Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει

όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα

έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω

πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες...

Τρίτη 11 Μαρτίου 2025

C' est la vie

Οι παλιοί μου φίλοι· 
σοδειά που σαπίζει στα αζήτητα. 
Στα παζάρια της πόλης ψηλαφώ 
τα παλίμψηστα πρόσωπά τους.
Σκάβω το παλιό μας χώμα. 
Μετρώ τη δική μου υποχώρηση. 
Ψάχνω τη λέξη μου 
κάτω από τις στρώσεις των άλλων, 
ξεθάβω το οικείο πρόσωπο.

Μα πιο πολύ σκοντάφτω 
στις προεξοχές της απουσίας μου. 
Οι ρυτίδες τους 
ξένα χαρακώματα. 
Τα βλέμματα 
κατοικημένα από άγνωστους έρωτες.

Ποια χέρια, άραγε, 
έγραψαν τη συνέχεια αυτού του ξένου;

Στον τυπικό αποχαιρετισμό 
οι αγκώνες μας βρίσκουν αέρα. 
Τα μάτια κλειστά, 
μην προλάβουν 
να με δουν 
όπως τους είδα.

Ύστερα οι σακούλες βαραίνουν. 
Το βουητό της μέρας 
καταπίνει αναμνήσεις κι ονόματα.