Έχεις το βλέμμα του μεσημεριού
που γέρνει,
όταν το φως βαθαίνει και χρυσαφίζει.
Μια περασμένη άνοιξη
στα μάγουλά σου,
κι ένα σώμα σμιλεμένο απ’ τον χρόνο,
σαν ξύλο φαγωμένο απ’ την αρμύρα.
Στις ρυτίδες σου περπάτησε η υπομονή·
στις κηλίδες πέτρωσε η έγνοια
ξενυχτισμένη πάνω από μικρά προσκέφαλα.
Νυχιές ανεξίτηλες στο δέρμα από έρωτες,
χάρτες πειρατών χαραγμένοι στο κορμί,
λιμάνια κερδισμένα με το δικό σου κουπί.
Τώρα πια ξέρεις να ακούς τη σιωπή των άλλων.
Δεν ζητάς την προσοχή.
Γυναίκα του απογεύματος,
έμαθες να αγαπάς τις ρωγμές σου,
γιατί από εκεί τρυπώνει ο ήλιος
και φωτίζει το μέσα σου δωμάτιο.
Στην ησυχία των χεριών σου, αθόρυβα,
ανασαίνει, ακέραιος, ο κόσμος μου.