Τον αντάμωσα στην προκυμαία ενός παλιού καρνάγιου, εκεί που τα σκαριά σαπίζουν δίπλα σε σκουριασμένα βαρούλκα. Φορούσε ναυτικό τζάκετ, ξηλωμένο, τα χέρια του τραχιά απ’ την άρμη, τα μάτια του ήρεμα. Άντρας του πελάγους. Έπινε ουζάκι και κάπνιζε τσιμπούκι.
«Περιμένεις το πλοίο για το νησί;» τον ρώτησα. «Δε βαριέσαι», μου είπε, «κι ο νόστος απάτη είναι· πάντα λείπεις όταν φτάνεις. Πατρίδα μου είναι πια η Λήθη. Αυτή με αδειάζει από εμένα και γίνομαι επιτέλους ο Κανένας. Κάποτε, ξέρεις, Ούτις συστήθηκα και σώθηκα».«Και το σπίτι; Το παιδί; Ο θρόνος;» επέμεινα. Χαμογέλασε πικρά. «Σπίτι είναι εκεί που δεν σε ξέρει κανείς». Πέταξε το εισιτήριο στο νερό.
«Κι έπειτα», είπε, καθώς χανόταν στο σκοτάδι της προκυμαίας, «ποτέ δεν γυρίζεις πίσω στον άνθρωπο που άφησες».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου