισμένο
και θα γίνω μια άσπρη, άλαλη σελίδα.

Γράφω γιατί οι φωνές δεν σωπαίνουν,
γιατί οι εικόνες χτυπούν αλλιώς στα μηνίγγια μου
σαν φυλακισμένα ζώα που ζητούν έξοδο,
κι όσο δεν τα ταΐζω,
αγριεύουν.

Γράφω γιατί ο κόσμος είναι ένα στενό ρούχο
κι οι στίχοι οι μόνες ραφές που ξηλώνω για να ανασάνω.
Αν αφήσω την πένα, θα σπάσουν οι φλέβες μου
από την πίεση του ανείπωτου.
Γράφω γιατί προτιμώ να χύνω μελάνι παρά το αίμα μου.

Γράφω γιατί μέσα μου έχω ένα ναρκοπέδιο
και κάθε ποίημα είναι μια ελεγχόμενη έκρηξη.
Προσφέρω τα μέλη μου
ένα ένα στο χαρτί
για να γλιτώσω τον οριστικό διαμελισμό.

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2018

Φοίνικας εγώ

Στην πυρκαγιά σου παραδίνομαι.
Στάχτη και φτερό μαζί.
Κάθε σου άγγιγμα μια σπίθα,
κάθε ματιά σου μια πυρά.
Καίγομαι. 
Λιώνω. 
Ξαναγεννιέμαι.
Μέσα στις φλόγες σου έμαθα
πώς η πληγή γίνεται φως.
Στον άνεμο των χειλιών σου
μαζεύω τα κομμάτια μου.
Παίρνω μορφή
κι ανοίγω τα φτερά
ξανά
στις φλόγες σου.

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2018

Η Ύστατη Μάχη

Παλιά πίστευα
πως ο κόσμος αλλάζει με γροθιές.
Ήμουν στρατιώτης
της μεγάλης ανατροπής.
Μετά μπήκα στο πλήθος.
Μέτρησα τη σκουριά.
Άγγιξα το κρύο μέταλλο.

Κατάλαβα.

Τώρα οχυρώνω το πρόσωπό μου.
Αγωνίζομαι
να κρατήσω το βλέμμα καθαρό.
Να μην οξειδωθώ στη βαρβαρότητα.
Να μη στεγνώσει η τρυφερότητα
στις παλάμες μου.
Να μείνω άνθρωπος.

Τι πιο πολιτικό από αυτό;

Τετάρτη 4 Απριλίου 2018

Μήδεια

Τη συνάντησα σε έρημη παιδική χαρά μεσάνυχτα.
Φορούσε μαύρο παλτό, 
τα χέρια της μύριζαν κέδρο και θειάφι,
τα μάτια της κάρβουνα αναμμένα.
Η προφορά της βαριά.
Γυναίκα από βάρβαρη γη.
Μου πρόσφερε τσιγάρο.

«Έκανα λάθος», είπε. «Και δαγκώνει.
Το μίσος δεν τελειώνει.
Με έδεσε ισόβια με τον χειρότερο εχθρό μου.
Όμως σκοπός της ζωής μας δεν είναι η εκδίκηση.
Σκοπός της ζωής μας είναι το πάθος.
Αυτό σε ορίζει και σε κατακαίει:
μαχαίρι, φωτιά, ξενιτιά».

«Και τα παιδιά;» τη ρώτησα. «Δεν ήταν έγκλημα;
Μαύρη μανία, ύβρις;»
Με κοίταξε. Το βλέμμα της σκοτείνιασε.
Φωτιές πύρωναν μέσα της.
«Στο μίσος και στον έρωτα η γυναίκα δεν έχει χαλινάρι.
Τα παιδιά από τα σπλάχνα μου βγήκαν
κι εγώ τα ορίζω».

«Τα παιδιά δε μας ανήκουν», της αντιγύρισα.
«Σίγουρα άξιζαν μια καλύτερη μάνα».
«Ξεχνάς», μου είπε,
φυσώντας στα μούτρα μου τον καπνό της,
«ότι ποτέ κανείς δεν επιλέγει τους συγγενείς του».

Πέταξε το τσιγάρο κι έφυγε.
Στην άδεια κούνια,
ξεχασμένη μια φωτογραφία
έδειχνε δυο αγόρια να γελούν ανέμελα.

Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 2018

Η Μετάλλαξη

Όταν συγχώρησα το σώμα μου,  
του έκοψα τα παυσίπονα.
Άφησα το τραύμα να αναλάβει το τιμόνι.
Ξεκρέμασα τους καθρέφτες.
Έφτυσα τα δανεικά ψίχουλα. 
Σηκώθηκα από τα ξένα τραπέζια.
Σταμάτησα να μετράω.
Αποκήρυξα το παρελθόν. 
Δολοφόνησα το μέλλον.
Άρχισα να περπατώ 
μόνο όταν μιλούσε το αίμα.
Χάρισα το δίκιο μου στους περαστικούς.
Έχτισα το σπίτι μου ακριβώς πάνω στο λάθος. 
Αγάπησα τη ρωγμή περισσότερο από τον τοίχο.

Όταν πια αγκάλιασα τον εαυτό μου, 
είδα 
πως κρατούσα κάποιον άλλο.

Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2017

Μηρυκάζοντας

Η μνήμη είναι ζώο παμφάγο.

Καταπίνει ανθρώπους, χώρες, χωριά.
Πέτρες και σίδερα καταπίνει.
Καταπίνει την ύλη, ξερνάει σκιές.

Δεν σταματά να πεινάει.
Μασάει τα ονόματα, ώσπου να γίνουν λυγμοί,
ξεφλουδίζει τους ήχους μέχρι τη σιωπή.

Τη νύχτα μηρυκάζει.
Φέρνει ξανά τον πολτό στο στόμα,
του δίνει σχήμα από την αρχή:
ένα πρόσωπο παράξενα οικείο,
ένα σπίτι άγνωστο,
μια αγαπημένη φωνή που βγαίνει απ’ το στόμα σου.

Απορείς: déjà vu ή jamais vu;

Έχει στομάχι με θαλάμους.
Αλλού σαπίζουν τα πρόσφατα.
Αλλού ζυμώνονται τα παλιά.
Κάπου πετρώνει το αβάσταχτο.
Στον τελευταίο φυλάσσονται όσα δεν έζησες.

Την ταΐζεις.
Τη μεγαλώνεις μέχρι να σε καταπιεί.

Κι όταν το κτήνος ρεύεται ιστορίες,
εσύ, μέσα στην κοιλιά του,
στήνεις ξανά τη ζωή σου, λειψή,
με όσα κομμάτια εκείνο διάλεξε να μη φτύσει.

Η σιωπή που μένει στο τέλος
είναι η απόδειξη πως το γεύμα τελείωσε.