Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει

όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα

έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω

πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες...

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2025

Ρωγμή

Κάπου ανάμεσα σε Παράδεισο και Κόλαση
χάθηκε μια ολόκληρη πατρίδα.

Στα ψηλά, το φως δεν σκοντάφτει πουθενά.
Στα χαμηλά, η φωτιά καίει την ουρά της.

Εδώ το ψωμί έχει γεύση από σκουριασμένη λαμαρίνα.
Ούτε άγιος, ούτε κτήνος.
Εδώ ζούμε πλάγια. Με την πλάτη στον τοίχο.
Ούτε όρθιοι, ούτε πεσμένοι.

Στη ρωγμή που δεν χωράει ούτε ψαλμό, ούτε κατάρα,
στη ρωγμή που Θεός και Διάβολος
μπαζώνουν με ασβέστη και πίσσα.

Τρίτη 5 Αυγούστου 2025

Σαν να Μην Περάσαμε Ποτέ

Σήμερα εσύ.
Αύριο άγνωστος στη θέση σου.
Ένα κλειδί αλλάζει χέρια
πριν φύγει η ζέστη της παλάμης.

Άλλοι ξεκλειδώνουν με το κεφάλι σκυφτό,
κι άλλοι τινάζουν ρύζια από τα πέτα.
Κάποιοι μετρούν υπερωρίες αμίλητοι,
δίπλα, μια ανάσα μετράει το τέλος της.
Στα δωμάτια με ξένα ονόματα,
η αλήθεια κρύβεται κάτω από το κρεβάτι
κι η αγάπη διαρκεί όσο το νοίκι της ώρας.

Άλλα με κρύσταλλα και σιωπηλά χαλιά,
κι άλλα με μια γυμνή καρέκλα απέναντι στον τοίχο.
Στο τέλος, όλες οι πόρτες κλειδώνουν την ίδια λήθη πίσω τους.
Καταπίνουν ψιθύρους, ιδρώτα και αγωνίες
και τα αλλάζουν μαζί με τα σεντόνια.

Στις δώδεκα, το δωμάτιο περιμένει καθαρό,
σαν να μην περάσαμε ποτέ.

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2025

Τα μόνα της ζωής του ταξίδια

Στον ύπνο του κάνει τα πιο ωραία ταξίδια.
Ονειρεύεται τόπους μακρινούς,
γλιστρά σε παζάρια της Ανατολής,
σε μπαχάρια και καμένο λιβάνι,
αναρριχάται σε κορυφές σκαρφαλωμένες
πάνω απ’ τα σύννεφα.
Αγγίζει παγωμένα νερά σε φιόρδ,
χάνεται σε αχανείς ερήμους
κάτω από ουρανό με δυο φεγγάρια.
Διασχίζει δρόμους από γυαλί και σίδερο
σε μεγαλουπόλεις με ουρανομήκη κτήρια
και ακούει τη βουή ωκεανών
να σπάνε με ορμή πάνω στο πλοίο.
 
Πάντα ξυπνά ναυαγός
στου καναπέ το μπλε βελούδο
ή στα γαλάζια του σεντόνια,
ξαπλωμένος ύπτιος στο κρεβάτι,
με φύκια στα μαλλιά
και αχινούς στο στόμα.

Κυριακή 15 Ιουνίου 2025

Δώδεκα Παρά Πέντε

Σκρολάρω πάνω σε πολυκατοικίες 
ξεκοιλιασμένες.
Στην Τεχεράνη ο φώσφορος ξερνάει ήλιο 
πριν αλέκτορα φωνήσαι.
Στο αναδυόμενο παράθυρο προσφορά: 
Πίτσα σπέσιαλ, -30%.
Πεινάω.
Το Ιράν κείται μακράν.
Η πόλη καίγεται.
Η προσφορά λήγει τα μεσάνυχτα.
Καρφώνω το δάχτυλο στο «παράγγειλε τώρα».
Το κουδούνι θα χτυπήσει δώδεκα παρά πέντε.
Πριν μαζευτούν οι μύγες.

Τρίτη 11 Μαρτίου 2025

C' est la vie

Οι παλιοί μου φίλοι· 
σοδειά που σαπίζει στα αζήτητα. 
Στα παζάρια της πόλης ψηλαφώ 
τα παλίμψηστα πρόσωπά τους.
Σκάβω το παλιό μας χώμα. 
Μετρώ τη δική μου υποχώρηση. 
Ψάχνω τη λέξη μου 
κάτω από τις στρώσεις των άλλων, 
ξεθάβω το οικείο πρόσωπο.

Μα πιο πολύ σκοντάφτω 
στις προεξοχές της απουσίας μου. 
Οι ρυτίδες τους 
ξένα χαρακώματα. 
Τα βλέμματα 
κατοικημένα από άγνωστους έρωτες.

Ποια χέρια, άραγε, 
έγραψαν τη συνέχεια αυτού του ξένου;

Στον τυπικό αποχαιρετισμό 
οι αγκώνες μας βρίσκουν αέρα. 
Τα μάτια κλειστά, 
μην προλάβουν 
να με δουν 
όπως τους είδα.

Ύστερα οι σακούλες βαραίνουν. 
Το βουητό της μέρας 
καταπίνει αναμνήσεις κι ονόματα. 

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2025

Ανηξεριά


Ήμουν στην αρχή,
όταν μου φανερώθηκε το τέρμα. 
Κοίμισα το θεριό μέσα μου 
και συνέχισα σαν να μην ξέρω. 
Έκτοτε, λοξοκοίταζα τους παλιούς· 
μετρούσα το βήμα τους 
κι ησύχαζε η ψυχή μου.

Τώρα, στα μισά, περπατώ ακόμη. 
Μα οι νέοι συνοδοιπόροι με ταράζουν. 
Προσπερνούν γοργά, 
ξυπνούν μέσα μου τον Λύκο.

Όχι, δεν φθονώ το βήμα τους. 
Φοβάμαι μόνο μην τους δω, 
με την ορμή της άγνοιάς τους, 
να κόβουν πρόωρα 
το νήμα.

Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2025

Αγέλαστος Πέτρα

Στις μάνες της κοιλάδας

Στενεύει ο κόσμος.
Σαν πέρασμα από λαιμό.
Τα βράχια καταπίνουν τη φωνή
συγκαλύπτουν το έγκλημα.

Μια μαύρη λάμψη τυφλώνει το χώμα,
μια αρπαγή πριν από την κραυγή.

Από τότε, μια μάνα στην πέτρα.
Με χέρια άδεια.
Τη μνήμη ενός βάρους
που δεν υπάρχει πια.

Δεν κλαίει.
Εδώ το δάκρυ πέτρωσε
πάνω στον χρόνο.
Όλα πια μένουν
στην κόψη.

Τα περάσματα ανοιγοκλείνουν.
Εκείνη, ακίνητη.
Θεά μαρμαρωμένη.
Η γη κάτω απ’ τα πόδια της
πέτρα.
Άγονη.

Όποιος σταθεί κοντά της,
νιώθει το στόμα του στεγνό.
Ξεχνά τη μηχανική του γέλιου.

Κι όποιος την κοιτάξει κατάματα,
βλέπει στο πρόσωπό της τη γη
που θερίζουν
τον καρπό της.