3… 2… 1… 2026
Το νέο έτος πήδησε
από την τηλεόραση
στο σαλόνι μας,
χωρίς προίκα,
γυμνό,
όπως το γέννησε ο χρόνος.
Με τη λάμψη απ’ τα πυροτεχνήματα
της γέννησής του φυλακισμένη στα μάτια,
στα χείλη την αμήχανη σιωπή
που πέφτει σαν ψιλοβρόχι
μεταξύ αγνώστων.
Οι αποσκευές του
θα έρχονταν τις επόμενες μέρες
σε κουτιά:
από άλλες θα ξεχύνονταν περιστέρια
από άλλες στρατιώτες θα ‘καναν απόβαση,
κι από άλλες απλώς θα γλιστρούσαν γέλια ή βογγητά
γυρεύοντας στόμα για να κατοικήσουν.
Το ζυγιάσαμε∙
μας ζύγιασε∙
Τι μας φέρνεις; Το ρωτήσαμε.
Κι εκείνο,
με την αθωότητα ενός παιδιού
που ακόμη δεν ξέμαθε τον κόσμο,
είπε:
-Ένα σύννεφο που μιλάει,
ένα δάκρυ που γελάει,
κι ένα χαλασμένο ρολόι
να μη σας ρίχνει ο χρόνος.
Λίγο φως για να χάσετε το δρόμο,
αρκετό σκοτάδι για να τον βρείτε,
και μια ευκαιρία
που στην αρχή θα μοιάζει με λάθος
ντυμένη όχι με το φανταχτερό ρούχο επιθυμίας,
αλλά με το φτωχό πανοφώρι της ανάγκης
ή ίσως και γυμνή.
-Δεν καταλαβαίνουμε τους γρίφους σου, αντιγυρίσαμε.
Κι εκείνο μίλησε πια στη γλώσσα μας:
-Μην ανησυχείτε.
Μόνο τα ακριβά υλικά της ζωής:
ελπίδες που μυρίζουν μέλι,
διαψεύσεις τυλιγμένες σε μεταξωτό χαρτί,
έρωτες άγριους σαν αδέσποτα σκυλιά,
μίση λεπτά σαν ξυράφια,
πολλή απληστία που καταπίνει το ανάστημά της
λίγη συμπόνια, μόλις μια στάλα,
ίσα για να υγράνει τις κάννες,
μνήμες που στάζουν αίμα ή απουσία
και μια έκπληξη:
κάποιος θα γελάσει,
άλλος θα σωπάσει,
κάποιος θα κλάψει
κι άλλος θα προσποιηθεί πως δεν είναι δική του.
Το αγκαλιάσαμε
με τα ίδια χέρια
που μαθαίνουν
και ξεμαθαίνουν το φως
εδώ και αιώνες.
Μείναμε έτσι
ώσπου καταλάβαμε πως
δεν το αγκαλιάζαμε πια.
Εκείνο μας κρατούσε.
Ζητούσε μάρτυρες.
Και μας είχε ήδη επιλέξει.
Ηράκλειο, Παραμονή Πρωτοχρονιάς
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου