«Ἐξερχόμενοι δὲ εὗρον ἄνθρωπον Κυρηναῖον ὀνόματι Σίμωνα· τοῦτον ἠγγάρευσαν ἵνα ἄρῃ τὸν σταυρὸν αὐτοῦ.» (Κατά Ματθαίον 27:32)
Ήξερε από βάρη ο Σίμωνας.Δεν είχε κι επιλογή.
Άφησε το αλέτρι στην άκρη του δρόμου.
Τα χέρια, γεμάτα ρόζους και δίκαιο χώμα,
σήκωσαν τη μηχανή θανάτου
στον ιδρωμένο ώμο.
Περπατούσε με τα μάτια στη γη,
αμίλητος, μετρώντας την ανάσα,
μεταφέροντας το ξύλο του μαρτυρίου
σαν να ήταν η τελευταία σοδειά της ημέρας.
Κι όταν ανέβηκαν στην κορυφή του λόφου,
και τον αλάφρωσαν απ’ το ξένο βάρος,
έμεινε για λίγο γερμένος στο ξύλο,
ξέπνοος,
σαν ζώο δουλεμένο που ακόμα οι μυς του τρέμουν,
αιωρούμενος σε μια σκληρή σιωπή:
λύτρωση που η δική του αγγαρεία τέλειωσε,
ή συντριβή,
που το μαρτύριο απλώς άλλαζε πάλι ώμο;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου