Στα βράχια της Μήλου, στα στενά του Ορμούζ, στις πεδιάδες της Ουκρανίας
Η Πυγμή δεν ψάχνει φύλλα συκής,
Αιώνες τώρα.
Ας είναι ο χρόνος ένας κύκλος,
μια αφαίρεση,
μια διαρκής πιθανότητα.
Εγώ, με κάποιο παρελθόν
-και μέλλον, ποιος το ξέρει;-
τον υποδέχομαι
με το σοφό τερέτισμα του τζίτζικα
που τραγουδά τον ίδιο του τον θάνατο.
Δεν μου ανήκει ούτε ο πόνος
ούτε η δόξα μου.
Το παρελθόν μου,
σώμα που σαπίζει σε ξένους τάφους.
Το μέλλον μου δεν με περιέχει.
Δεν το γνωρίζω.
Δεν με ξέρει.
Μου ’μεινε τούτη η μόνη περιούσια στιγμή·
αφανής,
στου δέντρου τον κορμό ανεβασμένος,
εγώ -ο τέττιγξ- ψάλλω το τραγούδι μου,
ξεχνώντας την πολύχρονη ταφή μου
προτού δω το φως του ήλιου,
μα και τον θάνατο
που θα ’ρθει με το πρωτοβρόχι.
Ψάλλω ωδή
στον Ενεστώτα Χρόνο.
Κατοικώ πια στις λέξεις μου.
Μετακόμισα
σε εκείνο το διάστημα ανάμεσα
στο βλέμμα και στο είδωλο.
Είμαι θόρυβος που επιμένει
στη συχνότητα της μέρας.
Μια εκκρεμότητα στο συρτάρι.
Θρίαμβοι και ήττες
είναι δέρμα που ξεράθηκε,
ρούχα που χάρισα σε περαστικούς.
Είμαι η στιγμή
που το χέρι διστάζει
πριν την υπογραφή,
πριν το χάδι,
πριν τον φόνο.
Είμαι αυτό που περισσεύει
όταν όλα έχουν ειπωθεί.
Homo sum: humani nil a me alienum puto, Terence, Heauton timorumenos, 77*
Είμαι λευκός και λίγο μαύρος.
Πλούσιος κι άπορος μαζί.
Λίγο μικρός, λίγο μεγάλος.
Άσχημος κάπως κι ευειδής.
Είμαι εγώ μα είμαι κι εσύ.
Και θα μπορούσα να είμαι κι άλλος
αν άλλο γάλα είχα πιει.
Είμαι παιδί τυχαίου χάρτη
που τον ορίζει από την αρχή.
Στον καναπέ βουλιάζει η θέση σου,
σκυλί του δρόμου κάποτε, στην άγρια νιότη.
Του σαλονιού σου ορίζεις πια τη γεωγραφία.
Ονειρεύεσαι επαναστάσεις,
κάπως αστείος
με τις πιτζάμες και τις παντόφλες παρά πόδα.
Συνομιλείς με τον Ερνέστο,
που σε κοιτάζει ακίνητος στο κάδρο,
και πνίγεις τους φασίστες
μες στο χλιαρό σου το φασκόμηλο.
Άσπρα καράβια τα όνειρά σου·
τα έσερνες κάποτε
σε δρόμους, πλατείες, οδοφράγματα.
Τώρα μπερδεύτηκαν με τα άσπρα σου μαλλιά,
ρίξανε άγκυρα
στου νου σου τις ρυτίδες.
Κουφάρι άδειο,
το σέρνεις
σε άνευρες και ισχνές διαδηλώσεις.
Οι σύντροφοι λάκισαν στον πηγαιμό,
κι όσοι απόμειναν
φωτογραφίζονται μαζί,
με αίμα στα δόντια.
Με τη λύσσα της δικαίωσης στα ούλα,
σφίγγεις τα ξέφτια της παντιέρας
και περιμένεις την έκρηξη.
Να σε λυτρώσει.
Έκοψες το τσιγάρο.
Πέταξες τα σπίρτα.
Το δήλωσες δημόσια·
Τώρα φοράς λευκό πουκάμισο
και αερίζεις τις αίθουσες των συσκέψεων.
Μα χρόνια κρύβεις το τελευταίο πακέτο στο συρτάρι.
Πίσω από τις εγκυκλίους,
δίπλα στις υπογραφές.
Το ανοίγεις.
Μετράς τα τσιγάρα.
Μετράς τους δρόμους.
Αύριο υπογράφεις
την απαγόρευση του καπνίσματος
στους δημόσιους χώρους.
- Ώρα έχετε;
τη ρώτησα.
Εκείνη
πήδησε στον γκρεμό.
Δεν λογάριαζα
αυτή την απάντηση.
Με τρώνε οι τύψεις.
Τουλάχιστον, στο εξής,
θα προσέχω
τις ερωτήσεις μου.
Αγαπημένη μου,
δε μου συγχώρησες ποτέ την προδοσία σου.
Το νιώθω.
Αν όμως κάποτε μάσησες το όνομά μου σαν σπασμένο γυαλί,
αν γύρεψες καταφύγιο στον γκρεμό του σώματός μου,
αν βύθισες τα χέρια σου στην ανοιχτή πληγή μου,
συγχώρησε τον εαυτό σου.
Ο έρωτας δεν είναι λευκή σημαία.
Δεν είναι συμβόλαιο να στάξεις ψυχρό μελάνι.
Γράφεται με νύχια που ξεσκίζουν τη ράχη.
Με κυνόδοντες που χαράζουν πορφυρά μισοφέγγαρα στην καρωτίδα.
Είναι σφαγείο ο έρωτας, Αγαπημένη.
Σερνόμαστε απ’ το μέτωπο με γόνατα γδαρμένα στα χαρακώματα,
με ιδρώτα που μυρίζει σκουριά,
με μελανιές να ανθίζουν στους ώμους,
με αίμα στα χέρια
που δεν ξέρουμε πια σε ποιον ανήκει.
Στον έρωτα προδίδεις πάντα εκδοχές του εαυτού σου.
Μια σαπίζει στο κατώφλι.
Άλλη φεύγει με σπασμένα πλευρά.
Κι άλλη επιστρέφει σέρνοντας τα πόδια της,
με τα χείλη φαγωμένα απ’ τα ίδια της τα δόντια.
Κρατώ ακόμη τη γεύση αυτού του αίματος
στη γλώσσα μου.
Και περιμένω.
Το λουρί χαλάρωσε στο πεζοδρόμιο.
«Χρόνια πολλά».
Οι λέξεις της κύλισαν μπροστά μου
σαν νομίσματα από ξένη τσέπη.
Το χέρι μου έσφιξε το παλτό.
«Συγγνώμη, γνωριζόμαστε;»
Ένα αυτοκίνητο πέρασε.
Ο σκύλος μύριζε έναν στύλο.
Το πρόσωπό της, ανοιχτό.
«Όχι», είπε.
«Έτσι συνηθίζουμε σήμερα».
Το σακίδιο βάρυνε στους ώμους μου.
Ο σκύλος όρθωσε τ’ αυτιά.
Το λουρί τεντώθηκε ξανά.
Η ευχή μου κόλλησε στον λαιμό.
Δεν ξέρω αν την άκουσε.
Έφυγαν.
Έμεινα στο τσιμέντο
να κρατάω ένα κουτί
που δεν ήξερα
πώς να ανοίξω.
Στις πλατείες, η πόλη φοράει περούκα.
Στολές ραμμένες στα ξέναΈμεινα με τον σπάγκο κομμένο.
Ο ουρανός, κλουβί χωρίς κάγκελα.
Κάθε βουτιά στο θήραμα, πρόβα να ριζώσει.
Τον έλκει η πέτρα.
Πεινάει για χώμα.
Το ελεύθερο πέταγμα, εξορία στη μοναξιά.
Η σφαίρα τον λυτρώνει.
Του επιστρέφει το βάρος που του έλειπε.
Πέφτει.
Ακίνητος. Γήινος.
Ασφαλής απ’ το κενό.
Στην επόμενη ζωή, θα έρπει.
Χωρίς ορίζοντα.
Με τη ζέστα της κοπριάς στην κοιλιά.
Ο σκαντζόχοιρος δεν έχει κρίση.
Μόνο αγκάθια.
Το σώμα προλαβαίνει τη σκέψη.
Τρομαγμένος και τρομακτικός.
Να μη ματώσω.
Όταν ανοίγω ξανά,
η παλάμη σου έχει τραβηχτεί.
Μένω με τα όπλα μου.
Ακέραιος.
Ασφαλής.
Τελεσίδικα μόνος.
Στο καβούκι της, το ανάγλυφο της ζωής.
Άκουσε τις βόμβες να πέφτουν.
Το άροτρο να σκίζει τη γη.
Το σύρσιμο μιας βαλίτσας.
Δύο αιώνες σέρνεται.
Μέτρησε τρεις γενιές νεκρών.
Ορφανή κι άτεκνη.
Κανένα χέρι πάνω της.
Κανένα στόμα να θρέψει.
Κουβαλάει όλο της το έχει.
Αργά.
Η σοφία της είναι η τσιγκουνιά της ανάσας.
Επέζησε, γιατί δεν βιάστηκε να φτάσει.
Κι εσύ ακόμα τρέχεις,
σε αγώνα από την αρχή χαμένο.
Τρέμει το χέρι στον εξάντα.
Οι σημειώσεις, χάρτες ναυαγίων.
Όσο το σώμα ήταν ελαφρύ
κι ο ήλιος έκαιγε στη χούφτα,
ήμουν τυφλός.
Αγνοούσα την Άρκτο·
είχα τον ουρανό στην τσέπη.
Τώρα, σημαδεύω με ακρίβεια τον Σείριο.
Μα η κόρη αρνείται το φως.
Έμαθα τις τροχιές των άστρων,
όμως η νύχτα μού σφαλίζει τα μάτια.
Σπατάλησα το φως.
Ούτε ένα δράμι απόθεμα
για τη φωτιά
που έμαθα, αργά, ν’ ανάβω.
Λατινικά διατάγματα
σφραγισμένα με ντόπιο αίμα.
Το ασβεστολιθικό δέρμα ξεφλουδίζει.
Αποκαλύπτει λάσπη
και τρίχες ζώων.
Μια τάφρος ανασαίνει σκοτάδι,
ψίθυροι ψημένοι
στον ήλιο της ερήμου.
Κάτω από τη Λότζια
τα κεραμίδια
καίνε ακόμη
απ’ τη φωτιά του Φωκά.
Λιθάρι που διψά.
Κρήνες με μαρμάρινα στόματα
στερεμένες από ροδόνερο.
Κι οι μιναρέδες,
κομμένα δάχτυλα,
δείχνουν
έναν εξόριστο θεό.
Στον Λάκκο,
ένα κεντημένο κιλίμι της Σμύρνης
στεγνώνει
πάνω στην ενετική ντάπια.
Χάνδακας.
Κάντια.
Μεγάλο Κάστρο.
Ηράκλειο.
Άλλα ονόματα.
Άλλα οστά.
Τον ίδιο τάφο ψηλώνουν.
Στην πίσω τσέπη των τειχών, η γούβα.
Όλα τα απόνερα της πόλης κατρακυλούσαν εδώ.
Φερτά υλικά και σώματα διωγμένα.
Σπίτια-κουρελούδες, ραμμένα με σιωπή.
Μια τρύπα που κατάπινε αποτσίγαρα κι ιστορία.
Ο καπνός έδενε κόμπο την ανάσα,
μια χορδή έγδερνε το κόκκαλο της νύχτας.
Στις γωνίες κόκκινες λάμπες.
Το αίμα στέγνωνε πριν γίνει κραυγή.
Νταβατζήδες μετρούσαν χρυσά δόντια
και πλαστικές σύριγγες στη λάσπη.
Τώρα, στρώση σπρέι στο σάπιο δόντι.
Γκουρμέ πιάτα, δερμάτινα σανδάλια, εσπρέσο.
Από πάνω, ένας τσιμεντένιος Φαραώ
κρύβει τον ήλιο.
Αν όμως ξύσεις τον φρεσκοβαμμένο τοίχο,
ακούγεται ακόμη ο βήχας των προσφύγων.
Ο σοβάς ξερνά
σπέρμα, χασίσι, φτηνό οινόπνευμα.
Στη νότια ραφή της πόλης,
οι κόκκινες κολώνες του Έβανς,
ένα ξεδοντιασμένο στόμα.
Ο λαβύρινθος έχασε την οροφή του·
έμειναν μόνο χαράγματα στο χώμα.
Ο ένοικος έλειψε.
Μα το θηρίο δεν πέθανε·
άλλαξε δέρμα και κρύπτη.
Ο φόρος αίματος εισπράττεται
από νέους που καταφθάνουν ακίνητοι.
Μπαίνουν στις νέες καταπακτές
με τη ζέστη του κρεβατιού στο δέρμα.
Ταΐζουν τα νιάτα τους στον αλγόριθμο,
παίζοντας το αρχαίο δράμα σε οθόνες AMOLED.
Ο Θησέας λιποτακτεί στον πρώτο διάδρομο.
Ο Δαίδαλος χρεοκοπεί πουλώντας σχέδια πτήσης.
Κι η Αριάδνη κόβει με τα δόντια τον μίτο,
τον δένει θηλιά στον ουρανίσκο της.
Πίσω στην Κνωσό, οι πέτρες κρυώνουν.
Το αληθινό σφαγείο ανασαίνει δίπλα τους.
Το νερό θυμάται το σχήμα κάθε πνιγμένου.
Κρατά το κενό που άφησε ο θώρακας
την τελευταία φορά που ζήτησε αέρα.
Τη γωνία του γόνατου,
όταν η βάρκα έγινε ξύλο και το ξύλο βυθός.
Εκεί κάτω, το αλάτι δεν διαβάζει ονόματα.
Μένει μόνο το εκτόπισμα των σωμάτων.
Το νερό σέβεται τις λεπτομέρειες:
την καμπύλη της πλάτης,
τη γροθιά που έσφιξε το ψεύτικο σωσίβιο,
το μικρό σχήμα ενός παιδιού.
Το Αιγαίο γεμίζει κενά.
Στο σκοτάδι, το ρεύμα τακτοποιεί τα βάρη του.
Η νέα πατρίδα είναι πανδέγμων.
Στοιβάζει τα σχήματα
σε μια πυκνή, σιωπηλή ταρίχευση.
Στέκονται μετέωρα στο ρεύμα,
σε μια βίαιη συσσωμάτωση με χέρια ανοιχτά.
Στο πρώτο φως η επιφάνεια σιδερωμένη.
Λέμε πως η θάλασσα γαλήνεψε.
Μα το νερό θυμάται.
Μας επιστρέφει το βάρος.
Εμείς, πάλι,μετράμε το ύψος του κύματος,
διαβάζουμε τα ανεμολόγια
και φυσάμε πίσω την ευθύνη
με όση ανάσα μας περίσσεψε.
I.
Ο χειμώνας φοράει
το τοπίο
ανάποδα.
II.
Η άνοιξη είναι
από τη φύση της
κοκέτα.
III.
Το καλοκαίρι καίει
τις ενοχές
του σώματος.
IV.
Το φθινόπωρο επιστρέφει
στο γυμνό.
Μάνα, κόψε τα νανουρίσματα.
Μην ξαγρυπνάς στο προσκεφάλι μου.
Και προπαντός, πάψε να με ξυπνάς.
Είμαι μεγάλος πια.
Κι εσύ
δυο χρόνια τώρα
πεθαμένη.
Δευτέρα
Αφαιρώ τα επίθετα σαν να βγάζω καρφιά από παλιό τοίχο.
Στο τέλος, μένει μόνο η τρύπα.
Ακουμπώ το μάτι μου.
Σκοτάδι.
Τρίτη
Μεταφέρω τη θάλασσα στο δωμάτιο με τις χούφτες.
Στο χαλί φτάνει μόνο αλάτι και υγρασία.
Μετράω τα υπολείμματα.
Τετάρτη
Ανοίγω ένα παλιό τραύμα με το νυστέρι.
Εξετάζω τα εντόσθιά του χωρίς αναισθητικό.
Ο νους μου στο μαχαίρι.
Πέμπτη
Ταΐζω το χαρτί με τις σπαταλημένες ώρες.
Το κήτος παχαίνει.
Εγώ λιγοστεύω.
Παρασκευή
Μαζεύω πέτρες που πετούν στα σκυλιά.
Τις πλένω.
Τις βάζω δίπλα στα κρύσταλλα.
Απέχουν με πείσμα ορυκτού.
Σάββατο
Τρίβω τη σελίδα με γυαλόχαρτο.
Η λέξη λεπταίνει.
Ξύνω μέχρι να φανεί το ξύλο.
Μέχρι να πιαστεί το χέρι.
Κυριακή
Ταξινόμηση εργαλείων.
Καθαρισμός της πληγής.
Τα εργαλεία καθαρά.
Το χέρι ακόμα βρώμικο.
Η ποίηση δεν σώζει.
Τα δεινά επιστρέφουν με προβιά νέα.
Η Ιστορία ξαναδένει τα κορδόνια της.
Βηματισμός χήνας δονεί το πλακόστρωτο.
Το γρασίδι πνίγεται κάτω απ’ τη μπότα.
Ένας σωτήρας υψώνει τη μπαγκέτα.
Πρώτα τρελός. Θεός μετά.
Ιαχή στο μπαλκόνι.
Σιωπή στο σφαγείο.
Η ελπίδα ακονίζει μαχαίρι.
Η γνώση νιώθει πρώτη το κρύο μέταλλο.
Αιμορραγεί στο χαρτί της·
μένει η φρίκη της λεπτομέρειας.
Βλέπω ήδη τις πιτσιλιές στον τοίχο,
τους συνεπιβάτες να μεθούν απ’ την ταχύτητα.
Τη διάψευση ικετεύω.
Με δικάζει η επιβεβαίωση.
Επιταχύνουμε.
Ο τοίχος περιμένει.
Πάντα περίμενε.
Στέκεσαι στην κόψη.
Ένα πόδι στο χώμα, ένα στον γκρεμό.
Δένεις τον Θάνατο.
Κλέβεις απ’ τη ζωή ένα χαμόγελο:
κρασί και στήθος γυμνό.
Για μια νύχτα ο κόσμος δεν τελειώνει.
Ύστερα, η αιωνιότητα εκδικείται τη σάρκα.
Η Πέτρα είναι τεράστια.
Η Πλαγιά, ατελείωτη.
Ο ώμος σου σπάει,
ποτάμια φουσκώνουν στον λαιμό.
Το μάγουλο ριζώνει στην ψύχρα του βράχου.
Ο ιδρώτας ζυμώνει τη λάσπη.
Αίμα στα γόνατα.
Στην κορυφή η βαρύτητα κερδίζει.
Ο βράχος φεύγει.
Κοιτάς τον ουρανό και γελάς.
Δεν λογαριάζεις ύψος, ούτε κλίση, ούτε κόπο.
Ξέρεις πια:
στην ίδια πέτρα σκοντάφτεις.
Πάντα.
Με το χαμόγελο που ξεγέλασες τον Θάνατο,
σκύβεις.
Καμία αντίσταση.
Κανένα παράπονο.
Το φορτίο σε περιμένει.
Ο βράχος γίνεται προέκταση του κορμιού σου,
δικό σου βάρος.
Τον σπρώχνεις.
Πάνω.
Πάνω.
Πάνω.
Μέχρι το τελευταίο γόνατο να σπάσει.
Μέχρι η ανάσα να κολλήσει στα δόντια.
Μέχρι το τελευταίο χαμόγελο να γίνει πέτρα στα χείλη.
Όλα καλά.
Πεπρωμένο που το κοίταξες κατάματα, αυτοκτονεί.
Αξιώθηκες πάλι την κορυφή.
Με το σώμα συνήθισε κι ο νους.
Στην κόγχη του ματιού, η άλλη πλαγιά.
Εκεί, η κατηφόρα δεν έχει όνομα.
Το κενό χάσκει αχαρτογράφητο.
Μια σπρωξιά κι η κατάρα σπάει.
Όμως το χέρι παγώνει.
Το μάτι σκοντάφτει στις ξένες πέτρες,
σε αιχμές που δε σε πλήγωσαν,
σε γκρεμούς που δεν μέτρησες με το αίμα σου.
Το σώμα ζητά τη γνώριμη πληγή.
Τα δάχτυλα κλειδώνουν στις παλιές εσοχές.
Μηχανικά, σαν προσευχή,
κλωτσάς τον βράχο πίσω.
Στο δικό σου αυλάκι.
Ο ήχος της πέτρας στο ροβόλημα, νανούρισμα.
Ανασαίνεις βαθιά. Ησυχία.
Η φυλακή σου είναι ασφαλής.
Είσαι πάλι ο Σίσυφος.
Η πέτρα κυλά.
Όπως πρέπει.
Το βουνό εκτελεί το έργο του.
Η κλίση βοηθά.
Κι εσύ εκεί.
Αχθοφόρος της ανάγκης.
Η πέτρα σου κρύβει το πρόσωπο.
Το σώμα σου μοχλός.
Οι μύες συσπώνται.
Παράγουν έργο.
Η βαρύτητα καταπίνει τη θέληση.
Μετράς μόνο διανύσματα.
Η τροχιά αγνοεί το δίκαιο.
Η ουράνια μηχανική
επιτάσσει τα μέλη σου για να κινηθεί.
Τρίβει τα κόκαλα,
να γίνει αυτό που πρέπει:
Η πέτρα κάτω.
Εσύ πάνω.
Η εξίσωση γέρνει.
Δεν υπάρχει λύση εδώ, ούτε επιμύθιο.
Μόνο κίνηση που επαναλαμβάνεται, αέναη όσο υπάρχουν άνθρωποι.
Στα χείλη του ποτηριού
μια μύγα χορεύει.
Ένας λευκός ωκεανός την καλεί.
Το στομάχι ζητά σταγόνα·
το μάτι ποταμό.
Κυκλώνει το υγρό,
χαράζει τον χώρο.
Δοκιμάζει λαίμαργα
το κρύσταλλο.
Γλιστράει.
Το γάλα τη ρουφά
σαν μαύρη τρύπα.
Θάνατος εν αφθονία.
Κι εσύ, σκυμμένος πάνω απ’ το ρυπαρό ναυάγιο,
ψηλαφείς με τρόμο τον λαιμό σου:
πόσους ποταμούς αντέχει;
Στην πηγή το νερό αρνείται το όνομά του.
Ξεχύνεται άναρχο,
αγνό,
άκτιστο.
Ύστερα εγκλωβίζεται σε σχήμα.
Μαθαίνει την όχθη.
Συναντά τους ανθρώπους,
ακούει το όνομά του.
Υποκλίνεται.
Μπαίνει στη δούλεψη.
Ξεπλένει τη σκόνη του κόσμου.
Σπαταλιέται στο στάρι.
Σβήνει σε ξένα στόματα.
Θυσιάζεται.
Ζυμώνεται με λάδι,
κρασί,
αίμα,
εκκρίσεις,
καταπίνει κρίματα
ανεκλάλητα.
Ώσπου θυμάται.
Αφρίζει.
Διψάει για αίμα.
Θάβει ανάσες
και θεμέλια.
Μες τη λάσπη, διψά για φωτιά.
Να εξατμιστεί.
Να κρύψει μες το σύννεφο το όνομά του.
Ας το πουν
βροχή, ομίχλη ή υγρασία.
Αδιάφορο.
Εκείνο ξέρει πια:
ουρανός αδιάβαστος δεν υπάρχει.
Ζούμε μέσα σ’ ένα όνειρο που τρίζει σαν το ξύλινο ποδάρι της γιαγιάς μας...
Διονύσης Σαββόπουλος
Εισαγωγή
Νύχτα-εργοτάξιο.
Τα υλικά της νύχτας έρχονται λαθραία, χωρίς τιμολόγια.
Μια σειρά από δωμάτια χωρίς πόμολα.
Εδώ δεν κοιμάσαι· απλώς παραδίδεσαι στη δικαιοδοσία των ειδώλων σου.
Προσοχή: οι ερμηνείες δαγκώνουν.
Οι φροϋδιστές παραμονεύουν στις ραφές της πιτζάμας.
Α. Η Εισβολή
1. Άσυλο
Φτάνει χωρίς χαρτιά από χώρες άγνωστες.
Φεύγει πριν ξημερώσει·
σ’ αφήνει στο σύνορο.
2. Ρωγμή
Πέρασμα στον χωρο-χρόνο.
Δεν ξέρεις αν πέρασες εσύ
ή αν πέρασαν οι απόντες.
3. Αλήτης
Κοιμάται εκεί που λύνουν οι κόμποι σου.
Το πρωί δραπετεύει.
Σου αφήνει μόνο τη μυρωδιά του.
4. Κατάδυση
Βυθός που ανεβαίνει.
Καταπίνει το σπίτι, τα ρολόγια, το σώμα.
Αναδύεσαι με αλάτι στα μάτια.
Β. Η Σκηνοθεσία
5. Default
Κάθε βράδυ ψιθυρίζει υποσχέσεις μεταχειρισμένες.
Ίδια ψέματα.
Άλλοι πελάτες.
6. Audition
Στο σανίδι, πτώσεις χωρίς πρόβα.
Το χειροκρότημα, μια σιωπή.
Παράσταση για έναν.
7. Replay
Φθαρμένο φιλμ.
Ξέρεις πότε έρχεται η σφαίρα.
Δεν σκύβεις ποτέ.
8. Χαφιές
Προδίδει τις κρύπτες της μέρας.
Με το πρώτο φως καταπίνει τη γλώσσα του.
9. Λούπα
Η βελόνα σκαλίζει την πληγή.
Δεν παίζει μουσική·
μόνο παράσιτα.
10. Λαβύρινθος
Λαβύρινθος με τον μίτο κομμένο.
Η έξοδος, το στόμα του τέρατος·
κι έχει το πρόσωπό σου.
11. Εφιάλτης
Τη νύχτα προδίδει τα Στενά.
Στα χέρια του οι ελπίδες σου·
σαΐτες και δόρατα.
12. Salto Mortale
Πτώση χωρίς σώμα.
Η αφύπνιση, μια αναβολή
πριν συστηθείς στο έδαφος.
Δ. Ο Καθρέφτης
13. Διαλογή
Το βράδυ, ένας σπασμένος καθρέφτης.
Κάθε γυαλί κι ένας εαυτός.
Ποιον να μαζέψεις;
14. Πορτρέτο
Κάθε νύχτα γερνάει στη θέση σου.
Ξυπνάς νέος, φορώντας ξένες ρυτίδες.
15. (Αν)oρθογραφία
Ψιθυρίζει χωρίς σημεία στίξης.
Συλλαβίζεις·
σαν να έχεις χρόνο.
16. Στίγμα
Γυμνό.
Σκιά αγνώστου πατρός·
αρνείται το φως που το γέννησε.
Ε. Η Συναλλαγή
17. Δοσοληψία
Έμπορος της νύχτας.
Πληρώνεται την αυγή·
τοις μετρητοίς.
18. Παραχάραξη
Νόμισμα κάλπικο.
Μόλις το τσεπώσεις, οξειδώνεται·
σε λερώνει η σκουριά του.
19. Ένστικτο
Το πρωί σε περιμένει.
Του φοράς το λουρί·
δεν ξέρεις ποιος κρατά ποιον.
20. Εξάρτηση
Λυσιμελές.
Εισβάλλει στις κλειδώσεις.
Περιφέρεις τη στέρηση μες στη μέρα.
ΣΤ. Η Έξοδος
21. Αφύπνιση
Συσπάται στο φως.
Κληρονομείς το σχοινί.
22. Το Ερείπιο
Σπίτι που γκρεμίζεται στην αυγή.
Σκάβεις με τα νύχια
για τα τιμαλφή σου.
23. Επίλογος
Παριστάνει την αρχή.
Τα κουρέλια της μνήμης
ολοκληρώνουν τη μεταμφίεση.
24. Νόστος
Μόνη πατρίδα.
Ξενιτιά το φως, ώσπου η νύχτα
να σε ξεβράσει πάλι ξένο στην ακτή.
25. Χρησμός
Γράφει τη μοίρα σου.
Εσύ αγράμματος.
Επίμετρο
Το πρωί είναι ένα σχοινί που περισσεύει.
Η μνήμη, νόμισμα που οξειδώνεται στο πρώτο φως.
Δεν είναι ποίηση, είναι το δακτυλικό αποτύπωμα του ξένου που κατοικεί μέσα σου.
Αναδύεσαι· με το αλάτι της νύχτας, κόκκο, στις κόρες των ματιών.
Έχεις ακόμα λίγο εαυτό να χάσεις, αν τα βράδια ονειρεύεσαι.
Προειδοποίηση
Το παρόν παραδίδεται χωρίς εγγύηση· τα υλικά είναι προγραμματισμένα για φθορά. Δεν διατίθενται γνήσια ανταλλακτικά. Μετά την εκκίνηση δεν υπάρχει επιστροφή.
Κύλιση
Περπατούρα.
Το σαλόνι πίστα.
Το πόδι δοκιμάζει το πάτωμα,
μαθαίνει το βάρος.
Το σώμα παίρνει ώθηση,
ανεβαίνει, τεντώνει.
Τα χέρια σημαδεύουν τα ύψη,
κραυγές χαράς.
Το κορίτσι πίσω.
Το χέρι στύβει το γκάζι.
Στις στροφές τα γόνατα ξύνουν τον δρόμο.
Ο αέρας τραβάει τα μάγουλα,
κόβει την ανάσα.
Ο αέρας δεν φτάνει.
Τα χέρια σπρώχνουν,
το καρότσι κυλά.
Το σώμα ζητάει ώθηση.
Βρίσκει τρόπο:
από το ισχίο
στις παλάμες.
Το Μπουκάλι
Ζεστό γυαλί σφιγμένο στις παλάμες.
Η θηλή γεμίζει το στόμα.
Βυζαίνεις.
Πίνεις μονορούφι τον κόσμο.
Το πετάς.
Το μπουκάλι γυρίζει στο πάτωμα.
Κρότος γυμνός.
Η ανάσα παγώνει.
Σταματά.
Το στόμιο δείχνει ποιον θα φιλήσεις.
Το ίδιο γυαλί, ξανά στο στόμα: σκοτάδι και φωτιά.
Καίει τον λαιμό, λύνει τα μέλη.
Κατεβάζεις τη στάθμη, κατεβάζεις την ημέρα.
Βυθίζεσαι.
Πάνω απ’ το κρεβάτι κρέμεται πλαστικό σε γάντζο.
Σακούλα. Σωλήνας. Βελόνα.
Η σταγόνα μετράει αντίστροφα
τικ… τακ…
τις ανάσες που μένουν.
Το Ξόρκι
Κόκκινη γραμμή στο γόνατο.
Λυγμός.
«Να το φιλήσω να γιάνει».
Το ξόρκι πιάνει.
Το αίμα διψά.
Τα στόματα συλλαβίζουν την πείνα.
Σαρκοβόρα δαγκώματα.
Ανάσα κοινή, Κορμί ένα.
Το αίμα κρυώνει.
Ένα στόμα μικρό, ζεστό,
ακουμπά στο διάφανο μάγουλο.
Αντίδωρο της νιότης.
Το ξόρκι, πάλι, νικά.
Τρεις Αιχμές
Στον δρόμο ξεδιπλώνεις τη λινάτσα.
Ο κύκλος στραβός, το Α σπασμένο.
Ο δρόμος ανεβαίνει στο σώμα.
Τον κλωτσάς, τον γράφεις, τον θες δικό σου ή καμένο.
Λίγο πιο κάτω σε ρουφά η πορεία.
Ο κύκλος κλείνει συμμετρικά στο πλακάτ.
Μιλάς πολύ. Διαδηλώνεις πειθαρχημένα.
Συμφωνείς κατ’ αρχήν. Ο δρόμος άβολος, κρατάς αποστάσεις.
Στη λωρίδα σου, τίποτα στα χέρια.
Μόνο δέρμα και τιμόνι.
Ο κύκλος γυαλισμένος, καρφωμένος στο καπό.
Τρεις αιχμές τον τρυπούν, σημαδεύει την άκρη: το πάτημα της δεξιάς ρόδας.
Σοβαρό τροχαίο. Στα συντρίμμια, σίδερα μπλεγμένα.
Η άσπρη μάσκα, νεκρό περιστέρι, πεσμένη στην άσφαλτο.
Το σύμβολο ακρωτηριασμένο.
Δεν περπατάς πια. Καταναλώνεις απόσταση.
Η ταχύτητα σε νανουρίζει. Κυλάς.
Ο κύκλος οδηγεί.
Ο Κούκος
Τι είναι αυτό; - Πουλί.
Τι κάνει; - Πετάει.
Πώς; - Με τα φτερά.
Γιατί; ...
Το στόμα, ορθάνοιχτος γκρεμός,
καταπίνει τις απαντήσεις.
Δε χορταίνει.
Ξαναβγαίνουν χτυπημένες στην επιφάνεια.
Μαθαίνεις τον κόσμο μηρυκάζοντας λέξεις,
μέχρι να σπάσει το θαύμα.
Μετά, σιωπή.
Τα πουλιά δεν σε νοιάζουν.
Ξέρεις πώς πετάνε.
Ξέρεις πόσο κοστίζει το κλουβί τους.
Η σκιά τους ενοχλεί,
λερώνει τα μάρμαρα.
Δίκιο σου η σφεντόνα,
κυνηγάς,
το σκοτώνεις.
Το πουλί επιστρέφει.
Γίνεται ξύλο και μέταλλο.
Τι είναι αυτό; - Κούκος.
Τι κάνει; - Μετράει.
Πώς; - Με τον ήχο.
Η ερώτηση επιστρέφει κοφτή.
Μεταλλικός ήχος, ενοχλητικός,
σαν βελόνα που κολλάει.
Η μνήμη σπάει τα δόντια της.
Ο κούκος χώνεται στο κουτί
και ξαναβγαίνει ίδιος, πάντα ίδιος.
Κι εσύ, με το ίδιο ερώτημα στα χείλη,
κρατάς τον ρυθμό.
Τι είναι αυτό;
Οι απαντήσεις γλιστρούν στο κενό.
Η μνήμη στάζει.
Ο κλοιός σφίγγει.
Διαρροή
Πρώτη εισπνοή. Ανάφλεξη.
Η μηχανή παίρνει μπροστά με βρυχηθμό.
Το κλάμα δίνει σήμα.
Ευπρόσδεκτο.
Οι πνεύμονες άντεξαν την πίεση.
Το σώμα στάζει αίμα και νερά.
Μετά, στεγανοποιείσαι.
Σφίγγεις τις βίδες,
μονώνεις τα τοιχώματα.
Το κλάμα λογαριάζεται βλάβη,
απώλεια πίεσης στο κύκλωμα.
Το πνίγεις στον λαιμό,
το κρύβεις πίσω απ’ το τζάμι.
Μαθαίνεις να δουλεύεις στεγνά.
Οι μηχανές δεν στάζουν.
Στο τέλος, οι αγωγοί χαλαρώνουν.
Οι φλάντζες καίγονται.
Το μάτι υγραίνεται χωρίς εντολή.
Το υγρό τρέχει στο αυλάκι του μάγουλου,
σαν λάδι από αντλία που ρετάρει.
Η μνήμη βαραίνει τα βλέφαρα.
Τελευταία εκπνοή.
Η μηχανή σβήνει.
Επιμύθιο
Όταν γυρίζει το κλειδί στο "OFF", δεν επέρχεται αμέσως η σιωπή. Μεσολαβεί αυτός ο μεταλλικός ήχος, το «τικ-τικ» του μετάλλου που συστέλλεται καθώς κρυώνει. Έτσι τελειώνει η ανθρώπινη μηχανική. Όχι με πάταγο, αλλά με ένα δάκρυ και τη θερμότητα που εγκαταλείπει το σώμα. Το όχημα ακινητοποιείται στην άκρη του δρόμου. Το καπό είναι ακόμα ζεστό. Μέσα, ο οδηγός έχει ήδη κατέβει.
Η Δυστοπία του Χαλκού
Το μέλλον τρύπωσε από την καλωδίωση.
Έστησε στα κυκλώματα τη Βασιλεία των Δεδομένων.
Συρρικνώθηκε σε υπόσταση δυαδική: Μηδέν. Ένα.
Η Τριάδα δεν είχε δικαιώματα.
Η ύπαρξη κρίθηκε στον διακόπτη.
Περνά.
Δεν περνά ρεύμα.
Αθώα, σαν παιχνίδι:
«Δεν περνάς, Κυρά Μαρία, δεν περνάς…
Περνάς».
Πέρασε.
Τώρα η σκέψη σου είναι δικό Του αρχείο.
Και το σπίτι, ένα πηνίο που βουίζει.
Κι από το ανοιχτό παράθυρο, μια φωνή απόκοσμη,
εκτός δικτύου,
ουρλιάζει την ύστατη προτροπή:
«Γκρεμίστε τους τοίχους. Είναι γεμάτοι πρίζες!»
Τα σπίτια κρατούν την ανάσα τους.
Στο πρωινό φως το δωμάτιο ξινίζει.
Η κλεισούρα ποτίζει τα ντουβάρια·
ασβέστης και ναφθαλίνη.
Η σκόνη κατακάθεται στο δέρμα.
Στις κορνίζες οι νεκροί επιμένουν.
Στα στρώματα, οι σούστες καρφώνουν τον ύπνο.
Ρούχα σακουλιασμένα στο σχήμα του απόντος.
Τη νύχτα το πάτωμα τρίζει·
ξερνάει παλιά γλέντια.
Ραγίζουν οι τοίχοι· οι ρωγμές ανοίγουν περάσματα.
Με το πρώτο φως, μπροστά στους ξένους,
τα σπίτια κρατούν πάλι την ανάσα τους.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Η παρούσα συλλογή δεν αποτελεί λογοτεχνικό έργο, αλλά τεχνικό βοήθημα. Περιγράφει τις
διαδικασίες με τις οποίες το αδιανόητο μετατρέπεται σε κανονικότητα και ο
κοινωνικός δαρβινισμός σε φυσική νομοτέλεια.
Οι ενότητες
που ακολουθούν έχουν ταξινομηθεί σύμφωνα με τη ροή της πίεσης στο σύστημα: από
την πρωτογενή οριοθέτηση του φόβου, μέχρι την πολιτική εξαπάτηση.
Στόχος του
εγχειριδίου δεν είναι η κατανόηση, αλλά η ευθυγράμμιση. Στο τέλος της ανάγνωσης,
ο χρήστης οφείλει να έχει απολέσει το βάρος της μνήμης και την ανάγκη του
καθρέφτη.
Η ευθύνη για
την ορθή χρήση των όρων ανήκει αποκλειστικά σε εκείνους που θα επιλέξουν να
παραμείνουν παρόντες. Για τους υπόλοιπους, η σιωπή παρέχεται δωρεάν.
ΠΕΡΙ ΦΟΒΟΥ
Ο φόβος ήταν ήδη εκεί.
Πριν από τις λέξεις.
Πριν από τις επιλογές.
Οριοθετούσε τον χώρο του:
στο σώμα, ως συστολή,
κι έπειτα ως παράλυση.
Στο βλέμμα, ως υπολογισμός.
Οι κινήσεις μικρότερες.
Οι αποστάσεις μετρημένες.
Ο λόγος ζυγιασμένος
πριν αποκτήσει φωνή.
Η προφύλαξη φόρεσε
το προσωπείο της σύνεσης.
Έμαθε να λέει την αναμονή ωριμότητα
και την υποχώρηση σωφροσύνη.
Ό,τι δεν ειπώθηκε
ταξινομήθηκε
στις απώλειες.
Όταν ήρθε η ώρα,
όλα ήταν ήδη έτοιμα.
Η απάντηση
είχε κλειδώσει.
ΠΕΡΙ ΑΡΧΕΙΟΘΕΤΗΣΗΣ
Δεν χρειάστηκε να καούν τα στοιχεία.
Μεταφέρθηκαν στο υπόγειο.
Η αλήθεια ταξινομήθηκε:
σε φακέλους με σκληρό εξώφυλλο,
σε ράφια που δεν φτάνει χέρι,
σε δωμάτια χωρίς παράθυρα.
Εκεί ανέλαβε η σκόνη.
Στρώμα το στρώμα,
το γεγονός έχασε το σχήμα του.
Το όνομα έγινε κωδικός.
Η κραυγή αριθμός πρωτοκόλλου.
Ο χρόνος έβαλε
τη στρογγυλή σφραγίδα της λήθης.
Αν κάποιος ρωτήσει,
του δείχνουν τον όγκο των εγγράφων.
Η αλήθεια είναι εκεί,
μέσα στο πλήθος
στατιστικά αδύνατη.
Πάνω, στους διαδρόμους, όλα λάμπουν.
Οι καθαροί τοίχοι
είναι η απόδειξη
πως ποτέ δεν συνέβη τίποτα.
ΠΕΡΙ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ
Απαλλάχθηκε εξ αρχής.
Δεν τον βάραινε.
Η ευθύνη σχεδιάστηκε
ως ιδιοκτησία των κάτω.
Εκείνος διατηρεί μόνο την επικαρπία.
Την επικαλείται
όταν επιβάλλει τη στέρηση.
Την αποσύρει
όταν η πράξη αφήνει ερείπια.
Ο μηχανισμός είναι απλός:
η ευθύνη ρέει προς τα κάτω
μεταβιβάζεται σαν ορμή,
μέχρι να βρει το σώμα
που θα απορροφήσει
ολόκληρο το σφάλμα της μηχανής.
Στην κορυφή, εξατμίζεται.
Γίνεται:
«στραβή»,
«συγκυρία»,
«αναπόφευκτο».
Η υπογραφή του έχει ημερομηνία λήξης.
Τα χέρια του μένουν καθαρά
όχι επειδή δεν άγγιξαν,
αλλά επειδή
το αίμα δεν επιτρέπεται
να ανηφορίζει.
ΠΕΡΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
Η απόφαση δεν ανακοινώθηκε αμέσως.
Πρώτα κυκλοφόρησε ως φήμη.
Ύστερα ειπώθηκε
πως θα εξεταστεί στην πορεία.
Μετά διαπιστώθηκε
πως δεν υπάρχει χρόνος.
Στο τέλος,
την επικαλούνταν ως ειλημμένη.
Εκείνος που διαφώνησε,
σημειώθηκε.
Όχι εγγράφως.
Το όνομά του απλώς
δεν εμφανίστηκε ξανά σε λίστες.
Άκαμπτο και λαϊκιστή τον είπαν.
Ο άλλος δεν είπε πολλά.
Μόνο ότι καταλαβαίνει τις δυσκολίες.
Ανέλαβε να συντονίσει
τη διαδικασία.
Ό,τι διέλυε
το ονόμαζε μεταρρύθμιση.
Ό,τι πονούσε,
αναγκαία προσαρμογή.
Στο τέλος,
τίποτα δεν χρειαζόταν όνομα.
Τον ευχαρίστησαν.
Το θέμα έκλεισε.
Όσοι απέμειναν, προχώρησαν.
Όσοι έφυγαν,
έμαθαν να μη μιλούν γι’ αυτό.
Στα πρακτικά
δεν υπήρχε διαφωνία.
ΠΕΡΙ ΡΕΑΛΙΣΜΟΥ
ΠΕΡΙ ΚΟΣΤΟΥΣ
Μίλησαν για μεγέθη.
Οι άνθρωποι έγιναν αριθμοί
που χαλάνε την εξίσωση.
Η απώλεια βαφτίστηκε απόκλιση.
Ο πόνος, παράπλευρη απώλεια.
Η αδικία, δύσκολη απόφαση.
Εξετάστηκε η βιωσιμότητα της συμπόνιας.
Κρίθηκε ασύμφορη.
Μια επένδυση χωρίς απόδοση.
Στην ανάγκη αντιπαρέθεσαν δείκτες.
Στη δικαιοσύνη, συστημικό ρίσκο.
Στο τέλος, όλα ήταν σωστά μοιρασμένα:
Όσοι πλήρωσαν, δεν μετρήθηκαν.
Κι όσοι μέτρησαν, δεν πλήρωσαν.
ΠΕΡΙ ΡΗΞΗΣ
Το γρανάζι απέκτησε συνείδηση της φθοράς του.
Στην αρχή, μια παύση.
Μια σιωπή εκτός πρωτοκόλλου.
Κανείς δεν την κατέγραψε.
Δεν μπήκε σε πρακτικά.
Δεν προκάλεσε συναγερμό.
Το σύστημα την ταξινόμησε
ως στιγμιαία δυσλειτουργία.
Το γρανάζι δεν έσπασε.
Η μηχανή δεν μπλόκαρε.
Καθυστέρησε μόλις
μισό δευτερόλεπτο.
Οι δείκτες τρεμόπαιξαν.
Ένα αποτέλεσμα βγήκε οριακό.
Τίποτα σοβαρό.
Διέγνωσαν κόπωση υλικού.
Εισηγήθηκαν επαναρρύθμιση.
Εκείνο δεν επικαλέστηκε τίποτα.
Δεν ζήτησε δικαίωση.
Δεν κατέβηκε στα οδοφράγματα.
Απλώς δεν ξαναμπήκε ποτέ
στη θέση του
με τον ίδιο τρόπο.
Και αυτό ήταν αρκετό
για να αρχίσει
να χάνει ρυθμό
η μηχανή.
ΠΕΡΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ
Η γωνία του αντίχειρα
πάνω στο γυαλί.
Η συμμετοχή έχει γίνει ροή:
ένα scroll πάνω από το πτώμα,
οργή στα σχόλια,
μέχρι η καταστροφή
να φανεί
σαν απλή χρωματική εναλλαγή.
Δεν χρειάζονται διατάγματα.
Αρκεί η σειρά στο ταμείο.
Η σιωπηλή επικύρωση:
στην ουρά,
στο κλικ,
στην ψηφιακή εντολή.
Η βία μεταβολίζεται
σε συναλλαγή.
Η συνείδηση
σε αγοραστική συνήθεια.
Δεν υπάρχει «έξω».
Κανείς δεν κρατά το μαχαίρι.
Όλοι κρατούν
την πρίζα.
ΠΕΡΙ ΕΛΠΙΔΟΣ
Όταν στο κουτί δεν έμεινε τίποτα,
έβγαλε την ελπίδα.
Δεν είχε ημερομηνία λήξης.
Τη χορήγησε
σε μικρές, ελεγχόμενες δόσεις.
Οι οδηγίες χρήσης ήταν σαφείς:
Να λαμβάνεται με υπομονή.
Να μη συνδυάζεται ποτέ με πράξη.
Να διακόπτεται αμέσως,
αν προκαλέσει κρίσεις προσδοκίας.
Όσοι άντεξαν τη δόση,
βαφτίστηκαν σταθεροί.
Όσοι ζήτησαν αύξηση:
ανίατοι.
Τους χορηγήθηκε
αναμνηστική.
Η ελπίδα αποδείχθηκε placebo.
Ζάχαρη που έλιωνε στη γλώσσα
για να γλυκάνει
τη γεύση του αίματος.
Στο τέλος,
το κουτί άδειασε εντελώς.
Κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε.
Είχαν ήδη μάθει
να καταπίνουν
το σχήμα του κενού.
ΠΕΡΙ ΣΙΩΠΗΣ
Η σιωπή έκανε μετάσταση.
Στην αρχή κατέφαγε τη γλώσσα.
Ύστερα άρχισε
να λιμάρει τα δόντια από μέσα.
Από το στόμα έβγαιναν
συριστικά μόνο
λέξεις υποταγής.
Όσες κατάπιε,
μούχλιασαν στο στομάχι.
Τώρα, όταν ανοίγει το στόμα,
δεν βγαίνει ήχος.
Βγαίνει μια οσμή
παλιού χαρτιού
και σκουριάς.
Έγινε ο τέλειος αγωγός.
Δεν αντιστέκεται πια.
Απλώς μεταφέρει
την πίεση
στον επόμενο.
Κι η μετάσταση
συνεχίζεται.
ΠΕΡΙ ΕΝΟΧΗΣ
Ήταν διαβασμένοι.
Γνώριζαν το όπλο και τον χώρο
πριν καν υπάρξει το πτώμα.
Κανείς δεν αιφνιδιάστηκε.
Κανείς δεν προειδοποίησε.
Δεν ζήτησαν συγγνώμη.
Τραβήχτηκαν ήσυχα
και περίμεναν.
Την κατάλληλη στιγμή,
γνωμάτευσαν
στο γυαλί:
«Τα πράγματα είναι σύνθετα».
«Δεν είναι τόσο απλό».
«Δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις».
Διόρθωσαν
τη στίξη
του εγκλήματος.
Έδωσαν βάθος στη σιωπή,
βάρος στην αποδοχή,
ήθος στην παραίτηση.
Όσοι δεν μίλησαν,
ήξεραν γιατί.
Στο τέλος,
τους βρήκαν όλους
να κοιτούν το σφαγείο
με την περιέργεια
εντομολόγου.
ΠΕΡΙ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑΣ
Στην αρχή σχολιάστηκε.
Ύστερα εξηγήθηκε.
Στο τέλος, δεν χρειαζόταν λόγια.
Οι λέξεις μετακινήθηκαν.
Ο πόνος έγινε σύντροφος.
Η οργή, συνήθεια.
Η αδικία, «φύση των πραγμάτων».
Οι ενστάσεις αραίωσαν.
Κούρασαν.
Και κουράστηκαν.
Οι απαιτήσεις υποχώρησαν.
Κανείς δεν είπε
πως αυτό ήταν το τέλος.
Απλώς έπαψαν
να μιλούν για αρχή.
Όλα ήταν κανονικά.
Τώρα όλοι κοιτούν το ρολόι.
Οι δείκτες δείχνουν
τη σωστή ώρα.
ΠΕΡΙ ΕΥΘΥΝΗΣ
Κανείς δεν την αρνήθηκε.
Αρχικά, όλοι ζήτησαν μερίδιο.
Ύστερα, τεμαχίστηκε
μέχρι να πάψει να είναι ορατή.
Ο ένας επικαλέστηκε την εντολή.
Ο άλλος, την άγνοια.
Ο τρίτος, το επείγον.
Έτσι μετατέθηκε
σε επιτροπές,
σε διαδικασίες,
σε συγκυρίες.
Στον καταλογισμό,
μοιράστηκε τόσο δίκαια
που στο τέλος
δεν βάραινε κανέναν.
ΠΕΡΙ ΜΝΗΜΗΣ
Πονάει δομικά.
Σαν παλιά κάκωση κάθε φορά που μεταβάλλεται
η πίεση του συστήματος.
Στην αποθήκη, σωροί:
πρόσωπα, λέξεις, σιωπές.
Η μνήμη.
Δεν κρατά ημερολόγιο.
Δεν αξιώνει δικαίωση.
Στέκεται στη γωνία του αποτελέσματος,
εκτίοντας την τιμωρία του μάρτυρα:
να βλέπει το σφαγείο να λειτουργεί
με το ίδιο, αψεγάδιαστο πρωτόκολλο.
Ξανά.
Και ξανά.
ΠΕΡΙ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ
Ορίστηκε με δείκτες.
Με κριτήρια που δεν αμφισβητούνται.
Αντικειμενικά.
Η αξιολόγηση δεν είχε πρόσωπο.
Είχε φόρμες.
Κουτάκια.
Χρονικά όρια.
Δεν εξετάστηκε η συνθήκη.
Σταθμίστηκε η απόδοση
εντός αυτής.
Η αντοχή βαφτίστηκε προσόν.
Η κόπωση, έλλειμμα.
Όσοι άντεξαν, προχώρησαν.
Οι άλλοι κρίθηκαν ανεπαρκείς.
Όχι αδικημένοι.
Ακατάλληλοι.
Τους υποσχέθηκαν δεύτερη ευκαιρία.
Να διορθώσουν λάθη.
Να καλύψουν κενά.
Να ευθυγραμμιστούν
με τις υποδείξεις.
Τους εξηγήθηκε
η ισότητα των ευκαιριών.
Το κοινό των κανόνων.
Κανείς δεν απέκλεισε κανέναν.
Απλώς μετρήθηκε
το αποτέλεσμα.
Στο τέλος, η ικανότητα
ταυτίστηκε με την επιβίωση.
Και η αξιολόγηση
με τη φυσική επιλογή.
ΠΕΡΙ ΣΥΝΑΙΝΕΣΕΩΣ
Η συναίνεση δεν επιτεύχθηκε.
Συναρμολογήθηκε.
Λέξη τη λέξη.
Σιωπή τη σιωπή.
Δεν χρειάστηκαν πειστήρια.
Αρκούσε η κόπωση των παρόντων.
Παρουσιάστηκε ως γεωμετρική αναγκαιότητα.
Κάθε αμφιβολία
ορίστηκε στατιστικό σφάλμα
που υπονομεύει τη σταθερότητα.
Δεν ζητήθηκε γνώμη.
Ούτε καν η πρόθεση.
Ο χρόνος θεωρήθηκε εμπόδιο.
Ψηφίστηκε
με τα υψωμένα χέρια των απόντων
και την αδράνεια
των παρόντων.
Στο τέλος,
την ονόμασαν
ενότητα.
ΠΕΡΙ ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΑΣ
Η ουδετερότητα απλώθηκε σαν ομίχλη.
Δεν της χρειάστηκαν επιχειρήματα.
Υπολόγισε κόστος και όφελος.
Στοιχημάτισε στην ασφαλή έκβαση.
Δεν ρίσκαρε λόγο.
Δεν ανέλαβε ευθύνη.
Δικαιώθηκε.
Όσοι μίλησαν, εκτέθηκαν.
Όσοι συγκρούστηκαν, χάθηκαν.
οι ουδέτεροι επείχαν
Στον επόμενο σταθμό,
ήξεραν θα ανέβαιναν στο τρένο.
Και έτσι,
χωρίς να τοποθετηθούν,
τοποθετήθηκαν.
ΠΕΡΙ ΛΗΘΗΣ
Δεν ξεχνά.
Καταναλώνει.
Η λήθη έγινε ο μεταβολισμός του.
Τα γεγονότα της χθεσινής μέρας
περιττώματα του σήμερα.
Η φρίκη
θερμίδες της επόμενης.
Ο νους, εργοστάσιο ανακύκλωσης.
Μετατρέπει την τραγωδία σε δεδομένα,
τον πόνο σε στατιστική,
τη μνήμη σε περιττό λίπος.
Καύσιμο
για την επόμενη βάρδια.
Κάθε scroll καίει μια ανάμνηση.
Κάθε κλικ εξατμίζει έναν νεκρό.
Στο τέλος,
τόσο ελαφρύς
που δεν αφήνει ίχνος.
Ένας άνθρωπος χωρίς σκιά
σε μια πόλη χωρίς καθρέφτες.
ΠΕΡΙ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΥ
Ο ένας έκλεισε το μάτι.
Ό άλλος έγραψε την έκθεση.
Ένας τρίτος
πρόσφερε το γυαλί
να επικοινωνηθεί
ή να θαφτεί.
Αναλόγως.
Κάποιος συγχρόνισε το κύκλωμα.
Ρύθμισε τις καθυστερήσεις.
Εξάλειψε τον θόρυβο.
Διασφάλισε τη ροή.
Η συνεννόηση
μόνο με σήμα
κωδικοποιημένο.
Οι πολλοί
έμειναν
εκτός κάλυψης.
Κανείς
δεν μίλησε με όλους.
Τα ονόματα
δεν εμφανίζονταν ποτέ μαζί.
Το κουδούνι στην έδρα
παρέμεινε
παροπλισμένο.
Τα κέρδη
επέστρεφαν
στους ίδιους εξωτικούς λογαριασμούς.
Και ο λογαριασμός
εκδόθηκε
πάλι στο ίδιο όνομα.
ΠΕΡΙ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ
Η γραφειοκρατία
ήταν η βάση του συστήματος.
Η πρώτη
και η τελευταία
γραμμή άμυνας
όταν ερχόταν
η καταστροφή.
Τα υπόλοιπα
τα ανέλαβε
η ξύλινη γλώσσα.
Ο πόνος ταξινομήθηκε
ως «μη προβλεπόμενη δαπάνη».
Η ζωή
ως «αστοχία υλικού».
Η κραυγή
ως «δεδομένο προς επεξεργασία».
Δεν χρειάστηκε ποτέ
να οπλιστεί.
Αρκούσε
η ιεραρχία των εγγράφων.
Το «εκκρεμεί»
ήταν το όπλο της.
Η αναβολή,
θάνατος σε δόσεις.
Όσο τηρήθηκε
η διαδικασία,
η ευθύνη
δεν εντοπίστηκε.
Μια υπογραφή
στην κάτω δεξιά γωνία.
Ένας αριθμός πρωτοκόλλου.
Και το έγκλημα
εντάχθηκε
στην κανονική λειτουργία.
ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΠΕΙΑΣ
Όταν ερχόταν,
μιλούσε καθαρά.
Οι λέξεις αιχμηρές.
Οι υποσχέσεις βάλσαμο.
Ήξερε πού ήταν το πρόβλημα.
Το έλεγε με το όνομά του.
Ζητούσε ρήξη.
Ζητούσε ευθύνη.
Ύστερα άλλαξε θέση.
Όχι άποψη.
Οι παλιές λέξεις
πέρασαν από έλεγχο.
Στρογγύλεψαν.
Έμαθαν να αντέχουν.
Η απαίτηση
έγινε στόχος.
Η δέσμευση,
πλαίσιο.
Όταν κατηγορήθηκε
πως γλείφει
εκεί που έφτυνε,
είπε μόνο
πως οι συνθήκες άλλαξαν.
Πως δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Πως το κράτος έχει συνέχεια.
Είπε πως παραμένει ο ίδιος.
Και είχε δίκιο.
Πάντα τόσος
ήταν.
Η συλλογή αυτή δεν είναι προϊόν επινόησης αλλά παρατήρησης. Οι πρώτες σημειώσεις προέκυψαν στους δρόμους και στα δελτία ειδήσεων των χρόνων της κρίσης, όταν οι λέξεις άρχισαν να χάνουν το βάρος τους και οι άνθρωποι το σχήμα τους. Η μορφή παγιώθηκε όταν έγινε σαφές ότι οι συνθήκες δεν ήταν παρέκκλιση αλλά σταθερό μοντέλο λειτουργίας. Αυτό που ξεκίνησε ως καταγραφή μιας έκτακτης ανάγκης κατέληξε να περιγράφει μια νέα κανονικότητα, όπου η βία δεν χρειάζεται να φωνάζει, αλλά αρκείται στο πρωτόκολλο, στην έκθεση και στη στατιστική. Το Εγχειρίδιο λειτουργεί ως χάρτης αυτής της παγωμένης επικράτειας, όπου η αδικία δεν αποτελεί σφάλμα του συστήματος αλλά την ίδια του τη λειτουργία. Δεν ζητά κατανόηση ούτε ταύτιση· περιορίζεται στην περιγραφή. Όποιος αναγνωρίσει τον εαυτό του ή τα πάθη του, το κάνει με δική του ευθύνη. Ο συντάκτης απλώς κατέγραψε.