Παλίμψηστο
Λατινικά διατάγματα
σφραγισμένα με ντόπιο αίμα.
Το ασβεστολιθικό δέρμα ξεφλουδίζει.
Αποκαλύπτει λάσπη
και τρίχες ζώων.
Μια τάφρος ανασαίνει σκοτάδι,
ψίθυροι ψημένοι
στον ήλιο της ερήμου.
Κάτω από τη Λότζια
τα κεραμίδια
καίνε ακόμη
απ’ τη φωτιά του Φωκά.
Λιθάρι που διψά.
Κρήνες με μαρμάρινα στόματα
στερεμένες από ροδόνερο.
Κι οι μιναρέδες,
κομμένα δάχτυλα,
δείχνουν
έναν εξόριστο θεό.
Στον Λάκκο,
ένα κεντημένο κιλίμι της Σμύρνης
στεγνώνει
πάνω στην ενετική ντάπια.
Χάνδακας.
Κάντια.
Μεγάλο Κάστρο.
Ηράκλειο.
Άλλα ονόματα.
Άλλα οστά.
Τον ίδιο τάφο ψηλώνουν.
Έντιμη πλάνη
Προτού το αίμα πνίξει το Βεζύρ-ταρσί,
την έλεγαν Οδό της Πλάνης.
Ανέβαινε απ’ τη θάλασσα με φόρα
και φρέναρε στις λάσπες της Τουρκόπολης.
Μπροστά, η βιτρίνα.
Ο δρόμος έστηνε το δίχτυ:
κίονες, αετώματα, μάρμαρα λευκά.
Παρίσι από γύψο.
Μετά το φονικό, την είπαν 25ης Αυγούστου.
Κι όμως, το πιο σωστό θα ήταν
να την πουν απλώς ζωή.
Ξεκινούσε πέλαγος,
κατέληγε λακούβα.
Ή ας άφηναν, τουλάχιστον, την Πλάνη.
Πιο τίμιο θα ήταν.
Ξενία
Μεταξύ παλιάς πόλης και λιμανιού,
στο χείλος του προμαχώνα,
μεταξύ Κρήτης και κόσμου,
υψωνόταν κάποτε το Ξενία
για να δώσει στο κύμα μια καρέκλα.
Να ξαποστάσει το αλάτι.
Να νοστιμήσει η διαμονή.
Να συστηθεί ο ξένος με το όνομά του.
Τώρα ο προμαχώνας άδειασε.
Το κτίριο διαλύθηκε σε χιλιάδες όμοια κουτιά.
Τα μετέτρεψαν σε κλειδοθήκες με κωδικούς,
τις κάρφωσαν στα κουδούνια της πόλης.
«Self check-in».
4,9 αστέρια.
Άφιξη μετά τις τρεις.
Η πόρτα ανοίγει μόνη της.
Λάκκος
Στην πίσω τσέπη των τειχών, η γούβα.
Όλα τα απόνερα της πόλης κατρακυλούσαν εδώ.
Φερτά υλικά και σώματα διωγμένα.
Σπίτια-κουρελούδες, ραμμένα με σιωπή.
Μια τρύπα που κατάπινε αποτσίγαρα κι ιστορία.
Ο καπνός έδενε κόμπο την ανάσα,
μια χορδή έγδερνε το κόκκαλο της νύχτας.
Στις γωνίες κόκκινες λάμπες.
Το αίμα στέγνωνε πριν γίνει κραυγή.
Νταβατζήδες μετρούσαν χρυσά δόντια
και πλαστικές σύριγγες στη λάσπη.
Τώρα, στρώση σπρέι στο σάπιο δόντι.
Γκουρμέ πιάτα, δερμάτινα σανδάλια, εσπρέσο.
Από πάνω, ένας τσιμεντένιος Φαραώ
κρύβει τον ήλιο.
Αν όμως ξύσεις τον φρεσκοβαμμένο τοίχο,
ακούγεται ακόμη ο βήχας των προσφύγων.
Ο σοβάς ξερνά
σπέρμα, χασίσι, φτηνό οινόπνευμα.
Campo Marzio
Η στεριά υποχώρησε.
Το θαλασσινό νερό έπνιξε τους ευκαλύπτους,
παρέσυρε τον πασατέμπο και τον ίσκιο.
Υψώθηκαν κατάρτια από μπετόν,
τσιμεντένιες αγχόνες για ανθρώπους ή θεωρεία για πετεινά.
Ένα καράβι βουλιαγμένο στην άσφαλτο.
Το κατάστρωμα στρωμένο με αλαζονεία.
Λευκό μάρμαρο που στραβώνει τον Αύγουστο
και τσακίζει κόκαλα τον χειμώνα.
Πριν τον κατακλυσμό, οι καρέκλες σε παράταξη·
να μην αγκαλιάζουν το τραπέζι,
να καρφώνουν πάντα την πλατεία.
Μια σειρά μάτια καταπίνουν μια κυριακάτικη παρέλαση
που ονειρεύεται κεραμίδι.
Σήμερα, λαμαρίνες και πλαστικό.
Η καρδιά της πόλης σε μόνιμη διασωλήνωση,
κομπρεσέρ ξηλώνουν το χθεσινό λάθος.
Ο Άρης νικημένος χρόνια στο Πεδίο του.
Κανείς δεν θυμάται τις Τρεις Καμάρες.
Κι η ελευθερία ένας διάδρομος
ανάμεσα σε δύο εργοτάξια.
Το Gemini είπε
Τάφος
Αφορισμένο χώμα. Η πέτρα του κατακτητή
φρουρεί έναν ξύλινο σταυρό.
Προμαχώνες και τάφροι.
Πέτρα πάνω στην πέτρα
να κρατηθεί ο φόβος μακριά.
Πολεμίστρες ανοιχτές στον ουρανό.
Στο Μαρτινέγκο φυσάει πάντα.
Οι ριπές του ανέμου
πνίγουν φόβους κι ελπίδες.
Και η λευτεριά μια λέξη
πάνω σε ξύλο που σαπίζει.
Λαβύρινθος AMOLED
Στη νότια ραφή της πόλης,
οι κόκκινες κολώνες του Έβανς,
ένα ξεδοντιασμένο στόμα.
Ο λαβύρινθος έχασε την οροφή του·
έμειναν μόνο χαράγματα στο χώμα.
Ο ένοικος έλειψε.
Μα το θηρίο δεν πέθανε·
άλλαξε δέρμα και κρύπτη.
Ο φόρος αίματος εισπράττεται
από νέους που καταφθάνουν ακίνητοι.
Μπαίνουν στις νέες καταπακτές
με τη ζέστη του κρεβατιού στο δέρμα.
Ταΐζουν τα νιάτα τους στον αλγόριθμο,
παίζοντας το αρχαίο δράμα σε οθόνες AMOLED.
Ο Θησέας λιποτακτεί στον πρώτο διάδρομο.
Ο Δαίδαλος χρεοκοπεί πουλώντας σχέδια πτήσης.
Κι η Αριάδνη κόβει με τα δόντια τον μίτο,
τον δένει θηλιά στον ουρανίσκο της.
Πίσω στην Κνωσό, οι πέτρες κρυώνουν.
Το αληθινό σφαγείο ανασαίνει δίπλα τους.
Βικελαία (Αχτάρικα)
Μια πέτρινη μέγγενη στον σβέρκο του Ηρακλείου,
σφίγγει τα κόκαλά του.
Στο υπόγειο, η Πύλη Voltone κατάπιε τον δρόμο της.
Τυφλή καμάρα, μπουκωμένη με χώμα.
Κανένας ιππότης. Μόνο τύμβος και μούχλα.
Δίπλα, οι φλέβες του υδραγωγείου χάσκουν·
στεγνοί λαιμοί, φραγμένοι από τον ασβέστη.
Πιο μέσα, η ενετική Signoria ταριχευμένη.
Λατινικά μελάνια μετρούν ακόμα
σιτάρι, μπαρούτι και αίμα
πάνω σε ράχες γδαρμένων ζώων.
Παραπάνω, τα χαρτόκουτα του Σεφέρη.
Ο ποιητής σε νάρκη.
Τα αγάλματά του στριμωγμένα
με τα διατάγματα των Δόγηδων.
Μάρμαρο και χαρτί στην ίδια εντατική.
Έξω, στα Λιοντάρια,
ακριβώς πάνω απ’ τον θαμμένο θόλο
ξένοι γλείφουν παγωτό βανίλια.
Μέσα, η σιωπή έχει βάρος μολυβιού.
Γυρίζεις μια σελίδα
κι ακούς τη σκουριασμένη αλυσίδα της Voltone
να σφίγγει.