Το σκέπασμα απόψε
ζυγίζει τόνους.
Έξω
η βροχή δουλεύει με το ρολόι,
τρυπάει
τη στέγη, τρυπάει τη σιωπή,
μετράει
την απόσταση από το κρεβάτι μου
μέχρι το υγρό σου χώμα.
Πάντα με σκέπαζες εσύ.
Τώρα
η κίνηση έγινε μια χαρακιά στη μνήμη,
μια αυπνία που παραμονεύει στις υδρορροές.
Με τρώει η σκέψη
πως εσύ, που φοβόσουν πάντα το κρύο,
έμεινες
εκεί, στην άκρη του κόσμου,
να συλλαβίζεις την παγωνιά της πρώτης βροχερής νύχτας.
Φρουρός που του έκλεψαν τη βάρδια
ακούω
το νερό να πέφτει
και ντρέπομαι που είμαι στεγνός,
ντρέπομαι
που ο τοίχος μου αντέχει,
κι εσύ γίνεσαι ένα με τη βροχή,
κάτω
από ένα σκέπασμα που δεν ζεσταίνει πια.