Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει

όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα

έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω

πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες...

Τρίτη 5 Αυγούστου 2025

Σαν να Μην Περάσαμε Ποτέ

Σήμερα εσύ.
Αύριο άγνωστος στη θέση σου.
Ένα κλειδί αλλάζει χέρια
πριν φύγει η ζέστη της παλάμης.

Άλλοι ξεκλειδώνουν με το κεφάλι σκυφτό,
κι άλλοι τινάζουν ρύζια από τα πέτα.
Κάποιοι μετρούν υπερωρίες αμίλητοι,
δίπλα, μια ανάσα μετράει το τέλος της.
Στα δωμάτια με ξένα ονόματα,
η αλήθεια κρύβεται κάτω από το κρεβάτι
κι η αγάπη διαρκεί όσο το νοίκι της ώρας.

Άλλα με κρύσταλλα και σιωπηλά χαλιά,
κι άλλα με μια γυμνή καρέκλα απέναντι στον τοίχο.
Στο τέλος, όλες οι πόρτες κλειδώνουν την ίδια λήθη πίσω τους.
Καταπίνουν ψιθύρους, ιδρώτα και αγωνίες
και τα αλλάζουν μαζί με τα σεντόνια.

Στις δώδεκα, το δωμάτιο περιμένει καθαρό,
σαν να μην περάσαμε ποτέ.

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2025

Τα μόνα της ζωής του ταξίδια

Στον ύπνο του κάνει τα πιο ωραία ταξίδια.
Ονειρεύεται τόπους μακρινούς,
γλιστρά σε παζάρια της Ανατολής,
σε μπαχάρια και καμένο λιβάνι,
αναρριχάται σε κορυφές σκαρφαλωμένες
πάνω απ’ τα σύννεφα.
Αγγίζει παγωμένα νερά σε φιόρδ,
χάνεται σε αχανείς ερήμους
κάτω από ουρανό με δυο φεγγάρια.
Διασχίζει δρόμους από γυαλί και σίδερο
σε μεγαλουπόλεις με ουρανομήκη κτήρια
και ακούει τη βουή ωκεανών
να σπάνε με ορμή πάνω στο πλοίο.
 
Πάντα ξυπνά ναυαγός
στου καναπέ το μπλε βελούδο
ή στα γαλάζια του σεντόνια,
ξαπλωμένος ύπτιος στο κρεβάτι,
με φύκια στα μαλλιά
και αχινούς στο στόμα.

Κυριακή 15 Ιουνίου 2025

Δώδεκα Παρά Πέντε

Σκρολάρω πάνω σε πολυκατοικίες 
ξεκοιλιασμένες.
Στην Τεχεράνη ο φώσφορος ξερνάει ήλιο 
πριν αλέκτορα φωνήσαι.
Στο αναδυόμενο παράθυρο προσφορά: 
Πίτσα σπέσιαλ, -30%.
Πεινάω.
Το Ιράν κείται μακράν.
Η πόλη καίγεται.
Η προσφορά λήγει τα μεσάνυχτα.
Καρφώνω το δάχτυλο στο «παράγγειλε τώρα».
Το κουδούνι θα χτυπήσει δώδεκα παρά πέντε.
Πριν μαζευτούν οι μύγες.

Τρίτη 11 Μαρτίου 2025

C' est la vie

Οι παλιοί μου φίλοι· 
σοδειά που σαπίζει στα αζήτητα. 
Στα παζάρια της πόλης ψηλαφώ 
τα παλίμψηστα πρόσωπά τους.
Σκάβω το παλιό μας χώμα. 
Μετρώ τη δική μου υποχώρηση. 
Ψάχνω τη λέξη μου 
κάτω από τις στρώσεις των άλλων, 
ξεθάβω το οικείο πρόσωπο.

Μα πιο πολύ σκοντάφτω 
στις προεξοχές της απουσίας μου. 
Οι ρυτίδες τους 
ξένα χαρακώματα. 
Τα βλέμματα 
κατοικημένα από άγνωστους έρωτες.

Ποια χέρια, άραγε, 
έγραψαν τη συνέχεια αυτού του ξένου;

Στον τυπικό αποχαιρετισμό 
οι αγκώνες μας βρίσκουν αέρα. 
Τα μάτια κλειστά, 
μην προλάβουν 
να με δουν 
όπως τους είδα.

Ύστερα οι σακούλες βαραίνουν. 
Το βουητό της μέρας 
καταπίνει αναμνήσεις κι ονόματα. 

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2025

Ανηξεριά


Ήμουν στην αρχή,
όταν μου φανερώθηκε το τέρμα. 
Κοίμισα το θεριό μέσα μου 
και συνέχισα σαν να μην ξέρω. 
Έκτοτε, λοξοκοίταζα τους παλιούς· 
μετρούσα το βήμα τους 
κι ησύχαζε η ψυχή μου.

Τώρα, στα μισά, περπατώ ακόμη. 
Μα οι νέοι συνοδοιπόροι με ταράζουν. 
Προσπερνούν γοργά, 
ξυπνούν μέσα μου τον Λύκο.

Όχι, δεν φθονώ το βήμα τους. 
Φοβάμαι μόνο μην τους δω, 
με την ορμή της άγνοιάς τους, 
να κόβουν πρόωρα 
το νήμα.

Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2025

Αγέλαστος Πέτρα

Στις μάνες της κοιλάδας

Στενεύει ο κόσμος.
Σαν πέρασμα από λαιμό.
Τα βράχια καταπίνουν τη φωνή
συγκαλύπτουν το έγκλημα.

Μια μαύρη λάμψη τυφλώνει το χώμα,
μια αρπαγή πριν από την κραυγή.

Από τότε, μια μάνα στην πέτρα.
Με χέρια άδεια.
Τη μνήμη ενός βάρους
που δεν υπάρχει πια.

Δεν κλαίει.
Εδώ το δάκρυ πέτρωσε
πάνω στον χρόνο.
Όλα πια μένουν
στην κόψη.

Τα περάσματα ανοιγοκλείνουν.
Εκείνη, ακίνητη.
Θεά μαρμαρωμένη.
Η γη κάτω απ’ τα πόδια της
πέτρα.
Άγονη.

Όποιος σταθεί κοντά της,
νιώθει το στόμα του στεγνό.
Ξεχνά τη μηχανική του γέλιου.

Κι όποιος την κοιτάξει κατάματα,
βλέπει στο πρόσωπό της τη γη
που θερίζουν
τον καρπό της.

Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2024

Πρώτο Νερό

Το σκέπασμα απόψε
ζυγίζει τόνους.

Έξω
η βροχή δουλεύει με το ρολόι,
τρυπάει
τη στέγη, τρυπάει τη σιωπή,
μετράει
την απόσταση από το κρεβάτι μου
μέχρι το υγρό σου χώμα.

Πάντα με σκέπαζες εσύ.
Τώρα
η κίνηση έγινε μια χαρακιά στη μνήμη,
μια αυπνία που παραμονεύει στις υδρορροές.
Με τρώει η σκέψη
πως εσύ, που φοβόσουν πάντα το κρύο,
έμεινες
εκεί, στην άκρη του κόσμου,
να συλλαβίζεις την παγωνιά της πρώτης βροχερής νύχτας.
Φρουρός που του έκλεψαν τη βάρδια
ακούω
το νερό να πέφτει
και ντρέπομαι που είμαι στεγνός,
ντρέπομαι
που ο τοίχος μου αντέχει,
κι εσύ γίνεσαι ένα με τη βροχή,
κάτω
από ένα σκέπασμα που δεν ζεσταίνει πια.

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2024

Το νωρίς και το αργά

Μου πετούσες το «ποτέ δεν είναι αργά»
σαν σωσίβιο,
κάθε που βούλιαζα στον βυθό μου.
Θύμωνα με τη σιγουριά σου,
μα δούλευε.
Σου αντιγύριζα το «ποτέ δεν είναι νωρίς»,
με την άγνοια τραγικού ήρωα.
Τώρα ο χρόνος έσπασε στα δύο.
Για σένα, το «αργά» κλείδωσε
στην πέτρα που σε σκεπάζει.
Κι εγώ,
ξανά στον ίδιο βυθό,
παλεύω μ’ ένα «νωρίς» που με πνίγει.
Η μνήμη σκάβει το χώμα,
μου πετάει στα μούτρα τη φωνή σου:
«Ποτέ δεν είναι αργά».

Λάθος, μάνα.
Εδώ που φτάσαμε,
το «ποτέ» στέκει ολόγυμνο.
Δεν παίρνει άλλο επίρρημα.

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2024

Τα Κυπαρίσσια των Κοιμητηρίων

Τη νύχτα, 
τα κυπαρίσσια των κοιμητηρίων 
μετρούν το ύψος της σιωπής.
Τη μέρα 
κατακρατούν στα φύλλα τους 
τον θρήνο των συγγενών.
Στα κυπαρισσόμηλα ιδίως 
φυλακίζουν 
το μοιρολόι των μανάδων. 
Το αφήνουν μόνο 
όταν σκάνε στη γη, 
για να ’χει πείρα ο χαμός. 
Να μη μας βρίσκει η απώλεια απαράσκευους.
Με την ευθυτενή κορμοστασιά τους 
δείχνουν επίμονα τον ουρανό 
 σε κείνους που κοιτούν την πλάκα, 
τον άνθρωπό τους κάτω απ' τη γη.
Κι οι ρίζες τους 
σέβονται τους νεκρούς. 
Δεν ανασηκώνουν ποτέ 
τις μαρμάρινες πλάκες 
της ησυχίας τους.

Σάββατο 30 Μαρτίου 2024

Κυριακή 17 Μαρτίου 2024

Δήλωση

Τα πόδια μου ξέχασαν τη βολή του τροχού.
Δυο έμβολα από δέρμα και νεύρα
καταπίνουν την άσφαλτο μέτρο μέτρο.
Τρέχουν πιο γρήγορα απ’ τις λέξεις.
Το ένα μπροστά.
Το άλλο ξοπίσω να καταδιώκει.

Σε φανάρια ή σε απρόοπτες συναντήσεις
κοκκαλώνουν.
Ξαναπιάνουν ρυθμό
με την ένταση του αίματος.

Λαμαρίνα γιοκ.
Μόνο εγώ και η άσφαλτος
σε μια διαρκή χειραψία.

Όταν το βράδυ η πόλη σβήνει,
απομένουν
δυο κουρασμένα ζώα,
μαλλιά ανακατεμένα,
μάτια που ακόμη φωσφορίζουν.

Κι αν κάτι πάνω μου ασφάλιζα ποτέ,
τα δυο μου πόδια θα ’ταν.

Γι’ αυτό κι όταν με ρωτάνε,
δηλώνω περιπατητής
κι ουδέποτε ποιητής.

Τρίτη 12 Μαρτίου 2024

Φωνήεντα για τα Πουλιά

Χθεσινά Οστά

Τα λερωμένα της μέρας, 
φίδια στο πάτωμα. 
Το βάρος γλιστρά στο σεντόνι, 
οι ρίζες ξεραίνονται, 
τα δακτυλικά αποτυπώματα καίγονται. 
Ξεριζώνω φωνήεντα απ’ τον λαιμό 
και ταΐζω τα πουλιά. 
Ψέματα κι αλήθειες, 
ιδρώτας που στέγνωσε. 
Ονόματα και τόποι, 
σκόνη πάνω σε κλειστή οθόνη. 
Ποιος αναπνέει όταν το πρόσωπο λείπει; 
Μια κλωστή χωρίς αρχή και τέλος, 
ένας ίσκιος δοκιμάζει 
να μπει σε μια πατρίδα 
που δεν τον χωρά. 
Το πρωί το δέρμα θυμάται απρόθυμα το σχήμα του. 
Φοράω ξανά εαυτό και καθαρά ρούχα. 
Καινούργιος, με χθεσινά οστά. 

Τ’ ακούω να τρίζουν.

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2024

Χνάρι κανένα

 Το πρόβλημα με τα αδιέξοδα δεν είναι η πέτρα τους.

Είναι η ψευδαίσθηση πως μπορείς, τάχα,
να τυλίξεις τον μίτο
και να βρεθείς πάλι στην αρχή.

Μα το νήμα είναι η ίδια σου η φλέβα.
Πίσω σου δεν υπάρχει γεωγραφία.
Ο δρόμος της επιστροφής δεν είναι χώμα.
Είναι ένα πεινασμένο στόμα.
Καταπίνει τις πατημασιές σου
μόλις σηκώσεις τη φτέρνα.

Χνάρι κανένα.

Εσύ και το αδιέξοδο.

Οι αρμοί του έχουν το σχήμα της σιωπής σου.
Σε κάθε πέτρα, πελεκημένο,
το πρόσωπό σου
σε κοιτάζει κατάματα
απ’ την άλλη πλευρά του χρόνου.

Κυριακή 3 Μαρτίου 2024

Σύσταση

Όταν πρωτοβγήκε απ’ το χώμα,
στην αυλή του πατρικού
έπλαθε οροσειρές
και βύθιζε τον κόσμο σε πηγάδια.
Το βράδυ η μπανιέρα ξέπλενε την πλάση·
ένα καφέ ποτάμι
έπνιγε την υπομονή της μάνας.
Ύστερα το χώμα έγινε ξένο.
Έκοψε τα πολλά μαζί του.
Το αγόραζε μόνο σε πλαστικές σακούλες,
αποστειρωμένο, με ονομασία προέλευσης.
Μελετούσε ποσοστά, άζωτο, τύρφη,
να προκόβουν γεράνια και ντομάτες.
«Θέλω να ξέρω τι τρώω», έλεγε.
Δικαιολογίες.
Απλώς θυμόταν.
Κι ετοιμαζόταν για την επιστροφή:
εκεί που η μούρη τρώει χώμα,
εκεί που το χώμα
διαβάζει τη δική σου σύσταση.

Πέμπτη 28 Σεπτεμβρίου 2023

Πεινασμένες απορίες

Ο μη εργαζόμενος
μηδέ εσθιέτω.
Σύμφωνοι.
Μα ο άνεργος;
Να κάνει τι;
Να δέσει τα έντερά του
κόμπο;
Να σβήσει έτσι άσιτος,
και παράσιτος;