Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει

όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα

έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω

πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες...

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2019

Πτυχία

Το χαρτί στον τοίχο λέει πως ξέρω τον κόσμο.
Ψέμα.
Ο κόσμος δεν χώρεσε ποτέ σε αμφιθέατρα.
Το αληθινό σχολείο δεν έχει θρανία.
Έχει κράσπεδα και γωνίες.
Εδώ διαβάζεις την Ιστορία στο ύψος του πέλματος.
Ακούς το βουητό του αίματος στους κροτάφους,
τη γλώσσα της πείνας
και το ξερό γέλιο του τρελού.
Εξετάσεις στον ήλιο και στη λάσπη.
Γράφεις με αίμα.
Ο ανώνυμος της γωνίας παραδίδει σεμινάρια επιβίωσης.
Χωρίς λόγια. 
Με το σώμα.
Η πόρνη διδάσκει πώς να μη σπας.
Ο διαδηλωτής πώς να μη λυγίζεις.
Έτσι μετριέται ο χρόνος εδώ.
Μάθημα πρώτο:
Πώς να προσπερνάς χωρίς να προσπερνάς.
Να βλέπεις την άβυσσο χωρίς να γλιστράς.
Μάθημα δεύτερο:
Να συγχρονίζεσαι στο βήμα του άλλου.
Όχι από συμπόνια. 
Για να μη χαθεί ο δρόμος.
Ο αγέρας, δάσκαλος παλιάς κοπής,
με τα χαστούκια του σου θυμίζει
πως ο κόσμος δε σου χρωστά.
Αποφοίτηση το βράδυ.
Χωρίς χαρτιά, χωρίς χειροκροτήματα.
Μόνο με τα μάτια γεμάτα
από τις χαρακιές του κόσμου.

Κυριακή 3 Μαρτίου 2019

Γράφω γιατί


                                                                    Ουδείς ευτυχής έχει διακόψει ευτυχία, για να γράψει ποιήματα 
                                                                                                                                                Κική Δημουλά
Γράφω ποιήματα γιατί δε μου μένει τίποτε άλλο.
Γράφω γιατί δεν έχω πια τίποτε να χάσω,
σαν τον γέρο που αρχίζει στα ογδόντα του το κάπνισμα.
Γράφω γιατί η σιωπή έχει το βάρος στερεοποιημένου υδραργύρου.
Γράφω γιατί τα διαβάσματά μου πλήθυναν,
κακοφόρμισαν μέσα μου
και στάζουν πύον στη γραφίδα.
Γράφω γιατί οι λέξεις είναι τα μόνα σκουριασμένα καρφιά
που κρατούν το μυαλό μου δεμένο στο σώμα.
Κάθε λέξη είναι μια σφαίρα που ρίχνω στον φόβο μου·
κι αν σταματήσω, θα με βρει αφοπλισμένο
και θα γίνω μια άσπρη, άλαλη σελίδα.

Γράφω γιατί οι φωνές δεν σωπαίνουν,
γιατί οι εικόνες χτυπούν αλλιώς στα μηνίγγια μου
σαν φυλακισμένα ζώα που ζητούν έξοδο,
κι όσο δεν τα ταΐζω,
αγριεύουν.

Γράφω γιατί ο κόσμος είναι ένα στενό ρούχο
κι οι στίχοι οι μόνες ραφές που ξηλώνω για να ανασάνω.
Αν αφήσω την πένα, θα σπάσουν οι φλέβες μου
από την πίεση του ανείπωτου.
Γράφω γιατί προτιμώ να χύνω μελάνι παρά το αίμα μου.

Γράφω γιατί μέσα μου έχω ένα ναρκοπέδιο
και κάθε ποίημα είναι μια ελεγχόμενη έκρηξη.
Προσφέρω τα μέλη μου
ένα ένα στο χαρτί
για να γλιτώσω τον οριστικό διαμελισμό.

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2018

Φοίνικας εγώ

Στην πυρκαγιά σου παραδίνομαι.
Στάχτη και φτερό μαζί.
Κάθε σου άγγιγμα μια σπίθα,
κάθε ματιά σου μια πυρά.
Καίγομαι. 
Λιώνω. 
Ξαναγεννιέμαι.
Μέσα στις φλόγες σου έμαθα
πώς η πληγή γίνεται φως.
Στον άνεμο των χειλιών σου
μαζεύω τα κομμάτια μου.
Παίρνω μορφή
κι ανοίγω τα φτερά
ξανά
στις φλόγες σου.

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2018

Η Ύστατη Μάχη

Παλιά πίστευα
πως ο κόσμος αλλάζει με γροθιές.
Ήμουν στρατιώτης
της μεγάλης ανατροπής.
Μετά μπήκα στο πλήθος.
Μέτρησα τη σκουριά.
Άγγιξα το κρύο μέταλλο.

Κατάλαβα.

Τώρα οχυρώνω το πρόσωπό μου.
Αγωνίζομαι
να κρατήσω το βλέμμα καθαρό.
Να μην οξειδωθώ στη βαρβαρότητα.
Να μη στεγνώσει η τρυφερότητα
στις παλάμες μου.
Να μείνω άνθρωπος.

Τι πιο πολιτικό από αυτό;

Τετάρτη 4 Απριλίου 2018

Μήδεια

Τη συνάντησα σε έρημη παιδική χαρά μεσάνυχτα.
Φορούσε μαύρο παλτό, 
τα χέρια της μύριζαν κέδρο και θειάφι,
τα μάτια της κάρβουνα αναμμένα.
Η προφορά της βαριά.
Γυναίκα από βάρβαρη γη.
Μου πρόσφερε τσιγάρο.

«Έκανα λάθος», είπε. «Και δαγκώνει.
Το μίσος δεν τελειώνει.
Με έδεσε ισόβια με τον χειρότερο εχθρό μου.
Όμως σκοπός της ζωής μας δεν είναι η εκδίκηση.
Σκοπός της ζωής μας είναι το πάθος.
Αυτό σε ορίζει και σε κατακαίει:
μαχαίρι, φωτιά, ξενιτιά».

«Και τα παιδιά;» τη ρώτησα. «Δεν ήταν έγκλημα;
Μαύρη μανία, ύβρις;»
Με κοίταξε. Το βλέμμα της σκοτείνιασε.
Φωτιές πύρωναν μέσα της.
«Στο μίσος και στον έρωτα η γυναίκα δεν έχει χαλινάρι.
Τα παιδιά από τα σπλάχνα μου βγήκαν
κι εγώ τα ορίζω».

«Τα παιδιά δε μας ανήκουν», της αντιγύρισα.
«Σίγουρα άξιζαν μια καλύτερη μάνα».
«Ξεχνάς», μου είπε,
φυσώντας στα μούτρα μου τον καπνό της,
«ότι ποτέ κανείς δεν επιλέγει τους συγγενείς του».

Πέταξε το τσιγάρο κι έφυγε.
Στην άδεια κούνια,
ξεχασμένη μια φωτογραφία
έδειχνε δυο αγόρια να γελούν ανέμελα.

Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 2018

Η Μετάλλαξη

Όταν συγχώρησα το σώμα μου,  
του έκοψα τα παυσίπονα.
Άφησα το τραύμα να αναλάβει το τιμόνι.
Ξεκρέμασα τους καθρέφτες.
Έφτυσα τα δανεικά ψίχουλα. 
Σηκώθηκα από τα ξένα τραπέζια.
Σταμάτησα να μετράω.
Αποκήρυξα το παρελθόν. 
Δολοφόνησα το μέλλον.
Άρχισα να περπατώ 
μόνο όταν μιλούσε το αίμα.
Χάρισα το δίκιο μου στους περαστικούς.
Έχτισα το σπίτι μου ακριβώς πάνω στο λάθος. 
Αγάπησα τη ρωγμή περισσότερο από τον τοίχο.

Όταν πια αγκάλιασα τον εαυτό μου, 
είδα 
πως κρατούσα κάποιον άλλο.

Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2017

Μηρυκάζοντας

Η μνήμη είναι ζώο παμφάγο.

Καταπίνει ανθρώπους, χώρες, χωριά.
Πέτρες και σίδερα καταπίνει.
Καταπίνει την ύλη, ξερνάει σκιές.

Δεν σταματά να πεινάει.
Μασάει τα ονόματα, ώσπου να γίνουν λυγμοί,
ξεφλουδίζει τους ήχους μέχρι τη σιωπή.

Τη νύχτα μηρυκάζει.
Φέρνει ξανά τον πολτό στο στόμα,
του δίνει σχήμα από την αρχή:
ένα πρόσωπο παράξενα οικείο,
ένα σπίτι άγνωστο,
μια αγαπημένη φωνή που βγαίνει απ’ το στόμα σου.

Απορείς: déjà vu ή jamais vu;

Έχει στομάχι με θαλάμους.
Αλλού σαπίζουν τα πρόσφατα.
Αλλού ζυμώνονται τα παλιά.
Κάπου πετρώνει το αβάσταχτο.
Στον τελευταίο φυλάσσονται όσα δεν έζησες.

Την ταΐζεις.
Τη μεγαλώνεις μέχρι να σε καταπιεί.

Κι όταν το κτήνος ρεύεται ιστορίες,
εσύ, μέσα στην κοιλιά του,
στήνεις ξανά τη ζωή σου, λειψή,
με όσα κομμάτια εκείνο διάλεξε να μη φτύσει.

Η σιωπή που μένει στο τέλος
είναι η απόδειξη πως το γεύμα τελείωσε.

Τρίτη 20 Ιουνίου 2017

Η Αντεπίθεση του Πρωινού

Η μνήμη ξανά στο κόκκαλο.
Τα ερείπια του Μίνωα σωριάζονται πάνω στα δικά μας.
Οι αντοχές στέγνωσαν.
Η νύχτα κάθεται βαριά στο στήθος.
Μισό δισκίο να πάμε παρακάτω.
Μόνοι στην παγωνιά.
Επιμηθείς σκαλίζουμε στάχτες,
στρέφουμε τις παλάμες στη χόβολη.
Ψάχνουμε πρόσωπα σε άδειες λίμνες.
Βουνά και θάλασσες μας γύρισαν την πλάτη.
Σημάδια στο δέρμα
από χάδια και μαχαίρια.
στη μάχη
και στον έρωτα.
Μα λίγο πριν σκάσει το πρωί,
το ξέρουμε.

Η Πανδώρα θα ξυπνήσει
και η ελπίδα θα ακονίσει πάλι
τη δική της αιχμή.

Σάββατο 30 Απριλίου 2016

Βουβό Χώμα

Μιλάει, τάχα, το χώμα;
Μιλάει.
Στα λασπωμένα νύχια του παιδιού,
στη ρίζα που ρουφά τους χυμούς,
στα σκοτεινά υπόγεια ρεύματα.
Στο σκουλήκι που χαράζει
αόρατες διαδρομές,
στο ασημένιο χνάρι
που αφήνει η γλίτσα του σαλιγκαριού,
στον σπόρο που σφίγγει μέσα του ένα δάσος.
Μιλά στο βάρος του βήματος,
στο ποδοβολητό του αλόγου,
στην άγρια μυρωδιά της πρώτης σταγόνας,
στα ιερογλυφικά της βροχής,
στο κορμί που γέρνει σιγά
να βρει την κοίτη του.

Κράτα στη χούφτα σου λίγο χώμα.

Θα νιώσεις στην παλάμη σου
όλο το βάρος του κόσμου:
το τελευταίο ρίγος του θανάτου
και τον πρώτο σπασμό της ζωής.

Τρίτη 5 Απριλίου 2016

Γυναίκα Mετανάστρια

Τη γνώρισα σε ένα μπιστρό,
με τη στολή της σερβιτόρας·
άσπρη, κολλαριστή,
δέρμα πάνω στο δέρμα της.
Είχε αέρα και χάρη·
το μαγαζί στα πόδια της.

Το απόγευμα, στον δρόμο, την είδα
να φορά τη φιλανθρωπία των άλλων·
ρούχα παλιομοδίτικα, δανεική ασχήμια,
σαν τιμωρία που σχόλασε.

Την Κυριακή, καλεσμένη στη γιορτή μου,
ήρθε πάλι με τη στολή της, όμορφη.
Την κάθισα ανάμεσα στους φίλους.
Της αρνήθηκα τους δίσκους και τα πιάτα.

Μα εκείνη στεκόταν,
ωραία και ξένη,
φορώντας τα ρούχα της δουλειάς
σε ένα τραπέζι
που δεν της ζήτησε τίποτα.

Δευτέρα 4 Απριλίου 2016

Τα σύνθετα της ποίησης

Η ποίηση είναι περιποίηση τραύματος
Η ποίηση είναι εκποίηση ταυτότητας
Η ποίηση είναι μεταποίηση τριμμένης εμπειρίας
Η ποίηση είναι προσποίηση αθωότητας
Η ποίηση είναι αποποίηση λήθης
Η ποίηση είναι παραποίηση πραγματικότητας
Η ποίηση είναι ηρωοποίηση ήττας
Η ποίηση είναι ειδοποίηση αθόρυβου ναυαγίου
Η ποίηση είναι ακινητοποίηση φθοράς
Η ποίηση είναι ενοποίηση σπαραγμάτων
Η ποίηση είναι ιδιοποίηση ξένου πόνου
Η ποίηση είναι πραγματοποίηση άρρητου
Η ποίηση είναι αποποινικοποίηση σκοταδιού
Η ποίηση είναι κρυσταλλοποίηση κενού
Η ποίηση είναι σταθεροποίηση αβύσσου
Η ποίηση είναι κωδικοποίηση λυγμού
Η ποίηση είναι θεοποίηση στιγμής
Η ποίηση είναι μυθοποίηση του τίποτα
Η ποίηση είναι αντιποίηση Θεού

κι ο ποιητής, μεταξύ ουρανού και γης,
διαχειριστής
ολόκληρου του χάους.

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2016

Η Αλήθεια Γυμνή

Μια φορά κι έναν καιρό
κάποιος πρέπει να πει τη γυμνή αλήθεια:
πως και οι λύκοι φορούν στέμμα, 
πως οι δράκοι μιλούν τη γλώσσα του νόμου, 
πως οι στάχτες στα δάση έχουν υπογραφή, 
πως οι έμποροι όπλων υπογράφουν την ειρήνη, 
πως τα σπίτια δεν γκρεμίζονται από τον άνεμο, 
πως για τα θαύματα του Ουρανού ο λογαριασμός 
κατηφορίζει, 
πως στα ψηλά δώματα δεν φτάνουν 
τα βήματα της Νέμεσης, 
πως οι καλοί δεν σώζονται πάντα, 
πως οι αδύναμοι δεν γεννήθηκαν φταίχτες, 
πως η ομορφιά είναι υπερεκτιμημένη 
κι η καλοσύνη δεν είναι πάντα αθώα, 
πως η ζωή δεν έχει happy end.

Το σπουδαιότερο: πως το τέλος 
το γράφει εκείνος 
που πληρώνει το μελάνι.
Κι ίσως τότε 
ζήσουν κι αυτοί καλά 
κι εμείς καλύτερα.

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2016

Σπίτι-σπίτι

Όσο δούλευε
η ζωή του ήταν
σπίτι-δουλειά.
Δουλειά-σπίτι.

Χτες απολύθηκε.
Η ντροπή τού έκοψε το δρόμο στη μέση.

Όταν τον ρωτούν «πώς πάει;»
η γλώσσα του αρνείται το διπλότυπο.
Του φαίνεται αλλόκοτο,
σχεδόν άσεμνο,
να πει:
Σπίτι-σπίτι.

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2015

Σπασμένο Γρανάζι

Μυρμήγκι σέρνει νεκρό έντομο.
Μέλισσα φορτώνει γύρη.
Δρυοκολάπτης τρυπάει κορμό.
Κάστορας φράζει ρέμα.

Βροχή ποτίζει γη.
Άνεμος σαρώνει σύννεφα.
Φεγγάρι τραβάει νερά.
Ήλιος λιώνει στη βάρδια.

Όλα δουλεύουν.

Ο άνεργος
σκάβει τον ίσκιο του.

Παρασκευή 3 Απριλίου 2015

Αυλαία

                                                                                                                                                Στον Στέλιο Δ.

Περίστροφο, σχοινί, μαχαίρι ή πτώση·
χάπια, ράγες, ρεύμα, γκάζι ή τιμόνι·
έχει μεγάλη πείρα ο χαμός.
Πρόχειρα, βιαστικά κάποτε και θεατρικά·
με μια ερμηνεία ζηλευτή στον ρόλο του αυτόχειρα,
ρίχνεις αυλαία ξαφνικά στο θέατρο του παραλόγου.

Πόση απόγνωση, στ’ αλήθεια,
για να αρνηθείς το ξανθό φως της ζωής,
να προσχωρήσεις στο μαύρο του θανάτου;
Χρέη που σε έπνιξαν, 
έρωτες που ρήμαξαν,
πένθη που σου τσάκισαν τη μέση,
όλα τώρα ασήμαντες λεπτομέρειες.

Και η πόλη, το αμέσως επόμενο πρωί,
θα ξυπνήσει κανονικά.
Με ή χωρίς εσένα.

Μα πιο σκληρή ποινή η διαθήκη σου.
Ισόβια καταδίκη, τύψη φριχτή,
για όσους σε αγάπησαν·
πως τάχα αβοήθητο σε άφησαν
να χάνεσαι, 
κι αθόρυβα να σβήνεις.