Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει

όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα

έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω

πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες...

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

 Σελευκίδες 

 

Φαίνεται πως οι Σελευκίδες νοστάλγησαν τις αυτοκρατορίες. 

Δεν είναι εύκολος ο ξεπεσμός. 

Δεν ήταν άγνοια των καιρών· 

ήταν ανάγκη 

να πιστέψουν πάλι στα περασμένα μεγαλεία, 

που ο Αντίοχος, με βεβαιότητα, υπόσχεται.

 

Ομιλεί για δίκαια παλαιά, 

για σύνορα που η μνήμη τα απαιτεί απλωμένα· 

ζητεί να κάνουν το βασίλειο σπουδαίο ξανά. 

Η λέξις αρκεί.

 

Κάποτε, βέβαια, προβαίνει σε κινήσεις 

που την παλαιά του δύναμη ανασταίνουν 

ή έτσι, τουλάχιστον, ο ίδιος θεωρεί. 

Η εντύπωσις εργάζεται υπέρ του. 

Ο κόσμος, είναι βέβαιο, 

θα τον αποκαλέσει Μέγα.

 

Υπάρχουν ασφαλώς και αντιρρησίες. 

Ένας έμπειρος εξόριστος, φθαρμένος απ’ τις ήττες, 

μιλά για κόσμους που αλλάζουν, 

για δύναμη που ανατέλλει αθόρυβα, 

δίχως ρητορείες και σάλπιγγες. 

Μα τα λόγια του αποδόθηκαν σε φθόνο 

ή σε ακατανόητη επιφύλαξη, 

κι έτσι εσιώπησε.

 

Στην αυλή ακούγονται, στο εξής, εύηχες βεβαιότητες, 

και σχέδια δίχως ημερομηνία 

υπόσχονται αιώνια δόξαν. 

Η ήττα ακόμη μακριά, δεν έχει όνομα· 

κι η Μαγνησία…

μια κουκίδα μόνον εις τον χάρτη.

 

Στο μεταξύ οι σοφοί των νέων γραφών, 

οι γραμματικοί της Αντιοχείας, 

ολότελα στο παρελθόν παραδομένοι, 

επιμένουν σε μέτρα και σε τόνους, 

σε λεπτές διακρίσεις κανόνων· 

την ώρα που οι λεγεώνες, 

έτοιμες από καιρό,  

ήδη ακούγονται στο βάθος.

 

Ηράκλειο, 12-01-2026 μ.Χ

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

 CHE FECE... IL GRAN CONSENSO


Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα 

που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι να πούνε. 

Φανερώνεται αμέσως όποιος το ’χει έτοιμο μέσα του το Όχι,

και λέγοντάς το βράχος στέκεται, στο χρέος του ταγμένος·

λυτρώνεται προς ώρας

κι ας είναι ενδεής η ζωή του εφεξής, 

κι από το Όχι μόνο το Ωχ ας τού απομένει.

Το γιώτα, ξέρει, θα προσθέσει πάλι, οσάκις παραστεί ανάγκη.


Εκείνος που το Ναι ευκόλως είπεν,

βλέπει την τύχη του ευθύς να μεταβάλλεται.

Η πλάσις πλουσίως τον ανταμείβει. 

Το βιος του ανέκοπα πληθαίνει, 

κι οι άνθρωποι παραμερίζουν  με δέος να περάσει.

Η δόξα του θεωρείται πια βεβαία·


Όμως τις νύχτες μες στην κάμαρα, το Ναι εκείνο,  

ανέλπιστα την ψυχή του κατατρώγει. 

Κι ο πλούτος, ξένο ρούχο και φορτικό, 

τις Ερινύες και τους δαίμονες ταΐζει.


Και εκεί, στο τέλος της οδού, 

όταν η πλάστιγξ στήνεται αδυσώπητη για την τελική την κρίση, 

βλέπει πως όλη η ζωή του, η λαμπρή, 

ήταν μια πλάνη. 

Η πλάστιγξ ήδη τότε προς το Όχι  

ανώφελα και μάταια πια γέρνει.


Ηράκλειο 04-01-2026

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

3… 2… 1… 2026


Το νέο έτος πήδησε

από την τηλεόραση

στο σαλόνι μας,

χωρίς προίκα,

γυμνό,

όπως το γέννησε ο χρόνος.

Με τη λάμψη απ’ τα πυροτεχνήματα

της γέννησής του φυλακισμένη στα μάτια,

στα χείλη την αμήχανη σιωπή

που πέφτει σαν ψιλοβρόχι

μεταξύ αγνώστων.


Οι αποσκευές του

θα έρχονταν τις επόμενες μέρες

σε κουτιά:

από άλλες θα ξεχύνονταν περιστέρια

από άλλες στρατιώτες θα ‘καναν απόβαση,

κι από άλλες απλώς θα γλιστρούσαν γέλια ή βογγητά 

γυρεύοντας στόμα για να κατοικήσουν.                                                                                                


Το ζυγιάσαμε∙

μας ζύγιασε∙


Τι μας φέρνεις; Το ρωτήσαμε.


Κι εκείνο,

με την αθωότητα ενός παιδιού

που ακόμη δεν ξέμαθε τον κόσμο,

είπε:


-Ένα σύννεφο που μιλάει,

ένα δάκρυ που γελάει,

κι ένα χαλασμένο ρολόι

να μη σας ρίχνει ο χρόνος.

Λίγο φως για να χάσετε το δρόμο,

αρκετό σκοτάδι για να τον βρείτε,

και μια ευκαιρία

που στην αρχή θα μοιάζει με λάθος

ντυμένη όχι με το φανταχτερό ρούχο επιθυμίας,

αλλά με το φτωχό πανοφώρι της ανάγκης

ή ίσως και γυμνή.


-Δεν καταλαβαίνουμε τους γρίφους σου, αντιγυρίσαμε.

 

Κι εκείνο μίλησε πια στη γλώσσα μας:                                                                                      


-Μην ανησυχείτε.

Μόνο τα ακριβά υλικά της ζωής:

ελπίδες που μυρίζουν μέλι,

διαψεύσεις τυλιγμένες σε μεταξωτό χαρτί,                                                                                     

έρωτες άγριους σαν αδέσποτα σκυλιά,

μίση λεπτά σαν ξυράφια,

πολλή απληστία που καταπίνει το ανάστημά της                                                                     

λίγη συμπόνια, μόλις μια στάλα,

ίσα για να υγράνει τις κάννες, 

μνήμες που στάζουν αίμα ή απουσία

και μια έκπληξη:

κάποιος θα γελάσει,

άλλος θα σωπάσει,

κάποιος θα κλάψει                                                                                                           

κι άλλος θα προσποιηθεί πως δεν είναι δική του.                                                                     


Το αγκαλιάσαμε

με τα ίδια χέρια

που μαθαίνουν

και ξεμαθαίνουν το φως

εδώ και αιώνες. 

Μείναμε έτσι 

ώσπου καταλάβαμε πως

δεν το αγκαλιάζαμε πια.


Εκείνο μας κρατούσε. 

                                                                                                                                            

Ζητούσε μάρτυρες.

Και μας είχε ήδη επιλέξει.


Ηράκλειο, Παραμονή Πρωτοχρονιάς