Κάπου ανάμεσα σε Παράδεισο και Κόλαση
χάθηκε μια ολόκληρη πατρίδα.
Στα ψηλά, το φως δεν σκοντάφτει πουθενά.
Στα χαμηλά, η φωτιά καίει την ουρά της.
Εδώ το ψωμί έχει γεύση από σκουριασμένη λαμαρίνα.
Ούτε άγιος, ούτε κτήνος.
Εδώ ζούμε πλάγια. Με την πλάτη στον τοίχο.
Ούτε όρθιοι, ούτε πεσμένοι.
Στη ρωγμή που δεν χωράει ούτε ψαλμό, ούτε κατάρα,
στη ρωγμή που Θεός και Διάβολος μπαζώνουν με ασβέστη και πίσσα.