με τη στολή της σερβιτόρας·
άσπρη, κολλαριστή,
δέρμα πάνω στο δέρμα της.
Είχε αέρα και χάρη·
το μαγαζί στα πόδια της.
Το απόγευμα, στον δρόμο, την είδα
να φορά τη φιλανθρωπία των άλλων·
ρούχα παλιομοδίτικα, δανεική ασχήμια,
σαν τιμωρία που σχόλασε.
Την Κυριακή, καλεσμένη στη γιορτή μου,
ήρθε πάλι με τη στολή της, όμορφη.
Την κάθισα ανάμεσα στους φίλους.
Της αρνήθηκα τους δίσκους και τα πιάτα.
Μα εκείνη στεκόταν,
ωραία και ξένη,
φορώντας τα ρούχα της δουλειάς
σε ένα τραπέζι
που δεν της ζήτησε τίποτα.
άσπρη, κολλαριστή,
δέρμα πάνω στο δέρμα της.
Είχε αέρα και χάρη·
το μαγαζί στα πόδια της.
Το απόγευμα, στον δρόμο, την είδα
να φορά τη φιλανθρωπία των άλλων·
ρούχα παλιομοδίτικα, δανεική ασχήμια,
σαν τιμωρία που σχόλασε.
Την Κυριακή, καλεσμένη στη γιορτή μου,
ήρθε πάλι με τη στολή της, όμορφη.
Την κάθισα ανάμεσα στους φίλους.
Της αρνήθηκα τους δίσκους και τα πιάτα.
Μα εκείνη στεκόταν,
ωραία και ξένη,
φορώντας τα ρούχα της δουλειάς
σε ένα τραπέζι
που δεν της ζήτησε τίποτα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου