Η μνήμη είναι ζώο παμφάγο.
Καταπίνει ανθρώπους, χώρες, χωριά.
Πέτρες και σίδερα καταπίνει.
Καταπίνει την ύλη, ξερνάει σκιές.
Δεν σταματά να πεινάει.
Μασάει τα ονόματα, ώσπου να γίνουν λυγμοί,
ξεφλουδίζει τους ήχους μέχρι τη σιωπή.
Τη νύχτα μηρυκάζει.
Φέρνει ξανά τον πολτό στο στόμα,
του δίνει σχήμα από την αρχή:
ένα πρόσωπο παράξενα οικείο,
ένα σπίτι άγνωστο,
μια αγαπημένη φωνή που βγαίνει απ’ το στόμα σου.
Απορείς: déjà vu ή jamais vu;
Έχει στομάχι με θαλάμους.
Αλλού σαπίζουν τα πρόσφατα.
Αλλού ζυμώνονται τα παλιά.
Κάπου πετρώνει το αβάσταχτο.
Στον τελευταίο φυλάσσονται όσα δεν έζησες.
Την ταΐζεις.
Τη μεγαλώνεις μέχρι να σε καταπιεί.
Κι όταν το κτήνος ρεύεται ιστορίες,
εσύ, μέσα στην κοιλιά του,
στήνεις ξανά τη ζωή σου, λειψή,
με όσα κομμάτια εκείνο διάλεξε να μη φτύσει.
Η σιωπή που μένει στο τέλος
είναι η απόδειξη πως το γεύμα τελείωσε.