Φορούσε μαύρο παλτό,
τα χέρια της μύριζαν κέδρο και θειάφι,
τα μάτια της κάρβουνα αναμμένα.
Η προφορά της βαριά.
Γυναίκα από βάρβαρη γη.
Μου πρόσφερε τσιγάρο.
«Έκανα λάθος», είπε. «Και δαγκώνει.
Το μίσος δεν τελειώνει.
Με έδεσε ισόβια με τον χειρότερο εχθρό μου.
Όμως σκοπός της ζωής μας δεν είναι η εκδίκηση.
Σκοπός της ζωής μας είναι το πάθος.
Αυτό σε ορίζει και σε κατακαίει:
μαχαίρι, φωτιά, ξενιτιά».
«Και τα παιδιά;» τη ρώτησα. «Δεν ήταν έγκλημα;
Μαύρη μανία, ύβρις;»
Με κοίταξε. Το βλέμμα της σκοτείνιασε.
Φωτιές πύρωναν μέσα της.
«Στο μίσος και στον έρωτα η γυναίκα δεν έχει χαλινάρι.
Τα παιδιά από τα σπλάχνα μου βγήκαν
κι εγώ τα ορίζω».
«Τα παιδιά δε μας ανήκουν», της αντιγύρισα.
«Σίγουρα άξιζαν μια καλύτερη μάνα».
«Ξεχνάς», μου είπε,
φυσώντας στα μούτρα μου τον καπνό της,
«ότι ποτέ κανείς δεν επιλέγει τους συγγενείς του».
Πέταξε το τσιγάρο κι έφυγε.
Στην άδεια κούνια,
ξεχασμένη μια φωτογραφία
έδειχνε δυο αγόρια να γελούν ανέμελα.
τα μάτια της κάρβουνα αναμμένα.
Η προφορά της βαριά.
Γυναίκα από βάρβαρη γη.
Μου πρόσφερε τσιγάρο.
«Έκανα λάθος», είπε. «Και δαγκώνει.
Το μίσος δεν τελειώνει.
Με έδεσε ισόβια με τον χειρότερο εχθρό μου.
Όμως σκοπός της ζωής μας δεν είναι η εκδίκηση.
Σκοπός της ζωής μας είναι το πάθος.
Αυτό σε ορίζει και σε κατακαίει:
μαχαίρι, φωτιά, ξενιτιά».
«Και τα παιδιά;» τη ρώτησα. «Δεν ήταν έγκλημα;
Μαύρη μανία, ύβρις;»
Με κοίταξε. Το βλέμμα της σκοτείνιασε.
Φωτιές πύρωναν μέσα της.
«Στο μίσος και στον έρωτα η γυναίκα δεν έχει χαλινάρι.
Τα παιδιά από τα σπλάχνα μου βγήκαν
κι εγώ τα ορίζω».
«Τα παιδιά δε μας ανήκουν», της αντιγύρισα.
«Σίγουρα άξιζαν μια καλύτερη μάνα».
«Ξεχνάς», μου είπε,
φυσώντας στα μούτρα μου τον καπνό της,
«ότι ποτέ κανείς δεν επιλέγει τους συγγενείς του».
Πέταξε το τσιγάρο κι έφυγε.
Στην άδεια κούνια,
ξεχασμένη μια φωτογραφία
έδειχνε δυο αγόρια να γελούν ανέμελα.